Ενισχυτές

Ενισχυτές

Με κάθε αντίπαλο...

Ανάσα

Ανάσα

Πρώτη φορά πήγα στο...

Μαυρίδης

Μαυρίδης

Οι μόνοι που...

Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

  • Ενισχυτές

    Ενισχυτές

    Monday, 23 October 2017 23:18
  • Ανάσα

    Ανάσα

    Saturday, 21 October 2017 22:59
  • Μαυρίδης

    Μαυρίδης

    Saturday, 21 October 2017 12:40
  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01

spiaggia

Τελικά ο Ρόμπερτ είχε αποδειχθεί εντελώς ηλίθιος. Δε θα προλάβαινα, μου 'χε πει, ούτε δυο τρεις μπουνιές να ρίξω. Θα με καθάριζαν σ' ένα λεπτό. Σ' ένα λεπτάκι. Έτσι απλά.

Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, Ρόμπερτ. Μπορεί εσύ να ήξερες να χειρίζεσαι καλύτερα τις γροθιές σου, αλλά, απερίσκεπτε φίλε μου, σ' αυτές τις περιπτώσεις μετράει το μυαλό. Και απ' αυτό είχαμε μπόλικο. Όσο για τις αποδείξεις, χα, μέτρα τα πτώματα.

Αν ήμουν τυχερός, είχε πει, μπορεί και να κατάφερνα να καθαρίσω τον ψηλό τον Έντι και την ηλίθια γκόμενά του, την Τζίνα. Μονάχα αν ήμουν τυχερός και μου ορμούσαν πρώτα αυτοί οι δύο. Γιατί, αν ερχόταν στην αρχή να παλέψει μαζί μου ο χοντρο-Μπομπ ή ο Τόμας ο Γερμαναράς, δε χρειαζόταν παρά να κάνω την προσευχή μου και ν' αρχίσω να τρέχω. Είχα, είπε, μια ελπίδα να σκοντάψουν ενώ με κυνηγούν και να βρω την ευκαιρία να κάνω κάτι. Ο Ρόμπερτ πίστευε πως τους Μπομπ και Τόμας μπορούσα να τους δείρω μόνο ξαπλωμένους. Και γελούσε όταν το 'λεγε.

Δεν μπορώ να πω ότι δε φοβόμουνα. Με τον Ρόμπερτ είχαμε μεγαλώσει μαζί από τη γέννα μας κι ήμουνα σίγουρος πως για να μου λέει αυτός που με ήξερε τόσο καλά πως δε θα τα κατάφερνα, οι ελπίδες μου δεν ήταν και τόσες πολλές. Το είχα πάρει απόφαση, όμως -τίποτα δε με σταματούσε.

Ο Ρομπέρτο Μαλατέστα ήταν κατά τέσσερις ημέρες μικρότερός μου. Η μητέρα μου μας έλεγε πως άκουγε τη μάνα του να ουρλιάζει στο μαιευτήριο κρατώντας με στην αγκαλιά της. Ο Ρόμπερτ της είχε βγάλει την Παναγία, καθώς δεν αποφάσιζε να γεννηθεί για είκοσι τέσσερις ολόκληρες ώρες. Από τότε, πριν ακόμα γεννηθεί, το κωλόπαιδο, είχε αρχίσει να βασανίζει τους ανθρώπους. Μόνο εγώ ήμουν η εξαίρεση στον κανόνα του να πληγώνει όλους όσοι αποτελούσαν το στενό κύκλο γύρω του.

Και δε θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Τα σπίτια μας είχαν κοινή αυλή, πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο, οι δικοί μας ήταν αχώριστοι φίλοι -κάθε βράδυ, σχεδόν, μαζεύονταν κι έπαιζαν χαρτιά, άντρες εναντίον γυναικών. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εμείς υποστηρίζαμε πάντα τις μαμάδες μας. Έτσι, ακόμα κι αν δεν το θέλαμε, τα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής μας μάς έδεναν ασφυκτικά και μας ένωναν τόσο, όσο δεν έμελλε τίποτα να μας ενώσει από τη μέρα που ο πατέρας μου μας ανακοίνωσε πως μετακομίζουμε για πάντα στην πόλη.

Ήταν το καλοκαίρι που κλείναμε τα έντεκα. Εγώ συνήθιζα να πηγαίνω από το πρωί στη θάλασσα -ήταν, άλλωστε, μόλις δέκα είκοσι μέτρα από την αυλή μας- και να κολυμπάω για ώρες μέχρι το απόγευμα. Ο Ρόμπερτ και η υπόλοιπη παρέα της γειτονιάς προτιμούσαν να πηγαίνουν στην πλατεία του χωριού και να παίζουν μπουνιές. Το απομεσήμερο, έρχονταν στην παραλία και μου εξιστορούσαν τα κατορθώματά τους. Πόσο ξύλο είχαν φάει ή είχαν δώσει και τέτοια. Πάνω απ' όλα, όμως, δε σταματούσαν την προσπάθεια να με πείσουν να τους ακολουθήσω την επόμενη μέρα κι εγώ.

Δεν ήταν, βέβαια, όλοι τους πολεμοχαρείς κι εγώ ο μοναδικός φιλήσυχος. Απλά, όλοι οι υπόλοιποι ήταν μικρότεροι κι έτρεμαν τον Ρόμπερτ, τον αρχηγό της γειτονιάς, ενώ σε μένα δεν μπορούσε να επιβληθεί και να με αναγκάσει να κάνω κάτι που δε μου άρεσε. Αρκούνταν μόνο σε παρακάλια και προκλήσεις, αποκαλώντας με «φλώρο» και «μαμμόθρεφτο».

