Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

HCEΉμουν ο πιο ενημερωμένος άνθρωπος στο μικρόκοσμο των Θεσσαλονικιών κολλημένων με την κινηματογραφική μουσική.

Δεν υπήρχε ακόμα το ίντερνετ στη σημερινή του μορφή, να βρίσκεις τα πάντα με μία-δυο λέξεις στο Google, οπότε η γνώση ήταν προαπαιτούμενο για να τα βάλεις με τους πελάτες που αγόραζαν σάουντρακ και ζητούσαν ό,τι μπορείς να φανταστείς, από την πρώτη ταινία που φτιάχτηκε ποτέ μέχρι τα τελευταία μπλοκμπάστερ που παίζονταν στα σινεμά. Είχα που είχα το κόλλημα με το σινεμά και τη μουσική του όταν προσλήφθηκα στον Πάτση ως «ειδικός», φρόντισα να ενημερωθώ περισσότερο, να μάθω τι κυκλοφορεί, τι πουλάει, τα πάντα. Ήμουν ο τύπος που έλεγες «πάμε από τον ψηλό, αυτός θα ξέρει». Γιατί το σάουντρακ δεν ήταν «Άρχοντας Των Δαχτυλιδιών» και «Μουλέν Ρουζ» και «Ντου Χαστ», είχε χιλιάδες τίτλους και φανατικό κοινό που καθημερινά με βομβάρδιζε με ερωτήσεις-παγίδες.

Το υπόγειο του δισκάδικου ήταν ένας από τους πολλούς υπαρκτούς σουρεαλισμούς που έχω ζήσει. Όπως έμπαινες στον Πάτση, δεξιά ήταν τα «ελληνικά», αριστερά ήταν τα «ξένα», κάτω, στο υπόγειο, ήταν τα σάουντρακ με τα DVD και η μέταλ. Δηλαδή ήμουν εγώ με τις ταινίες και δίπλα μου ο Σήφης με τις κατσαρόλες. Φυσικά, το cd player βρισκόταν στο γραφείο του Σήφη και, αν και ο Πάτσης είχε δώσει εντολή να παίζουμε εναλλάξ κινηματογραφικά και μέταλ, εμείς παίζαμε όλη μέρα μέταλ. Μέταλ που άρεσε στο Σήφη, δηλαδή, όχι τίποτα Μέγκαντεθ ή Σέικριντ Ράιχ, αλλά μόνο βόρβορους και σαπίλες. Σκανδιναβία ως επί το πλείστον και γερμανικό ποπ θρας όταν είχε κόσμο, δηλαδή τα κλασικά ακούσματα από Κριέιτορ, Ντιστράξιον, Σόντομ. Μια φορά μας τσάκωσε ο Σήφης που παίζαμε το καινούργιο, τότε, των Πάρανταϊς Λοστ και παραλίγο να πάθει έμφραγμα. Ανάμεσα στα μέταλ και τα σάουντρακ είχε κάτι παιχνίδια για Πλέι-Στέισον και κάτω από τις σκάλες είχαμε τα παιδικά: Ζουζούνια, Λιλιπούπολη, Ντόρα και τα σχετικά. Άρα, κατέβαινες, άκουγες «Κιλ Δε Μαδερφάκιν Ντεντ, Ιτ Δε Φλες Οφ Δε Νταμντ», έψαχνες τη μουσική από μια παλιά ταινία του Τζιν Κέλι, φώναζες κάτω από τα σεισμικά μπάσα «θέλω τα Ζουζούνια με τους αριθμούς, αυτό με το καραόκι» και το παιδάκι κρυβόταν κάτω από τη φούστα της γιαγιάς στην όψη του Σήφη με τις μαλλούρες που χτυπιόταν και πολύ το φχαριστιόταν που άκουγε τους Νορβηγούς αγαπημένους του. Αυτό, κάθε μέρα, ήταν το σκηνικό στο πιο κινηματογραφικό υπόγειο της Θεσσαλονίκης, στα δύο χρόνια που πέρασα εκεί -το υπόγειο που τίμησα με την παρουσία μου χωρίς διακοπή, εκτός από εκείνο το απόγευμα που με τον Σήφη αφήσαμε μόνο του το μαγαζί για να δούμε ΠΑΟΚ-Αϊντχόφεν και μας ψάχνανε δίπλα στο προποτζήδικο.

