Ανάσα

Ανάσα

Πρώτη φορά πήγα στο...

Μαυρίδης

Μαυρίδης

Οι μόνοι που...

Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια...

  • Ανάσα

    Ανάσα

    Saturday, 21 October 2017 22:59
  • Μαυρίδης

    Μαυρίδης

    Saturday, 21 October 2017 12:40
  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01
  • Φως

    Φως

    Thursday, 05 October 2017 15:03

85245Θα είναι τώρα πενηντάρης. Κουρασμένο κορμί από τους εκατομμύρια τόνους εμπορευμάτων που έχει κουβαλήσει στις γδαρμένες πλάτες, γυρνάει στα γνωστά στέκια για κάνα μεροκάματο γλείφοντας τα τσιράκια των Κινέζων ή ψιλικατζής στη διασταύρωση δεκαέξι ώρες τη μέρα ή μηχανικός στο σκουριασμένο καλύβι της παλιάς του γειτονιάς με τα νύχια μόνιμα μαύρα.

Η κορούλα καλότυχη, βρήκε δουλειά σερβιτόρα στην Ακτή, ο γιος το καμάρι του, γύρισε προχθές από το εξωτερικό για ξεκούραση από τις σπουδές -ο πρώτος επιστήμονας της οικογένειας. Το πρωί πρόσεξε πως η κυρά είχε αλλάξει χτένισμα στο κομμωτήριο και της το είπε, την είδε να χαμογελάει μετά από καιρό.

Έφυγε νωρίς από το σπίτι. Δεν έφαγε πρωινό. Δεν είχε όρεξη. Δεν είχε κλείσει μάτι. Είκοσι έξι χρόνια εφιάλτες, είκοσι έξι χρόνια ιδρώτας, είκοσι έξι χρόνια τυράννια. Αλλά κάθε που ξημερώνει 10 Απρίλη ματώνει το στομάχι του. Φεύγει στο λιμάνι, κάθεται δίπλα στους γερανούς για να μην ακούει τις σκέψεις του, τις κραυγές στο μυαλό του, τη χορωδία της συνείδησης που είχε φιμώσει εκείνα τα ξημερώματα για να καταφέρει να πετάξει τη μολότοφ. Φονιά. Τέρας. Σκουπίδι. Σκάστε! Φονιά. Υπάνθρωπε. Ντροπή. Αφήστε με ήσυχο! Φονιά. Ξεφτιλισμένε. Απόβλητο. Βουλώστε το! Φονιά. Φονιά. Φονιά.

Το κύμα σκάει στο τσιμέντο και τον τρομάζει. Προσπαθεί να σκεφτεί την ομορφιά που έβγαλε το σπέρμα του, να φέρει το πρόσωπό της στη μνήμη, μπαμπά, φονιά, φονιά, φονιά, ψάχνει τον γιο του, τον καθρέφτη του με τα ήρεμα μάτια αλλά κι αυτός έχει φλόγες στις κόγχες και του φωνάζει κουνώντας το δάχτυλο, πατέρα, φονιά, φονιά, φονιά, ύστερα περνάει ένα αυτοκίνητο, μπαίνουν στο πίσω κάθισμα και καίγονται ζωντανοί. Τους βλέπει να λιώνουν, να γίνονται στάχτη, να ξεψυχάνε ψιθυρίζοντας πατέρα, φονιά.

Ξυπνάει ιδρωμένος. Τα καράβια κάνουν μανούβρες, η πόλη έχει ξυπνήσει. Ανάβει τσιγάρο. Στην πρώτη τζούρα γεμίζει τη θάλασσα με υγρά από τα σάπια πνευμόνια του. Έξι μήνες ζωής, είπε ο γιατρός. Ρούφηξε δυνατά, πνίγηκε από το βήχα, γέμισε δάκρυα. Άρχισε να χτυπάει το κεφάλι με τις γροθιές του. Πήρε το τσιγάρο από το στόμα και το κράτησε στη χούφτα. Το κάψιμο τον επανέφερε. Άναψε κι άλλο. Ο ορίζοντας καθαρός, το αεράκι τον πάγωνε και μαζεύτηκε πιο χαμηλά στην προβλήτα. Έκαιγαν όλα μέσα του.

