Ψυχολογικά

Ψυχολογικά

Την τελευταία...

Ψείρισμα

Ψείρισμα

Οι περισσότεροι...

Στήσιμο

Στήσιμο

Έμπαινα για πρώτη φορά...

Ανεπίσημα

Ανεπίσημα

Μπορεί να...

Πεδίον

Πεδίον

Γενικώς, δεν...

Στέλλα

Στέλλα

- Καλησπέρα, πού πάμε;-...

Θυμήθηκα

Θυμήθηκα

- Ισοβίτη, αύριο...

Specialized

- Mr. Agent, you missed me?- Oh, God, how is this possible?- Impossible is nothing, like that spot...

ΟΑΚΑ

ΟΑΚΑ

Στριμωγμένος μέσα...

Σουβλάκια

Σουβλάκια

Με το πρώτο της...

Χούνγκερμπιλερ

Χούνγκερμπιλερ

Για δεύτερη φορά...

Αντισυναδελφικό

Αντισυναδελφικό

- Καλησπέρα, Ανώνυμε...

  • Ψυχολογικά

    Ψυχολογικά

    Thursday, 24 May 2018 15:45
  • Ψείρισμα

    Ψείρισμα

    Wednesday, 23 May 2018 22:10
  • Στήσιμο

    Στήσιμο

    Wednesday, 23 May 2018 13:18
  • Ανεπίσημα

    Ανεπίσημα

    Saturday, 19 May 2018 12:05
  • Πεδίον

    Πεδίον

    Friday, 18 May 2018 03:16
  • Στέλλα

    Στέλλα

    Thursday, 17 May 2018 11:07
  • Θυμήθηκα

    Θυμήθηκα

    Wednesday, 16 May 2018 18:05
  • Specialized

    Wednesday, 16 May 2018 13:40
  • ΟΑΚΑ

    ΟΑΚΑ

    Monday, 14 May 2018 19:26
  • Σουβλάκια

    Σουβλάκια

    Thursday, 10 May 2018 19:47
  • Χούνγκερμπιλερ

    Χούνγκερμπιλερ

    Thursday, 10 May 2018 13:56
  • Αντισυναδελφικό

    Αντισυναδελφικό

    Wednesday, 09 May 2018 21:02

85245Θα είναι τώρα πενηντάρης. Κουρασμένο κορμί από τους εκατομμύρια τόνους εμπορευμάτων που έχει κουβαλήσει στις γδαρμένες πλάτες, γυρνάει στα γνωστά στέκια για κάνα μεροκάματο γλείφοντας τα τσιράκια των Κινέζων ή ψιλικατζής στη διασταύρωση δεκαέξι ώρες τη μέρα ή μηχανικός στο σκουριασμένο καλύβι της παλιάς του γειτονιάς με τα νύχια μόνιμα μαύρα.

Η κορούλα καλότυχη, βρήκε δουλειά σερβιτόρα στην Ακτή, ο γιος το καμάρι του, γύρισε προχθές από το εξωτερικό για ξεκούραση από τις σπουδές -ο πρώτος επιστήμονας της οικογένειας. Το πρωί πρόσεξε πως η κυρά είχε αλλάξει χτένισμα στο κομμωτήριο και της το είπε, την είδε να χαμογελάει μετά από καιρό.

Έφυγε νωρίς από το σπίτι. Δεν έφαγε πρωινό. Δεν είχε όρεξη. Δεν είχε κλείσει μάτι. Είκοσι έξι χρόνια εφιάλτες, είκοσι έξι χρόνια ιδρώτας, είκοσι έξι χρόνια τυράννια. Αλλά κάθε που ξημερώνει 10 Απρίλη ματώνει το στομάχι του. Φεύγει στο λιμάνι, κάθεται δίπλα στους γερανούς για να μην ακούει τις σκέψεις του, τις κραυγές στο μυαλό του, τη χορωδία της συνείδησης που είχε φιμώσει εκείνα τα ξημερώματα για να καταφέρει να πετάξει τη μολότοφ. Φονιά. Τέρας. Σκουπίδι. Σκάστε! Φονιά. Υπάνθρωπε. Ντροπή. Αφήστε με ήσυχο! Φονιά. Ξεφτιλισμένε. Απόβλητο. Βουλώστε το! Φονιά. Φονιά. Φονιά.

Το κύμα σκάει στο τσιμέντο και τον τρομάζει. Προσπαθεί να σκεφτεί την ομορφιά που έβγαλε το σπέρμα του, να φέρει το πρόσωπό της στη μνήμη, μπαμπά, φονιά, φονιά, φονιά, ψάχνει τον γιο του, τον καθρέφτη του με τα ήρεμα μάτια αλλά κι αυτός έχει φλόγες στις κόγχες και του φωνάζει κουνώντας το δάχτυλο, πατέρα, φονιά, φονιά, φονιά, ύστερα περνάει ένα αυτοκίνητο, μπαίνουν στο πίσω κάθισμα και καίγονται ζωντανοί. Τους βλέπει να λιώνουν, να γίνονται στάχτη, να ξεψυχάνε ψιθυρίζοντας πατέρα, φονιά.

