Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

floriniotis

Ντεμέκ κατόρθωμα, λέει, που μαζεύτηκαν δέκα χιλιάδες Πόντιοι και χόρεψαν Ομάλ (Ομάλ, ρε φίλε, πιο εύκολος χορός δεν υπάρχει, να ήταν κανένα Κότσαρι να το συζητήσουμε) γύρω από τη ΔΕΘ. Να σας πω εγώ για ένα πραγματικό κατόρθωμα Ποντίων, που όμοιό του δεν έχει ξανασυμβεί κι ακόμα οι επιστήμονες ψάχνουν την απάντηση είκοσι πέντε χρόνια.

Ο πατέρας μου είχε συνεταιρικά με τον Τσανάκαλη, τον κεμεντσετζή, ένα Ποντιακό Κέντρο. Τι είναι το «Ποντιακό Κέντρο»; Ένα βραδινό μαγαζί, το οποίο φαινομενικά είναι σαν όλα τα βραδινά μαγαζιά, με τη διαφορά πως οι ιδιοκτήτες, οι καλλιτέχνες, το προσωπικό και οι πελάτες είναι Πόντιοι. Με τη συνθήκη αυτή, είναι προφανές πως θα μπορούσα να γράφω για μέρες, αλλά θα περιοριστώ σε ένα απλό περιστατικό, που θεωρώ πως θα δώσει όλη τη διάσταση της καθημερινότητας σ’ εκείνο το μαγικό μέρος όπου έζησα αναρίθμητες ποντιοσουρεαλιστικές καταστάσεις και ίσως θα έπρεπε να εμβαθύνω κάποια στιγμή περισσότερο. Αν μη τι άλλο, το Ποντιακό Κέντρο «Το Κάστρον» ήταν υπεύθυνο για το τέλος της καριέρας του σπουδαίου Κώστα Μαυρίδη και τη διάλυση της αμυντικής γραμμής του Παναθηναϊκού του καθηγητή Βασίλη Δανιήλ -άλλη φορά.

Στην πίστα βρίσκεται ο τεράστιος Γιάννης Φλωρινιώτης. Καλοκαίρι 1992 ή 1993, κάπου εκεί. Έχουμε ετοιμάσει εξακόσια καθίσματα στον έξω χώρο, τα οποία έχουν γεμίσει και έχει και όρθιους πίσω και στο πλάι, οι οποίοι έχουν βάλει τις Δεμέστιχες και τα Μπάλανταϊνς πάνω στις αντλίες του διπλανού βενζινάδικου και χορεύουν πάνω από τα καζάνια με το πετρέλαιο. Καπνίζοντας, οι περισσότεροι. Μεγάλο πατιρντί. Πρέπει να είχε πάνω από εφτακόσια άτομα. Ο μέσα χώρος παίρνει συνολικά διακόσια σαράντα καθίσματα, τοποθετημένα σε πλήρη στοίχιση και ασφυκτικά -είναι η μέγιστη χωρητικότητα του μαγαζιού.

Ξαφνικά, αρχίζει η νεροποντή. Ο Φλωρινιώτης αγέρωχος, γυρίζει απλώς την πλάτη χωρίς να σταματήσει το τραγούδι και φωνάζει «ελάτε μέσα». Η ορχήστρα είναι προφυλαγμένη, καθώς παίζει κάτω από υπόστεγο, συνεπώς όλοι τους γυρίζουν με μέτωπο προς το εσωτερικό του μαγαζιού και δεν διακόπτουν. Οι πελάτες πιάνουν τα τραπέζια και τις καρέκλες τους και μπαίνουνε μέσα. Και κάπου εδώ, αρχίζει το κατόρθωμα που λέγαμε: Πώς χωράνε εφτακόσιοι σκόρπιοι άνθρωποι σε ένα μέρος όπου μπορούν να κάτσουν διακόσιοι σαράντα με το ζόρι, τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο; Πώς γίνεται αυτό; Αν είσαι Πόντιος, γίνεται.

Στεκόμασταν με τους άλλους, τον Φώτη, τον άλλο Φώτη, τον Παναγιώτη, τον Τέο και παρακολουθούσαμε το μεγάλο ταξίδι της μετανάστευσης από την αυλή του μαγαζιού, που ήταν ένας τσιμεντοστρωμένος χώρος κολλητά με βενζινάδικο από τη μία και με κωλάδικο από την άλλη (που ποτέ μας δεν μπήκαμε εκεί μέσα επειδή απαγορευόταν από τη διεύθυνση ένεκα που ήμασταν ανήλικοι, αλλά πώς βρίσκαμε πάγο όταν τελείωνε ο δικός μας πάγος αυτό δεν το σκέφτηκε ποτέ ο πατέρας μου, αχ, ωραία χρόνια). Εφτακόσιοι Πόντιοι με τις καρέκλες στο χέρι να κουβαλάνε τα τραπέζια που είχαν πάνω ποτήρια, μπουκάλια, σουβλάκια, πατάτες, κοκακόλες, έπεφταν κι έσπαγαν όλα, ντάγκαρ-ντούγκαρ, τράκαραν μεταξύ τους και βρίζονταν στα ποντιακά, «’μώ την ψύ’ ς, βγάλε φλας», φτάνανε στη στενή είσοδο και κάνανε τριάντα πέντε γύρες το τραπέζι για να τους χωρέσει να το βάλουνε μέσα, φώναζαν οι γριές που βρέχονταν, ούρλιαζαν τα παιδάκια, ο Φλωρινιώτης συνέχιζε, «τούλα τούλα λα/το νταούλ και η ζουρνά/το νταούλ και η ζουρνά/παρεβγάλνε μας πουρνά», μαζεύαμε τα σπασμένα με κάτι ξεμαλλιασμένες σκούπες για να μην κοπούν οι Πόντιες θείες με τα ξώφτερνα, ο πατέρας μου με τον Τσανάκαλη μαντρόσκυλα μη μας φύγουν τίποτα παλιοχαρακτήρες με την ευκαιρία της μπόρας χωρίς να πληρώσουν, ήρεμα πράματα, γενικώς.

