Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

85245Θα είναι τώρα πενηντάρης. Κουρασμένο κορμί από τους εκατομμύρια τόνους εμπορευμάτων που έχει κουβαλήσει στις γδαρμένες πλάτες, γυρνάει στα γνωστά στέκια για κάνα μεροκάματο γλείφοντας τα τσιράκια των Κινέζων ή ψιλικατζής στη διασταύρωση δεκαέξι ώρες τη μέρα ή μηχανικός στο σκουριασμένο καλύβι της παλιάς του γειτονιάς με τα νύχια μόνιμα μαύρα.

Η κορούλα καλότυχη, βρήκε δουλειά σερβιτόρα στην Ακτή, ο γιος το καμάρι του, γύρισε προχθές από το εξωτερικό για ξεκούραση από τις σπουδές -ο πρώτος επιστήμονας της οικογένειας. Το πρωί πρόσεξε πως η κυρά είχε αλλάξει χτένισμα στο κομμωτήριο και της το είπε, την είδε να χαμογελάει μετά από καιρό.

Έφυγε νωρίς από το σπίτι. Δεν έφαγε πρωινό. Δεν είχε όρεξη. Δεν είχε κλείσει μάτι. Είκοσι έξι χρόνια εφιάλτες, είκοσι έξι χρόνια ιδρώτας, είκοσι έξι χρόνια τυράννια. Αλλά κάθε που ξημερώνει 10 Απρίλη ματώνει το στομάχι του. Φεύγει στο λιμάνι, κάθεται δίπλα στους γερανούς για να μην ακούει τις σκέψεις του, τις κραυγές στο μυαλό του, τη χορωδία της συνείδησης που είχε φιμώσει εκείνα τα ξημερώματα για να καταφέρει να πετάξει τη μολότοφ. Φονιά. Τέρας. Σκουπίδι. Σκάστε! Φονιά. Υπάνθρωπε. Ντροπή. Αφήστε με ήσυχο! Φονιά. Ξεφτιλισμένε. Απόβλητο. Βουλώστε το! Φονιά. Φονιά. Φονιά.

Το κύμα σκάει στο τσιμέντο και τον τρομάζει. Προσπαθεί να σκεφτεί την ομορφιά που έβγαλε το σπέρμα του, να φέρει το πρόσωπό της στη μνήμη, μπαμπά, φονιά, φονιά, φονιά, ψάχνει τον γιο του, τον καθρέφτη του με τα ήρεμα μάτια αλλά κι αυτός έχει φλόγες στις κόγχες και του φωνάζει κουνώντας το δάχτυλο, πατέρα, φονιά, φονιά, φονιά, ύστερα περνάει ένα αυτοκίνητο, μπαίνουν στο πίσω κάθισμα και καίγονται ζωντανοί. Τους βλέπει να λιώνουν, να γίνονται στάχτη, να ξεψυχάνε ψιθυρίζοντας πατέρα, φονιά.

Ξυπνάει ιδρωμένος. Τα καράβια κάνουν μανούβρες, η πόλη έχει ξυπνήσει. Ανάβει τσιγάρο. Στην πρώτη τζούρα γεμίζει τη θάλασσα με υγρά από τα σάπια πνευμόνια του. Έξι μήνες ζωής, είπε ο γιατρός. Ρούφηξε δυνατά, πνίγηκε από το βήχα, γέμισε δάκρυα. Άρχισε να χτυπάει το κεφάλι με τις γροθιές του. Πήρε το τσιγάρο από το στόμα και το κράτησε στη χούφτα. Το κάψιμο τον επανέφερε. Άναψε κι άλλο. Ο ορίζοντας καθαρός, το αεράκι τον πάγωνε και μαζεύτηκε πιο χαμηλά στην προβλήτα. Έκαιγαν όλα μέσα του.

Έξι μήνες ζωής. Θα είναι η τελευταία 10η Απρίλη του. Σε λίγο καιρό θα πάψουν οι φωνές στο μυαλό, θα σταματήσουν οι κατάρες της τύψης, θα το βουλώσουν οι ψίθυροι των εφιαλτών του. Θα μπορέσει να κοιμηθεί, επιτέλους, μετά από είκοσι έξι χρόνια λευκού σκοταδιού. Έσκασε το πρώτο αληθινό του χαμόγελο μετά από χρόνια. Λίγο ακόμα. Οι μετρημένες του μέρες τελειώνουν. Σύντομα ο εφιάλτης του που λέγεται ζωή θα τον άφηνε ήσυχο. Θα γινόταν μηδέν, θα γινόταν χώμα, λίπασμα, σκουλήκι, θα ξαλάφρωνε από την ασήκωτη ασημαντότητα της ύπαρξής του από τη νύχτα που πέρασε απέναντι και καταδικάστηκε από μόνος του στην πιο μεγάλη τιμωρία: Να μην μπορεί να περάσει ούτε μέρα της ζωής του χωρίς να ακούει τα γελαστά πρόσωπα του Κώστα και του Εύθυμη να του φωνάζουν Παοκολέ, από ένα του αυτί ο καθένας.

Ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε πως ο ίδιος ο Θεός που τον έφτιαξε το μετάνιωσε. Επειδή ακόμα κι ο Θεός παράγει σκουπίδια, όπως αυτός. Τοξικά απόβλητα. Έψαξε με αγωνία το πακέτο στον κόρφο του, άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Ευαίσθητος

Ευαίσθητος

Μια φορά είχαν βάλει τους βάζελους στη 10, στο Παλέ. Για τους νέους, όπως βλέπεις στην τηλεόραση απέ ...

Read more
Δεύτερο

Δεύτερο

Το σχέδιο ήταν οργα&nu ...

Read more
Γενέθλια

Γενέθλια

Τέτοια ώρα, πριν από 29 ακ& ...

Read more
Χυδαιότητα

Χυδαιότητα

Στον δικό μου ΠΑΟΚ δεν υπάρχουν επιστροφές και δεύτερες ευκαιρίες. Επέλεξες να με παρατήσεις, φορούσ ...

Read more
Γυναικόπαιδα

Γυναικόπαιδα

Έχουμε πολλά γυναικόπαιδα στην 7, αυτό είναι γεγονός. Γυναικόπαιδα στην κυριολεξία, δηλαδή, οικογένε ...

Read more
Αλέ

Αλέ

Πάντα οι επιλογές μ&omic ...

Read more
Σαλώμη

Σαλώμη

Στις 17 Οκτωβρίου 2007 &omicr ...

Read more
Ψυχοπαθής

Ψυχοπαθής

Από το πρώτο βράδυ πο&upsi ...

Read more
Έτοιμοι

Έτοιμοι

26 Απριλίου 2014. Η πρώτη φο ...

Read more
0022

0022

Όποτε τον άκουγα να ...

Read more
Χημικά

Χημικά

Η αλόγιστη χρήση χημικών είναι γνωστή, ως φράση, στον μέσο οπαδό του ΠΑΟΚ. Ενδεχομένως και άλλων ομά ...

Read more
Δημόπουλος

Δημόπουλος

Ο Χρήστος Δημόπουλ&o ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.