Η μητέρα μου έλεγε πως ήμασταν τόσο διαφορετικοί επειδή είχαμε διαφορετικό ζώδιο. Ο Ρόμπερτ, με την επιμονή του να μη γεννηθεί τη μέρα που τον περίμεναν, είχε καταφέρει να έρθει στον κόσμο μεσάνυχτα και κάτι της 22ας Ιουνίου του εβδομήντα εφτά. Ήταν δηλαδή Καρκίνος, ενώ εγώ Δίδυμος. Πάντα σύμφωνα μ' αυτά που έλεγε η μάνα μου, αυτός ήταν ο δυναμικός κι εγώ ο έξυπνος.

Αν και δεν πιστεύω στα ζώδια και γενικά σ' αυτές τις μπούρδες, οφείλω να παραδεχτώ πως -εν μέρει- είχε δίκιο. Ήμουν πράγματι ο έξυπνος της παρέας. Οι υπόλοιποι, βέβαια, μιμούμενοι τον Ρόμπερτ, με φώναζαν με διάφορα υποτιμητικά -κατά τη γνώμη τους- παρατσούκλια, τα οποία όμως δε με πείραζαν ιδιαίτερα. Προτιμούσα τη θάλασσα και το ποδόσφαιρο παρά να παίζω ξύλο κάθε μέρα όπως αυτοί κι αν κάποιος που δεν τρελαίνεται να παίζει μπουνιές από το πρωί ως το βράδυ λέγεται φλώρος, τότε, εντάξει, ήμουνα φλώρος.

Με βάση τα λόγια του Ρόμπερτ, είχα σταθεί τυχερός. Ο Έντι ήταν ο πρώτος που ήρθε να τα βάλει μαζί μου. Στην αρχή τα 'χασα, αλλά η στρατηγική που ετοίμαζα εδώ και μέρες έφερε τελικά αποτέλεσμα. Τον άφησα να μου ρίξει δυο-τρεις αναγνωριστικές μπουνιές και άρχισα να τον κλωτσάω χαμηλά. Είχα σκεφτεί πως το αδύνατο σημείο ενός ψηλού ανθρώπου θα ήταν το στομάχι του. Ο Έντι διπλώθηκε κι έπεσε στο χώμα. Η παρέα φώναζε, χειροκροτώντας ρυθμικά, τ' όνομά μου.

Ήταν η πρώτη φορά που γινόμουν το επίκεντρο της μικρής αυτής συμμορίας χωρίς να παίζω ποδόσφαιρο. Μπορεί να ακούγεται παράξενο, αλλά ήμουν ο καλύτερος παίκτης της ομάδας της Παραλίας, της ομάδας, δηλαδή, που αποτελούσαν τα παιδιά που τα σπίτια τους βρίσκονταν κατά μήκος της στενής ακτής του χωριού. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τη μεγάλη μου ικανότητα στο ποδόσφαιρο. Ήταν αλήθεια πως σε τίποτε άλλο δεν τα κατάφερνα τόσο καλά.

Κανείς, βέβαια, δεν ήξερε πως όσο αυτοί έπαιζαν μπουνιές, εγώ τα πρωινά πριν πάω στη θάλασσα καθόμουν στο σπίτι και μελετούσα τη σειρά «Το Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο» στο βίντεο. Ο πατέρας μου την είχε αγοράσει εκεί κάπου στο Μουντιάλ του '86, για να μαθαίνω -μου 'χε πει- και για μερικά πράγματα έξω από τα βιβλία και τα μαθήματα. Από τη μια ήταν περήφανος που στο σχολείο ήμουν ο καλύτερος μαθητής, αλλά ήξερα πως, για να τον κάνω να μπορεί να κοκορεύεται για το γιο του στους φίλους του, θα έπρεπε να είμαι και ο καλύτερος στο γήπεδο.

Έτσι, καθόμουν με τις ώρες κι αντέγραφα κινήσεις και κόλπα από τις βιντεοκασέτες. Τις σημείωνα σ' ένα μεγάλο τετράδιο («Εισαγωγή Στην Ποδοσφαιριστική Επιστήμη, Μέρος Χ» το είχα ονομάσει -είχα αλλάξει ελαφρώς τον τίτλο ενός βιβλίου του ξαδέρφου μου που σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο: «Εισαγωγή Στην Οικονομική Επιστήμη, Μέρος Α» λεγόταν -το «Μέρος Χ» το έβαλα για να έχει και λίγο μυστήριο) και προσπαθούσα να τις κάνω πρακτική κρυφά από τους άλλους στην ταράτσα του σπιτιού μας. Κάθε πέντε λεπτά έπρεπε να κατεβαίνω για να μαζεύω την μπάλα, αλλά κι αυτό ήταν μέρος του κόλπου. Είχα διαβάσει πως το ανεβοκατέβασμα της σκάλας ήταν ένας πολύ καλός τρόπος για να γυμνάζομαι.

Με αυτό τον τρόπο είχα καταφέρει να γίνω ο καλύτερος παίκτης της ομάδας μας κι ο πατέρας μου καμάρωνε κάθε φορά που με παρακολουθούσε να παίζω. Δεν ήμουν σίγουρος, όμως, πως θα ένιωθε πολύ περήφανος αν έβλεπε το γιο του να παίζει μπουνιές και μάλιστα με μια γυναίκα, όπως η Τζίνα που μου επιτέθηκε για να εκδικηθεί τον ξυλοδαρμό του Έντι. Μου είχε φανεί πάρα πολύ αστείο που έβλεπα μια γυναίκα τόσο πωρωμένη με το ξύλο. Στην αρχή τη λυπήθηκα, αλλά μόλις θυμήθηκα τα λόγια των φίλων μου σοβαρεύτηκα αμέσως. Μου είχαν τονίσει να μην υποκύψω στα γλυκά, κοριτσίστικα χαρακτηριστικά της. Η Τζίνα διέθετε ένα άκρως αντρικό και οδυνηρό, για όποιον έπεφτε πάνω του, αριστερό χέρι. Ο Ρόμπερτ με είχε πληροφορήσει πως δεν ήταν λίγες οι φορές που τις είχε αρπάξει απ' αυτήν για τα καλά. Απορούσα με το κουράγιο της.

Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τα γέλια μου παρακολουθώντας την να πηδάει από τη μια μεριά στην άλλη με προφανή σκοπό να με ζαλίσει και να με αιφνιδιάσει. Ακόμα κι αυτό το είχα προβλέψει. Άρχισα να τρέχω κι εγώ και να πηδάω από 'δώ κι από 'κεί. Ο Ρόμπερτ φώναζε κι επιδοκίμαζε, οι υπόλοιποι τα είχαν χάσει με την εξυπνάδα και την πρωτοτυπία μου. Απότομα, τη στιγμή ακριβώς που η Τζίνα με είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής, της άρπαξα το αριστερό πόδι και την πέταξα κάτω. Της έπιασα το κεφάλι κι άρχισα να τη χτυπάω.

Αυτό που μ' έκανε να νιώσω υπερήφανος για τις αρχές που είχα επιβάλει στον εαυτό μου ήταν το ότι κατάφερα να μην υποκύψω στις παραινέσεις της παρέας που εν χορώ με προέτρεπε να της πιάσω τον κώλο και -αυτό το φώναζε ο Ρόμπερτ- να της κατεβάσω το σορτσάκι για να δουν αν φοράει τίποτε από κάτω. Θεώρησα πως έτσι θα παράβαινα τους κανόνες του παιχνιδιού και την άφησα αναίσθητη χωρίς να τη χτυπήσω παραπάνω απ' όσο χρειαζόταν. Προχώρησα λίγο για να δώσω στους υπόλοιπους απέναντι να καταλάβουν πως ήμουν έτοιμος για τη συνέχεια.

Ο Λι κάτι είπε στους άλλους δυο και στράφηκε προς το μέρος μου. Ήταν φανερό πως ο Μπομπ κι ο Τόμας περίμεναν να κουραστώ και να με κάνουν λιώμα τελευταίοι. Το χέρι του Ρόμπερτ μου έσφιξε τον ώμο και ο φίλος μου ψιθύρισε: «Καλά τα πας ρε, κουράγιο». Κούνησα πάνω κάτω τα μπράτσα και τους ήδη πιασμένους απ' τις μπουνιές ώμους μου κι έφτιαξα τα ιδρωμένα μαλλιά για να βλέπω καλύτερα.

Τα πιτσιρίκια σ' έναν κύκλο τριγύρω μου χειροκροτούσαν κι έστελναν χειρονομίες στους εναπομείναντες αντιπάλους. Ήταν τέτοιο το μίσος τους για τους πέντε παλικαράδες που τους είχαν γίνει εφιάλτης εκείνο το καλοκαίρι, ώστε τους ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν. Έμοιαζε με λύτρωση η διαφαινόμενη πανωλεθρία αυτής της βρωμοπαρέας. Και, μάλιστα, όταν την εκδίκησή τους την έπαιρναν τόσο ανέλπιστα, μέσω αυτού που ποτέ δε θα περίμεναν να τα καταφέρει καλύτερα απ' όλους τους, καλύτερα ακόμα κι απ’ τον ίδιο τον Ρόμπερτ, το πιο πεισματάρικο και χαρισματικό στο ξύλο παιδί όλου του χωριού. Και συνέχιζαν να μου κάνουν κερκίδα, φωνάζοντας με ρυθμό: «Μα-ρα-ντό-νι», «Μα-ρα-ντό-νι».

Το «Μαραντόνι» ήταν το αγαπημένο μου παρατσούκλι. Είχα βάλει κάποτε το νικητήριο γκολ ενός αγώνα με το χέρι. Το δύσκολο, βέβαια, ήταν να πείσω τους αντιπάλους πως το γκολ ήταν κανονικό. Χρησιμοποιώντας όμως για μια ακόμη φορά τη μεγάλη εξυπνάδα μου το κατάφερα. Προσκάλεσα τον αρχηγό τους, τον Πέπε, στο σπίτι μου για να του δείξω στο βίντεο το γκολ με το χέρι που είχε βάλει ο Μαραντόνα, στον αγώνα με την Αγγλία το '86. Ο Πέπε κουνούσε το κεφάλι του σαστισμένος και, βλέποντας και ξαναβλέποντας τον Ντιέγκο να στέλνει την μπάλα στα δίχτυα καθαρά με το χέρι και τον διαιτητή να το μετράει, δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει πως εγώ κι ο Ρόμπι είχαμε δίκιο (ο Ρόμπερτ το είχε προχωρήσει πιο πολύ: έλεγε πως ο ξάδερφός του που έπαιζε σε επαγγελματική ομάδα στο ιταλικό πρωτάθλημα είχε βάλει αμέτρητα γκολ μ' αυτό τον τρόπο και είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ). Έτσι, το παιχνίδι κατακυρώθηκε υπέρ μας. Τα παιδιά της ομάδας συνδύασαν το όνομά μου -Τόνι- με το «Μαραντόνα» κι από τότε με φώναζαν «Μαραντόνι» -εκτός των άλλων περί της υποτιθέμενης δειλίας μου, εννοείται.

Όλα αυτά είχαν βέβαια και κάποιες σχετικές παρενέργειες. Τα γκολ με το χέρι έμπαιναν σωρηδόν και πολλές φορές έκριναν παιχνίδια. Οι μπαμπάδες μας ωρύονταν από την εξέδρα παρακολουθώντας τους αγώνες, αδυνατώντας να καταλάβουν το μυστικό κανονισμό που είχαμε δημιουργήσει μεταξύ μας. Μερικές φορές, μάλιστα, υποστήριζαν τους αντιπάλους, διαμαρτυρόμενοι για την -όπως πίστευαν- απατεωνιά μας.