Και λίγη ώρα μετά, όλοι είχαν τακτοποιηθεί. Από μόνοι τους. Οι εφτακόσιοι από έξω είχανε μπει όλοι μέσα με τα τραπέζια βαλμένα όπως να ‘ναι, τις καρέκλες όπου έβρισκαν, σαν σύγκρουση τρένων ήταν μέσα το μαγαζί, όλοι μουσκίδι, αναμαλλιασμένες και τσάμπα το σαββατιάτικο νυφικό χτένισμα οι νεαρές ανύπαντρες τριανταπεντάρες που γάμπριζαν σ’ εκείνες τις εκδηλώσεις μπαίνοντας ανάμεσα στα παλικάρια στο Διπάτ και λίγη ώρα μετά τις τσακώναμε που βογκούσαν στα χωράφια πίσω από το μαγαζί όπου πηγαίναμε για τσιγάρο κρυφά από τον πατέρα μου, αλλά ο Φλωρινιώτης τώρα είχε φτάσει στη μέσα εξέδρα και τραγουδούσε ασταμάτητα, ανέβαζε και το μισό πλήθος στην πίστα και το γλέντι συνεχίστηκε ως τα ξημερώματα. Όλοι οι λογαριασμοί πληρώθηκαν, άρα δεν έφυγε κανείς -πώς κατάφεραν να μετακομίσουν από έξω μέσα ακόμα το ψάχνουμε. Αυτό είναι ρεκόρ για βιβλίο Γκίνες.

Είχε βγει πια ο ήλιος όταν το διαλύσαμε -μέναμε μετά τη λήξη κάθε πανηγυριού και συμμαζεύαμε το μαγαζί, για να μην τα κάνουμε το μεσημέρι της επόμενης. Ο Φλωρινιώτης μοίραζε προτυπωμένα αυτόγραφα, γράφοντας και κάτι ξεχωριστό για τον καθένα. Ιδρωμένος, καταπονημένος, κουρασμένος τόσες ώρες ο τύπος δεν είχε κάνει ούτε διάλειμμα, αλλά με το χαμόγελο του σταρ, πόσα είχα ακούσει γι’ αυτόν και πόσα θα άκουγα τα επόμενα χρόνια, όμως εκείνη τη νύχτα, παρακολουθώντας τον να κλαίει στη σκηνή τραγουδώντας μόνο ποντιακά, μεταφέροντας τον πόνο και τη συμφορά των πατεράδων και των παππούδων μας, δε μου έμεινε αμφιβολία πως ήταν ένα από τα συγκλονιστικότερα θεάματα που έχω δει στη ζωή μου. Και έχω δει πολλά.

 

Σιγή

Σιγή

Με τον Αλφαβήτα έχο&upsi ...

Read more
Γκέρκιν

Γκέρκιν

Όπως όλα τα ταξίδια μα ...

Read more
Κάμπριο

Κάμπριο

Όποια ιστορία και ν&alpha ...

Read more
Κριτική

Κριτική

Μας την είπε και ο δικός μας τώρα πως δεν κάνουμε κριτική και αγαπάμε τυφλά. Τι να εννοεί κάποιος με ...

Read more
Αποχαιρετισμός

Αποχαιρετισμός

Η καταραμένη ξενιτιά μ& ...

Read more
Eπιστολή

Eπιστολή

Προς ΓΤΠΑΕ ΠΑΟΚ, Κύριο Σαββίδη Ιβάν Αγαπητέ Πρόεδρε, μετά τον τελικό του ΟΑΚΑ, πριν δύο χρόνια, σου ...

Read more
Φλώροι

Φλώροι

Πριν από τρία χρόνια είχ&alp ...

Read more
Φανέλα

Φανέλα

Φανέλα έχω πάρει δύο φορές στη ζωή μου. Η πρώτη ήταν ιστορική, καθώς επρόκειτο για τη φανέλα με τον ...

Read more
Γιατί

Γιατί

Πάντα το θέμα είναι το γιατί. Γιατί γράφεις κάτι. Γράφεις γιατί πληρώνεσαι, γράφεις γιατί γουστάρεις ...

Read more
Φιλοξενούμενoι

Φιλοξενούμενoι

Πραγματικά, πολύ σημ&alpha ...

Read more
Σαββατοκύριακο

Σαββατοκύριακο

«Έλα Αθήνα», μου είπ&eps ...

Read more
Ονομαστικό

Ονομαστικό

Όλοι πιστεύουν πως τους τρώει η γκαντεμιά. Στέκονται σε μια ουρά, προχωράει η άλλη. Πηγαίνουν για μπ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.