Έξι μήνες ζωής. Θα είναι η τελευταία 10η Απρίλη του. Σε λίγο καιρό θα πάψουν οι φωνές στο μυαλό, θα σταματήσουν οι κατάρες της τύψης, θα το βουλώσουν οι ψίθυροι των εφιαλτών του. Θα μπορέσει να κοιμηθεί, επιτέλους, μετά από είκοσι έξι χρόνια λευκού σκοταδιού. Έσκασε το πρώτο αληθινό του χαμόγελο μετά από χρόνια. Λίγο ακόμα. Οι μετρημένες του μέρες τελειώνουν. Σύντομα ο εφιάλτης του που λέγεται ζωή θα τον άφηνε ήσυχο. Θα γινόταν μηδέν, θα γινόταν χώμα, λίπασμα, σκουλήκι, θα ξαλάφρωνε από την ασήκωτη ασημαντότητα της ύπαρξής του από τη νύχτα που πέρασε απέναντι και καταδικάστηκε από μόνος του στην πιο μεγάλη τιμωρία: Να μην μπορεί να περάσει ούτε μέρα της ζωής του χωρίς να ακούει τα γελαστά πρόσωπα του Κώστα και του Εύθυμη να του φωνάζουν Παοκολέ, από ένα του αυτί ο καθένας.

Ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε πως ο ίδιος ο Θεός που τον έφτιαξε το μετάνιωσε. Επειδή ακόμα κι ο Θεός παράγει σκουπίδια, όπως αυτός. Τοξικά απόβλητα. Έψαξε με αγωνία το πακέτο στον κόρφο του, άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Εννιά

Εννιά

ΠΑΟΚ-Απόλλων Αθήνα&sigma ...

Read more
Πρεμιέρες

Πρεμιέρες

Χαριλάου, 21 Αυγούστ ...

Read more
Πλάνο

Πλάνο

Επιτέλους, μίλησε κάποιος επίσημα για τον φετινό ΠΑΟΚ και μας ξεστράβωσε. Και όχι οποιοσδήποτε, μίλη ...

Read more
Τερματοφύλακας

Τερματοφύλακας

Η προσωπική μου κορυφαία στιγμή για το 2015 δε θα μπορούσε να είναι άλλη από τη μέρα που πάτησα το χ ...

Read more
Δολοφόνοι

Δολοφόνοι

Παραστρατιωτική ορ& ...

Read more
Καστοριά

Καστοριά

Δεν υπάρχει πιο εκδικητικός Παοκτσής από τον ΤΣ. Ο άνθρωπος είναι να τον φοβάσαι, άμα τον είχαμε βασ ...

Read more
Αναφορά

Αναφορά

«Ο Λαός του ΠΑΟΚ &alpha ...

Read more
0010

0010

Από το ξύλο στα σκο&upsil ...

Read more
Απελπισία

Απελπισία

Ψάχνω ένα πράμα να πιαστώ και δε βρίσκω. Νομίζω πως αν δε σε πιάνει απελπισία με τη σημερινή κατάστα ...

Read more
Πετάω

Πετάω

Κάθε 12η Αυγούστου, &e ...

Read more
Αόρατοι

Αόρατοι

Δηλώνω δημοσίως πως εγώ δε σας τα ‘λεγα εδώ και καιρό. Αλήθεια. Δεν είμαι ο τεράστιος ποδοσφαιράνθρω ...

Read more
Παππούλης

Παππούλης

Καλά που έχω μάρτυρες, γιατί κανένας δε θα με πιστέψει. Στο δρόμο για Καβάλα, το ’97, ήταν μαζί μας ...

Read more

Θανασάκης

logo