Ο βρωμοκινέζος στεκόταν απέναντί μου κι έσκιζε τον αέρα με απότομες, απειλητικές κινήσεις. Τα παιδιά τον αποκαλούσαν «Μπρους Λι», αφού το στιλ του παρέπεμπε στις ταινίες καράτε με τις οποίες είχαμε μεγαλώσει. Το χαρακτηριστικό όνομά του και, πολύ περισσότερο, τα σκιστά του μάτια, κραυγαλέα πρόδιναν πως ακόμα και η ταυτότητά του ήταν πλαστή. Την είχαμε δει όλοι, το έγραφε καθαρά πως η καταγωγή του ήταν αμερικάνικη. Προφανώς νόμιζε πως θα μας κορόιδευε επειδή μιλούσε αγγλικά. Κανείς μας δεν τον πίστευε.

Ο κοντούλης Κινέζος αποδείχθηκε κι αυτός εύκολο θύμα. Άλλωστε, δεν είχε χρειαστεί να προετοιμαστώ ιδιαίτερα για την πάρτη του. Απλά, είχα κάνει μια επανάληψη το προηγούμενο βράδυ παρακολουθώντας στο βίντεο δύο ταινίες του αυθεντικού Μπρους Λι και είχα ξεσηκώσει τις φιγούρες του από τις σκηνές όπου αντιμετώπιζε κοντούς αντιπάλους -σχεδόν όλοι κοντοί ήταν, βέβαια κι αυτό με είχε μπερδέψει λίγο. Θα θυμάμαι για πάντα την τελευταία μπουνιά που του είχα δώσει, με το αίμα να πετάγεται από τα ρουθούνια και να του κοκκινίζει τα ρούχα. Ο Τόμας έβγαζε καπνούς απ' το στόμα. Δε μ' άφησε ούτε ανάσα να πάρω κι όρμησε κατά πάνω μου με το κεφάλι, σαν ανθρώπινος πολιορκητικός κριός.

Απότομα τα πανηγύρια διακόπηκαν. Η παρέα μου φώναξε να προσέξω τον αφηνιασμένο Γερμαναρά που ερχόταν με φόρα και με στόχο το στομάχι μου. Δεν πρόλαβα να γυρίσω το κεφάλι. Σωριάστηκα κάτω κι ο ξανθός -σε σύγκριση με το μπόι μου- γίγαντας έπεσε πάνω μου κι άρχισε να με χτυπάει με μανία στην πλάτη.

Το μέχρι πριν από λίγα μόλις δευτερόλεπτα ενθουσιασμένο και αλαλάζον κοινό μου βουβάθηκε. Μονάχα ο Ρόμπερτ, ο οποίος έβλεπε τα λόγια του -έστω και λίγο καθυστερημένα- να επαληθεύονται, βρήκε το κουράγιο και προσπάθησε να με βοηθήσει. «Βαρελάκια!», μου φώναξε. Δεν κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε. Όταν κάποιος βρίσκεται στη -μάλλον δυσάρεστη- θέση να είναι ξαπλωμένος μπρούμυτα μ' έναν άκρως τσαντισμένο Γερμαναρά από πάνω του, δεν έχει και τη μεγαλύτερη πνευματική διαύγεια που θα επιθυμούσε. «Βαρελάκια, βρε μαλάκα», ξαναφώναξε ο Ρόμπερτ και ήρθε προς το μέρος μου.

Του φώναξα να κάνει πίσω. Οι κανόνες ήταν κανόνες. Το είχαμε συμφωνήσει αντρίκεια πως η μάχη θα ήταν ένας εναντίον όλων. Και τώρα που η ζυγαριά σιγά σιγά έγερνε προς την πλευρά των άλλων, ο Ρόμπερτ τα ξεχνούσε όλα. Αναρωτήθηκα αν εκτός από μυαλό, ήμουν κι ο μόνος που διέθετε τιμιότητα σ' εκείνη την παρέα.

Ο πατέρας μου έλεγε πως όταν κάποιος έχει το δίκιο με το μέρος του δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Και τότε, πρέπει να τα βάζει με όλους, όσοι κι αν είναι αυτοί, όσο δυνατοί κι αν είναι, μέχρι να καταφέρει να το αποδείξει. Και πως, ακόμα κι αν φτάνει στο έσχατο σημείο και είναι έτοιμος να τα παρατήσει, να συνεχίζει και να μη φανεί δειλός ως το τέλος. Κι αυτό το «ως το τέλος» το τόνιζε, όπως τόνιζε και την τιμιότητα ως μέσο απαραίτητο για την επίτευξη κάθε σκοπού. Λίγο καιρό αργότερα, φρόντισε να αυτοαναιρεθεί και να γίνει η αιτία που άξαφνα, στα δώδεκά μου χρόνια, αναγκάστηκα να ξεκινήσω τη ζωή μου από την αρχή, διαγράφοντας υποχρεωτικά από τη μνήμη καθετί που εφαπτόταν με τη ζωή στο χωριό και την υπέροχη παιδική ηλικία που είχα περάσει εκεί. Πάντως, τα λόγια του εκείνη τη στιγμή στο μυαλό μου κατάφεραν να μ' εμποδίσουν από το να παραβώ τους κανόνες και να χάσω αυτήν τη μοναδική ευκαιρία να γίνω ήρωας στα μάτια των παιδιών και -ιδιαίτερα- του Ρόμπερτ.