Ξυπνάει ιδρωμένος. Τα καράβια κάνουν μανούβρες, η πόλη έχει ξυπνήσει. Ανάβει τσιγάρο. Στην πρώτη τζούρα γεμίζει τη θάλασσα με υγρά από τα σάπια πνευμόνια του. Έξι μήνες ζωής, είπε ο γιατρός. Ρούφηξε δυνατά, πνίγηκε από το βήχα, γέμισε δάκρυα. Άρχισε να χτυπάει το κεφάλι με τις γροθιές του. Πήρε το τσιγάρο από το στόμα και το κράτησε στη χούφτα. Το κάψιμο τον επανέφερε. Άναψε κι άλλο. Ο ορίζοντας καθαρός, το αεράκι τον πάγωνε και μαζεύτηκε πιο χαμηλά στην προβλήτα. Έκαιγαν όλα μέσα του.

Έξι μήνες ζωής. Θα είναι η τελευταία 10η Απρίλη του. Σε λίγο καιρό θα πάψουν οι φωνές στο μυαλό, θα σταματήσουν οι κατάρες της τύψης, θα το βουλώσουν οι ψίθυροι των εφιαλτών του. Θα μπορέσει να κοιμηθεί, επιτέλους, μετά από είκοσι έξι χρόνια λευκού σκοταδιού. Έσκασε το πρώτο αληθινό του χαμόγελο μετά από χρόνια. Λίγο ακόμα. Οι μετρημένες του μέρες τελειώνουν. Σύντομα ο εφιάλτης του που λέγεται ζωή θα τον άφηνε ήσυχο. Θα γινόταν μηδέν, θα γινόταν χώμα, λίπασμα, σκουλήκι, θα ξαλάφρωνε από την ασήκωτη ασημαντότητα της ύπαρξής του από τη νύχτα που πέρασε απέναντι και καταδικάστηκε από μόνος του στην πιο μεγάλη τιμωρία: Να μην μπορεί να περάσει ούτε μέρα της ζωής του χωρίς να ακούει τα γελαστά πρόσωπα του Κώστα και του Εύθυμη να του φωνάζουν Παοκολέ, από ένα του αυτί ο καθένας.

Ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε πως ο ίδιος ο Θεός που τον έφτιαξε το μετάνιωσε. Επειδή ακόμα κι ο Θεός παράγει σκουπίδια, όπως αυτός. Τοξικά απόβλητα. Έψαξε με αγωνία το πακέτο στον κόρφο του, άναψε κι άλλο τσιγάρο.

Προκήρυξη

Προκήρυξη

Το Πρωτάθλημα Super League δι&epsi ...

Read more
Ρόλφι

Ρόλφι

Επειδή χρέος μας είναι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας σε κάθε ευκαιρία, θεωρώ πως έφτασε η ώρ ...

Read more
Πλάνο

Πλάνο

Επιτέλους, μίλησε κάποιος επίσημα για τον φετινό ΠΑΟΚ και μας ξεστράβωσε. Και όχι οποιοσδήποτε, μίλη ...

Read more
Παστέλι

Παστέλι

Πάντα με γοήτευε η προέλευση των φράσεων που λέμε στην καθημερινότητα. Μια ζωή την ψάχνω όταν ακούω ...

Read more
Ανκόρ

Ανκόρ

Θα ‘χε περάσει κάνα μισάωρο από τη λήξη. Χτύπησε το κινητό, ρε σεις, ακόμα μέσα είστε, τι κάνετε τόσ ...

Read more
Γαλήνη

Γαλήνη

Κάθε τόσο πετάγετα&iota ...

Read more
Λάιβ

Λάιβ

• Παρακολουθήστ&epsilon ...

Read more
Απόλαυση

Απόλαυση

Πόσο εκνευριστικό είναι να σε σπρώχνει μία, δύο, τρεις φορές ο Σοφοκλής, να σε στριμώχνει κάτω από τ ...

Read more
Καρναβάλια

Καρναβάλια

Φεβρουάριος 2004 και μία παρέα αποτελούμενη από δύο ατρόμητους Παοκτσήδες ξεκινά το ταξίδι με το αυτ ...

Read more
Εναλλακτικές

Εναλλακτικές

Αποφάσισα να σταματήσω να στέλνω επιστολές στην ΠΑΕ, πιο πολύ επειδή πηγές μου μέσα στην ΠΑΕ μου είπ ...

Read more
0025

0025

Η ομάδα ποδοσφαίρο&u ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.