Ήξερα τα πάντα. Παράγγελνα ελεύθερα ό,τι ήθελα, μετά το στοίχημα που είχα κερδίσει από τον Πάτση πως «μπορώ να σου πουλήσω 1.000 κομμάτια Αμελί σε δεκαπέντε μέρες» -τα πούλησα για πλάκα. Πήρα και αύξηση δύο φορές μέσα σε ένα μήνα. Είχα πελάτες (κυρίως πελάτισσες) που μου τραγουδούσαν ή μου σφύριζαν ένα ρυθμό κι εγώ τους έβρισκα από ποια ταινία είναι, ανθρώπινο Σαζάμ ήμουν, φουρ-φουρ-φουρ, «Τσάι Στη Σαχάρα», να-να-να-να-να, «Το Τέλος Της Σχέσης». Ως μεγαλύτερο παράσημο θεωρώ που ήμουν ο πρώτος άνθρωπος στην Ελλάδα που αποκάλεσε τον Μάριο Πούτσο ως «Μάριο Πούτσο», προκαλώντας ένα μικρό σκάνδαλο κάθε φορά, καθώς μέχρι να εμφανιστώ εγώ οι σινεφίλ αυτολογοκρίνονταν και τον αποκαλούσαν ως «Πούζο» -το ίδιο που κάνουν οι βιβλιοεραστές με τον Χέρμαν Χέσε. «Χέσε», ρε πούστη μου, τι το κόβεις το «Χι», ο καλύτερος συγγραφέας για το χέσιμο, αντί να το εκμεταλλευτούν εμπορικά πάνε και το γράφουνε «Έρμαν Έσε» (ή «Χέρμαν Έσε», ακόμα πιο προκλητικό), μετά γκρινιάζουν που δεν πουλάνε τα βιβλία και κλείνουν τα μαγαζιά και μένει ο κόσμος απλήρωτος κι άνεργος.

Το πρώτο σοκ που έφαγα δε θα το ξεχάσω ποτέ. Είχαν υπάρξει περιπτώσεις που δεν ήξερα την ταινία που μου ζητούσαν, εντάξει, αλλά επρόκειτο για κάτι άντεργκραουντ βερολινέζικες, τύπου «την έχει γυρίσει ένας ξάδερφός μου στις ράγες του Σεντραλστατσιόν, είναι μικρού μήκους και παίζω εγώ γιουκαλίλι στους τίτλους τέλους, δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ ούτε η ταινία ούτε η μουσική, μήπως το έχετε»; Όμως η κυρία είχε αληθινή αυτοκυριαρχία, ήξερε τι ζητούσε και από το βλέμμα της, που είχα μάθει να τις μετράω τις γυναίκες πελάτισσες κοιτώντας στα μάτια αν με δουλεύουν για να σκοτώσουν μισή ώρα παιδεύοντάς με ή αν όντως η ζωή τους εξαρτιόταν από το αν θα βρουν τη μουσική που τις άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τον κόσμο και την ύπαρξή τους, πήρα γραμμή πως είχα πιαστεί αδιάβαστος. Γάμησέ τα, τι κάνουμε τώρα. Μου ζήτησε τη μουσική από το «Pestin», σχεδόν άπλωσε το χέρι να της ακουμπήσω το cd στη χούφτα, τόσο σίγουρη ήταν όχι μόνο πως θα καταλάβω αμέσως, αλλά και πως το έχω σε απόθεμα. Είπαμε, καλός είμαι, αλλά όχι και μάγος. Σκάλωσα.

Αρχικά, δεν είπα τίποτα. Πήγα στο σωρό με τα χαρτιά που είχα τους καταλόγους και άρχισα να τους οργώνω με τα μάτια. Pestin, Pestin, πουθενά το Pestin. «Γερμανικό», σκέφτηκα. Έπιασα κάτι εισαγωγές με παλιό ευρωπαϊκό σινεμά. «Φασμπίντερ». Δεν μπορεί να έχω δει όλες τις ταινίες του Φασμπίντερ, κάτι θα μου έχει ξεφύγει. Τίποτα. «Σλέντορφ». Τίποτα. «Βέντερς». Τίποτα. Ούτε στις λίστες με τα Καλτ, Φριτζ Λαγκ, προπολεμικά, τουέντις, συλλογές, δεν υπήρχε κάτι έστω που να μοιάζει μ’ αυτό που ζητούσε. «Τίκβερ». Να δεις που θα είναι καμία άγνωστη του Τίκβερ και θέλει να το παίξει ιστορία η τύπισσα. Τζίφος. Πήρα στο Βασίλη, πάνω στα κλασικά. Απέφευγα να παίρνω στο Βασίλη επειδή όλο με έβαζε αναμονή κι άκουγα κάτι ακυκλοφόρητες όπερες που έπαιζε, άσε που τον ενοχλούσα την ώρα που έγραφε δικά του λιμπρέτα. «Όχι, δεν έχω ακούσει τέτοια ταινία». Και για να μην την έχει ακούσει ο Βασίλης, τέτοια ταινία δεν υπήρχε. Κι έσκασε η τεράστια έμπνευση, ίσως επειδή όλη αυτή η ιστορία έχει μπάκγκραουντ τους Άμορφις από το παγωμένο Ελσίνκι. «Καουρισμάκι». Φινλανδική θα είναι, «Pestin», ναι, μοιάζει με φινλανδική λέξη, αυτός ο Καουρισμάκι έχει βγάλει τετρακόσιες πενήντα ταινίες, έλα, το βρήκαμε, πάμε στους καταλόγους.