Το βασικό ήταν πως είχα όλο το δίκιο με το μέρος μου. Αυτοί οι πέντε τύποι είχαν καταφέρει να στοιχειώσουν τα πρωινά των φίλων μου και να τους τρομοκρατήσουν. Κάθε μεσημέρι, την ώρα που με βρίσκανε στην παραλία και κάνανε τον ημερήσιο απολογισμό τους, έδιναν όρκο πως η επόμενη μέρα θα ήταν η μέρα της εκδίκησης. Και στήριζαν τις ελπίδες τους στον Ρόμπερτ, ο οποίος στο κάτω κάτω ήταν και ο βασικός υπεύθυνος για την περιπέτειά τους. Ήταν αυτός που την πρώτη φορά είχε αποδεχθεί την πρόκλησή τους και προσπάθησε να τους ξυλοφορτώσει. Κάθε φορά επέστρεφαν με τα μούτρα κατεβασμένα -περήφανοι, μεν, για την αξιοπρεπή προσπάθειά τους, αλλά ντροπιασμένοι που πάντα κάποιος από τους πέντε παλικαράδες κατάφερνε να τους κερδίσει, κάνοντάς τους τόπι στο ξύλο. Από τότε που είχαν κουβαληθεί στον τόπο μας εκείνο το καλοκαίρι, η ζωή της παρέας είχε καταντήσει θρίλερ σε συνέχειες. Με το γνωστό τέλος, βέβαια, όπου οι κακοί κερδίζουν για να δικαιολογείται το επόμενο επεισόδιο.

Τα απογεύματα ήταν αφιερωμένα αποκλειστικά στο ποδόσφαιρο. Όλα τα ξεχνούσαμε τότε -η μπάλα είχε τρομερά ευεργετικές ιδιότητες. Η ιδέα όμως πως το επόμενο πρωί θα με άφηναν πάλι μόνο μου και θα πήγαιναν στην πλατεία για να πλακωθούν με εξόργιζε. Κανείς δεν ευχαριστιέται το μπάνιο του αν δεν έχει πέντε-έξι φίλους για να παίζει πόλο ή ποδόσφαιρο στην άμμο και να κάνει κόντρες στα μακροβούτια ή στο κράτημα της αναπνοής στο νερό.

Τους έβαλα, λοιπόν, να μου ορκιστούν πως, αν κατάφερνα να μαυρίσω στο ξύλο έναν έναν και τους πέντε εφιάλτες τους, θα τα παρατούσαν και θα έρχονταν κάθε πρωί στην παραλία μαζί μου για όλο το καλοκαίρι. Για δύο-τρεις μέρες ξεκαρδίζονταν στα γέλια όποτε τους έλεγα πως θα τα καταφέρω. Όμως, το πρωί που, αντί να πάω για μπάνιο, εμφανίστηκα στο καθημερινό ραντεβού τους έξω από το μπακάλικο, αποφάσισαν να με πάρουν στα σοβαρά. Ο Ρόμπερτ μου έδωσε κάποιες συμβουλές στα γρήγορα, προσπάθησε να με πείσει πως δεν έχω ελπίδα να τα καταφέρω, αλλά πάνω απ' όλα με σιγούρεψε πως το θάρρος μου και μόνο τον έκανε να νιώθει περήφανος για τον κολλητό του.

Αν και ήταν σίγουρο πως το κατόρθωμά μου θα τον εξέθετε και θα με προωθούσε αυτόματα στην αρχηγία της παρέας, δε δίστασε στιγμή να με βοηθήσει. Τα «βαρελάκια» που μου φώναζε ήταν η απόδειξη.

Το μυαλό μου κατόρθωσε να βρει μια στιγμή αυτοσυγκέντρωσης, κάτω από τα συνεχή χτυπήματα του Τόμας και να αντιληφθεί πως ο Ρόμπερτ εννοούσε το παιχνίδι -το μοναδικό που ξέραμε και παίζαμε όταν θέλαμε να παραστήσουμε τους μεγάλους- στο τάβλι. Ενώναμε τα πούλια σε σχήμα βαρελιού, τα στήναμε αντίκρυ στις δύο πλευρές του ταμπλό και με δύναμη στέλναμε τα «βαρελάκια» να συγκρουστούν στο κέντρο. Μετά, προσπαθούσαμε με τη σειρά να πάρουμε τα πλακωμένα πούλια, ο καθένας τα δικά του, χωρίς να κουνήσουμε τα διπλανά. Μου φαίνεται τόσο γελοίο τώρα, αλλά για μας εκείνα τα χρόνια αποτελούσε μια πολύ σημαντική αιτία για να κοντραριζόμαστε. Ειδικά όταν οι πατεράδες μας προσποιούνταν πως τους ενδιαφέρει η μάχη μας κι έβαζαν στοιχήματα μεταξύ τους, η νίκη γινόταν αυτοσκοπός.

Βρήκα ένα δευτερόλεπτο ανάμεσα σε δύο χτυπήματα του Τόμας κι έκανα το «βαρελάκι», γλιστρώντας δεξιά και του ξέφυγα. Ο αχώνευτος Γερμανός δεν πρόλαβε να συγκρατήσει τη γροθιά του και χτύπησε το χέρι του στο χώμα. Χωρίς να χάσω στιγμή, σηκώθηκα και τον κλώτσησα στο κεφάλι. Τα υπόλοιπα ήταν εύκολα. Ο Μπομπ έσβησε το τσιγάρο του και, σφίγγοντας τα δόντια, με αγριοκοίταξε.

Έριξα κι εγώ μια κλεφτή ματιά πίσω. Ο Ρόμπερτ και οι υπόλοιποι (ούτε συγκρότημα να ήταν: Robert And The Rest) είχαν σιγήσει -η ηρεμία πριν την καταιγίδα. Έμοιαζε η όλη κατάσταση σα να ήμουν έτοιμος να χτυπήσω πέναλτι στο τελευταίο λεπτό κι όλο το γήπεδο να περιμένει να δει την μπάλα στα δίχτυα για να ξεσπάσει σε πανηγύρια. Η δύναμη του Ρόμπερτ, του Σέρτζιο, του Πάολο, του πιτσιρικά του Άντζελο, του Λούκα και του Νικόλο, όλης της μικρής παρέας που διψούσε τόσο πολύ για εκδίκηση, είχε μπολιαστεί με τη δική μου. Ο χοντρός ήταν το τελευταίο εμπόδιο πριν τη λύτρωση.

Τα ονόματά μας τα είχαμε σκαρφιστεί μια μέρα που ο διευθυντής στο σχολείο είχε αποκαλέσει τον Ρόμπερτ «βρωμοϊταλό». Είχε δέσει ο αθεόφοβος τα μαλλιά της κόρης του διευθυντή, της σπυριάρας Μαρίας, στην καρέκλα της. Αυτή ούρλιαζε από τον πόνο και την τρομάρα της ξεσηκώνοντας -την ώρα του μαθήματος- ολόκληρο το κτίριο. Ο πάτερ Χριστόφορος, ο τράγος που ήταν διευθυντής στο δημοτικό σχολείο του χωριού από τότε που η μητέρα μου ήταν δέκα χρονών, δε λυπήθηκε καθόλου τον Ρόμπερτ. Μπροστά σε όλους τους μαθητές -τους οποίους είχε κουβαλήσει άρον άρον στην αυλή του σχολείου διακόπτοντας τα μαθήματα- τον πλάκωσε στις σφαλιάρες. Κανείς δεν είπε πως ο Ρόμπερτ δεν άξιζε να τιμωρηθεί, αλλά αυτό το «βρωμοϊταλός» μας είχε καθίσει στο στομάχι.

Ο Ρομπέρτο είχε χρειαστεί πολύ καιρό για να ξεπεράσει τα πειράγματα των συμμαθητών του -από το νηπιαγωγείο ακόμα- σε σχέση με το αδιαμφισβήτητα παράξενο όνομά του. Ο πατέρας του, ο Τζιάκομο Μαλατέστα, είχε επιμείνει και είχε κερδίσει τη μάχη με τον πεθερό του και είχε δώσει στον Ρόμπερτ το όνομα του Ιταλού παππού του. Αυτό που πραγματικά τον τρέλαινε, όμως, ήταν η προσβολή της ιταλιάνικης καταγωγής του. Ήταν περήφανος γι' αυτήν και το έδειχνε σε κάθε ευκαιρία. Μαζί κι εμείς, οι φίλοι του από μικροί, νιώθαμε το ίδιο περήφανοι που είχαμε στην παρέα και τη γειτονιά μας κάποιον τόσο διαφορετικό από τους άλλους, αλλά συνάμα τόσο ξεχωριστό κι αξιαγάπητο -ας μην ξεχνάμε πως ήταν και το μεγαλύτερο κωλόπαιδο όταν το επιδίωκε, βέβαια, αλλά κι αυτό το βρίσκαμε τότε θετικό.

Έτσι, αποφασίσαμε να αντιδράσουμε στην προσβολή της υπερηφάνειας του αρχηγού μας και γίναμε, πεισματικά, πιο Ιταλοί κι από τους Ιταλούς. Καταρχάς, αλλάξαμε τα ονόματά μας. Εγώ από Αντώνης έγινα Τόνι, ο Παυλάκης έγινε Πάολο, ο Στέλιος έγινε Σέρτζιο και ούτω καθεξής. Όποτε μας ρωτούσαν τα ονόματά μας λέγαμε τα καινούργια και όχι τα κανονικά -εγώ, για παράδειγμα, συστηνόμουν ως Τόνι Ντι Καλάτζι -και με την κατάλληλη προφορά, φυσικά- αντί για Αντώνης Καλατζής. Υποστηρίζαμε τις ιταλικές ομάδες, απαιτούσαμε απ' τις μαμάδες μας να μαγειρεύουν συχνότερα μακαρόνια και βρίζαμε όλο τον κόσμο στα ιταλικά με τις χειρότερες εκφράσεις, όπως έλεγε ο Ρόμπερτ την ώρα που μας μοίραζε τα χειρόγραφα χαρτάκια με τις βρισιές και την ακριβή προφορά τους.

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε στον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου. Ο Ρόμπερτ έτσι κι αλλιώς πάντα -μετά από μυστική συμφωνία του πατέρα του με τον πάτερ Χριστόφορο- απουσίαζε. Οι υπόλοιποι, όμως, είχαμε συμφωνήσει μεταξύ μας και τελικά αρνηθεί να πούμε οποιοδήποτε ποίημα ή τραγούδι μπορούσε να μας προσβάλλει ως -πλέον- Ιταλούς. Τελικά, καταλήξαμε να φάμε μια γερή κατσάδα τόσο από τους γονείς μας όσο κι από τον πατέρα του Ρόμπερτ για τον εξευτελισμό στον οποίο τους είχαμε οδηγήσει. Αναγκαστήκαμε να κόψουμε και τα ιταλικά και τα μακαρόνια ως τιμωρία και μας έμειναν μόνο τα νέα μας ονόματα -κι αυτά αυστηρά μεταξύ μας.
Στην ομάδα μας, πάντως, όνομα δεν αλλάξαμε ποτέ. Από «Παραλία» το είχαμε κάνει «Σπιάτζα» και αυτοαποκαλούμασταν «Σπιατζούρι», κατά τα ιταλικά «ατζούρι», «νερατζούρι» και γενικά ό,τι ακούγαμε στην τηλεόραση ως προσωνύμια ιταλικών ομάδων.