Δεν πρόλαβα να δω τις είκοσι σελίδες με τη φιλμογραφία του Καουρισμάκι. Με διέκοψε η όμορφη, καλοστεκούμενη πενηνταφεύγα κυρία που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από την καθυστέρηση. «Μα καλά, δεν ξέρετε το Pestin; Πού ήρθα, δεν πουλάτε κινηματογραφική μουσική εδώ; Σε άσχετους έπεσα»; Χλώμιασα. «Ακούστε»... «Τι να ακούσω, παλικάρι μου, με έχεις πέντε λεπτά εδώ και περιμένω σαν ηλίθια, σου ζήτησα την πιο διάσημη ταινία αυτό τον καιρό, να πεις πως ζήτησα τίποτα σπάνιο, τίποτα εξεζητημένο, τίποτα»... Όπα, χαλάρωσε, άραξε, μανταμίτσα. Ποια διάσημη ταινία, εγώ ξέρω όλες τις διάσημες ταινίες των τελευταίων είκοσι χρόνων, τι με λες τώρα. «Άσε, τη βρήκα μόνη μου». Άρπαξε εκνευρισμένη ένα αντίτυπο του «Hable Con Ella» και έφυγε αναστατωμένη, χτυπώντας με δύναμη τα τακούνια της στην ξύλινη σκάλα, δίχως να γυρίσει να με ξανακοιτάξει. «Το “Μίλα Της” ήθελε»; Ρώτησε ο Αντώνης, που ήταν παραδίπλα τακτοποιώντας κάτι παιχνίδια και ξεσκονίζοντας. «Ναι», του απάντησα. «Ε, μαλάκα, έπρεπε να το καταλάβεις από την αρχή».

Φακέλωμα

Φακέλωμα

Τη μάταιη μάχη ενάντια στην Εθνική Κάρτα Φιλάθλου οι οργανωμένοι οπαδοί θα τη δώσουνε μόνοι τους. Δε ...

Read more
2016-Βόλεϊ

2016-Βόλεϊ

16 πράγματα που θα θυ&m ...

Read more
Γουρλού

Γουρλού

Έκανα στην άκρη σήμερα, έμεινα σπίτι να προσέχω τα παιδιά, έφυγε η Άννα να φέρει το τρίποντο με τη Β ...

Read more
Τρύπιοι

Τρύπιοι

Τόσα χρόνια με τον ΠΑ&Omi ...

Read more
Άντε

Άντε

Την ώρα που όλοι βλέπαμε το ίδιο έργο. Την ώρα που παρακολουθούσαμε, σε ζωντανή μετάδοση, τον ίδιο ε ...

Read more
Καθήκον

Καθήκον

Δεν υπάρχει καμία «υποχρέωση» και κανένα «καθήκον» του κόσμου να πηγαίνει στο γήπεδο. ...

Read more
Ομορφιά

Ομορφιά

Σαν σήμερα, στις 15 Μαΐ&omi ...

Read more
Τρολ

Τρολ

Είμαστε τα μεγαλύτερα τρολ του πλανήτη. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ενοχλητικό, πιο θορυβώδες, πιο αναπάν ...

Read more
Αστικό

Αστικό

Πριν από εικοσιτόσα χρόνια ήμουν σαν αυτούς. Τώρα είμαι ο «μεγάλος» που τους ακούει και τους παρατηρ ...

Read more
Βόλτα

Βόλτα

Και μετά από τόσα σούρ& ...

Read more
Μαναβοκούταβο

Μαναβοκούταβο

Όταν με ρωτούσαν στο χωριό «τίνος είσαι εσύ» και απαντούσα «ο εγγονός του Μανάβη» δεν είχα ιδέα τι θ ...

Read more
Βόθρος

Βόθρος

Στις 10 Μαΐου 2013 ήρθε το τέλος εποχής στην εθελοτυφλία και των τελευταίων φιλάθλων του Ολυμπιακού ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.