Ήξερα πως δε με συνέφερε μια μάχη σώμα με σώμα με τον χοντρό. Έπρεπε, για μια ακόμη τελευταία φορά, να χρησιμοποιήσω το πανούργο μυαλό μου. Τον πλησίασα, του έριξα μια μπουνιά στα γρήγορα κι άρχισα να τρέχω. Ο Μπομπ φάνηκε να τα χάνει κι αναγκάστηκε να με κυνηγήσει. Σταμάτησα απότομα, τον κλώτσησα στα πλευρά και ξεκίνησα πάλι το τρέξιμο. Αυτό συνεχίστηκε πολλές φορές μέχρι που κατάλαβα πως τον είχα κουράσει. Το είχα σκεφτεί -αλήθεια, πόσο ευφυές μπορεί να είναι ένα παιδάκι έντεκα χρόνων- πως τόσο το κάπνισμα όσο και το πάχος του μπορούσαν να γίνουν οι καλύτεροι σύμμαχοί μου. Μάζεψα όση δύναμη μου είχε απομείνει, τον έπιασα από το σακάκι και, κλείνοντας τα μάτια, άρχισα να τον χτυπάω αλύπητα. Και φώναζα: «Αυτή για τον Ρόμπερτ, αυτή για τη Σπιάτζα, αυτή για τα μπάνια που έκανα χωρίς την παρέα μου, αυτή για τα λεφτά που τους έφαγες», ώσπου να εξαντληθούν όλοι οι λόγοι για τους οποίους είχα φτάσει στο σημείο εγώ, ο φλώρος της παρέας, να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου και να καθαρίσω για όλους μια για πάντα. «Κι αυτή για μένα, παλιόχοντρε», του φώναξα, πετώντας τον στο χώμα, αναίσθητο κι αυτόν όπως και τους προηγούμενους.

Ο Ρόμπερτ έτρεξε πάνω μου και με αγκάλιασε. Δε μου 'πε τίποτα, τα μάτια του μιλούσαν μόνα τους, άλλωστε. Ήταν τόσο, μα τόσο περήφανος για μένα... Κανείς δεν ένιωσε ποτέ τόσο περήφανος για μένα! Όποτε σκέφτομαι τον Ρόμπερτ, αυτήν τη στιγμή φέρνω στο νου μου, τη στιγμή της μεγάλης περηφάνιας του για μένα, τον καλύτερο φίλο και κολλητό του από μωρό.

Και η αμέσως επόμενη, είναι η στιγμή που, γελώντας και τραγουδώντας μετά από μια νίκη της «Σπιάτζα», γυρίσαμε στο σπίτι του και βρήκαμε τη μάνα του πάνω στον πατέρα μου να δίνουν σάρκα και οστά στο μεγαλύτερο όνειρο που είχαμε ποτέ. Η μανιώδης επιθυμία μας να πάρουμε μάτι ένα ζευγάρι να πηδιέται γινόταν πραγματικότητα -παρ' όλα αυτά, ούτε χαρούμενοι και, κυρίως, ούτε ευχαριστημένοι νιώθαμε. Ο Ρόμπερτ έβαλε αμέσως τα κλάματα. Εγώ, ψυχραιμότερος και πιο ορθολογιστής όπως πάντα, τους διέταξα να ντυθούν και να μου υποσχεθούν πως δε θα επαναλάμβαναν ποτέ την πράξη τους αυτή, με αντάλλαγμα την απόλυτη και παντοτινή εχεμύθειά μας.

Ο πατέρας του Ρόμπερτ επέστρεψε την επόμενη μέρα από την Ιταλία, όπου είχε πάει, όπως είχε πει, βέβαια, για κάτι κληρονομικά. Έφευγε συνέχεια από τότε, μερικές φορές έλειπε βδομάδες ολόκληρες. Ποτέ μου δε συνδύασα την ταυτόχρονη απουσία του πατέρα μου και της μαμάς του Ρομπέρτο τα απογεύματα που η μητέρα μου ήταν στη δουλειά. Όπως δε συνδύασα την επιμονή του να μας χαρτζιλικώνει παραπάνω από το κανονικό εκείνες τις μέρες για να πηγαίνουμε στο λούνα-παρκ στην άλλη μεριά του χωριού. Για να μην αραδιάσω χιλιάδες πράγματα τα οποία δε συνδύασα παρ' όλη την εξυπνάδα μου, φαινόταν να μας αρέσει αυτή η κατάσταση όπου όλοι έδειχναν ευτυχισμένοι -ακόμα κι η μάνα μου, ανυποψίαστη όπως πάντα για ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω της.

Δεν είχα προλάβει ούτε να τον αποχαιρετήσω. Οι δικοί μου είχαν μαζέψει τα πράγματα αποβραδίς και πρωί πρωί φύγαμε για την πόλη. Ο θείος μου ο Λεωνίδας κουβάλησε τις επόμενες μέρες με το φορτηγάκι του όλα τα υπόλοιπα από το χωριό στο καινούργιο σπίτι μας, ένα όμορφο τριαράκι στο κέντρο. Που δεν είχε όμως ούτε τη θάλασσα στα δέκα μέτρα, ούτε την αλάνα μας στο πίσω μέρος, ούτε τον Ρόμπερτ στο ακριβώς απέναντι παράθυρο. Κανείς από τους τρεις μας δεν ξαναγύρισε από τότε στο χωριό. Ακόμα και για τα εκλογικά τους δικαιώματα, οι δικοί μου είχαν παρακαλέσει τον θείο Λεωνίδα να φροντίσει για να τα μεταφέρουν στην πόλη. Δώδεκα χρόνια είχαν σβηστεί μέσα σε λίγες ώρες -από το βράδυ που είχα πέσει να κοιμηθώ στο μπαλκόνι μας απέναντι στη θάλασσα, ως το πρωί που σχεδόν με τη βία με πήρε η μάνα μου στο αυτοκίνητο και φύγαμε.

Είχαν πέσει πάνω μου όλοι τους και με αγκάλιαζαν. Φώναζαν, έβριζαν τον Μπομπ και την παρέα του και χειρονομούσαν, αυτήν τη φορά για να τους αποχαιρετήσουν. Κόντευαν να σπάσουν το τζάμι, ώσπου ο κυρ-Βαγγέλης δεν άντεξε και σηκώθηκε από την καρέκλα του. Προχώρησε προς το μέρος μας βρίζοντας.

Μας έστελνε στο διάολο, απειλούσε πως θα φωνάξει την αστυνομία και, την ώρα που τρομαγμένοι τρέχαμε να βγούμε έξω, μας προειδοποίησε πως αν ξαναπατούσαμε στο μαγαζί του θα μας σκότωνε. Αλλά ήταν τόσο ανούσιες οι απειλές που, όταν είχαμε για τα καλά απομακρυνθεί, ξεσπάσαμε σ' ένα ατέλειωτο, λυτρωτικό γέλιο.

Κανείς μας δεν ξαναπήγε στο μαγαζί του εκείνο το καλοκαίρι. Όχι επειδή τον φοβόμασταν, αλλά γιατί δεν υπήρχε λόγος πλέον για να ξαναπάμε. Περνούσαμε τις μέρες στη θάλασσα και τη μικρή αλάνα δίπλα στα σπίτια μας. Ξαναεπισκεφτήκαμε την πλατεία μονάχα το Σεπτέμβρη, όταν έπρεπε αναγκαστικά να τη διασχίσουμε για να πάμε στο σχολείο.

Ο Παυλάκης, ο Πάολο δηλαδή, μας επισκέφτηκε με τους γονείς του κάποια Χριστούγεννα μετά από λίγα χρόνια. Ο Ρόμπερτ, μου είπε, είχε φύγει με τους δικούς του στην Ιταλία, λίγους μήνες μετά από μας. Κανείς δεν είχε τη διεύθυνσή του, ούτε και έγραψε ποτέ σε κανέναν. Το μοναδικό στοιχείο που είχαμε ήταν πως ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό κοντά στο Ούντινε -φυσικά, από τότε υποστηρίζω την Ουντινέζε. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως θα κάνω ό,τι μπορώ για να πείσω τον πατέρα μου να με στείλει να σπουδάσω στην Ιταλία -έλπιζα πως κάποτε θα τον ξανάβρισκα. Άλλωστε, ο ηλίθιος ο γέρος μου μού το χρώσταγε -εξαιτίας του έγιναν όλα όπως έγιναν.

Ο κυρ-Βαγγέλης ξέχασε τις απειλές του και το επόμενο καλοκαίρι η παρέα περνούσε πάλι τα πρωινά στο μαγαζί του. Αυτήν τη φορά ήταν ένα ποδοσφαιράκι που μας είχε στοιχειώσει, αλλά τελικά καταφέραμε να το δαμάσουμε κι αυτό. Και το δάμασε ο Ρόμπερτ, ξαναπαίρνοντας την αρχηγία της παρέας, κάνοντάς με περήφανο που τα κατάφερε εκεί όπου ήμουν εγώ ο καλύτερος: Στο ποδόσφαιρο. Όπως και ο Ρομπέρτο ήταν ο καλύτερος στο ξύλο αλλά εγώ αυτός που είχε κερδίσει το ηλεκτρονικό.

0037

0037

Και πάνω που είχαμε &ka ...

Read more
Πoυπουτουπού

Πoυπουτουπού

Κριτική ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός 1-2. Πολλοί φίλαθλοι στην κερκίδα χειροκρότησαν την ομάδα μετά τη λήξη και ...

Read more
Αφίσα

Αφίσα

Το είχε ξεκινήσει ένας συμμαθητής μας στο σχολείο, κάπου στα 1987-1988. Έκατσε και έστειλε γράμμα στ ...

Read more
Χανιμπάλας

Χανιμπάλας

Δε θυμάμαι να έχω ξεν& ...

Read more
Προσωπικό

Προσωπικό

Δεν πρόκειται να απολογηθώ σε κανέναν επειδή είμαι μόνο Παοκτσής. Επειδή μονάχα ο ΠΑΟΚ με ενδιαφέρ ...

Read more
Αφετηρία

Αφετηρία

21 Αυγούστου 2014, πέφτουμε επισήμως στη Χειμερία Νάρκη 2014-2015. Ό,τι προμήθειες πρόλαβε μάζεψε ο ...

Read more
Ρέθυμνο

Ρέθυμνο

Κριτική ΠΑΟΚ-Ρέθυμνο 88-79. Πας να περάσεις δύο ήσυχες ώρες με το παιδί σου και την παρέα σου κι αυτ ...

Read more
027-3138075

027-3138075

«Σκοτώθηκα για ένα εισιτήριο», απάντησε η Άννα όταν τη ρώτησα γιατί ήταν ματωμένα τα χέρια της. ...

Read more
Τεσσάρα

Τεσσάρα

Ήταν μία από τις τελευταίες έδρες-πραγματικές τρομοκρατίες και μία από τις καλύτερες εμφανίσεις ομάδ ...

Read more
Σύμβολο

Σύμβολο

Έχει πολλά χρόνια πο&upsi ...

Read more
Αβάντζο

Αβάντζο

Στο 18ο λεπτό του αγ ...

Read more
Περισπασμός

Περισπασμός

Η σαπουνόπερα με τι&s ...

Read more

Θανασάκης

logo