Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

thanosa

Είχαμε πάρει τα εισιτήρια μέρες πριν. Αρρώσταινα από το πρωί μ’ εκείνο το τρέμουλο της πρώτης φοράς που με πιάνει όποτε πλησιάζει κάτι που περίμενα καιρό κι όλο κοντεύει η ώρα που θα γίνει πραγματικότητα. Το έχω νιώσει σε συναυλίες, σε δισκάδικα, σε βιβλιοπωλεία, σε αεροδρόμια και σε κάθε εκδρομή με τον ΠΑΟΚ, αυτό το καρδιοχτύπι που σε κάνει να αναπνέεις ακαθόριστα, ώσπου σε πνίγει, δε σου φτάνει ο αέρας. Λίγο πριν: Είναι ένα σημείο που φεύγω, απογειώνομαι, βλέπω τον ίδιο μου τον εαυτό ως παρατηρητής. Σα να μη χωράω στο σώμα μου. Και, ξάφνου, όλα συμβαίνουν όπως θα έπρεπε να συμβούν, περπατάω υπνωτισμένος από τη λαχτάρα να ζήσω το προδιαγραμμένο. Είναι οι στιγμές που οι πολλοί εαυτοί μου ξυπνάνε ταυτόχρονα στο κεφάλι για να μη χάσουν τη γιορτή -στις χαρές κανείς δε λείπει. Όταν χτυπιέσαι δίπλα στα ηχεία και τα μπάσα σε σηκώνουν δυο πόντους πιο ψηλά από το έδαφος. Όταν φτάνεις στην πρώτη λέξη και διπλώνεις την αριστερή σελίδα, μυρίζοντας το φρέσκο χαρτί της επόμενης μαγείας. Όταν κείτεσαι ανάσκελα με τα μάτια σκοτεινά, αδειανά και όλοι και όλα γυρίζουν μαζί με τη Γη αλλά εσύ έχεις σταματήσει να γυρίζεις μαζί τους για ένα λεπτό κι είναι το πιο ωραίο λεπτό που έχεις ζήσει ποτέ, λίγο πριν σου ψιθυρίσουν «σήκω, ξημέρωσε». Όταν ακούς το πρώτο μαρσάρισμα, χάραμα, η πόλη κόκκινη απ’ το αίμα της προηγούμενης νύχτας κι από τον ήλιο που θα σου κάνει παρέα μέχρι το Νότο.

Είχε φτάσει η μέρα που θα έβλεπα τον Θάνο από κοντά. Να κοιτάξω στα μάτια του. Τι χρώμα να είχε το δικό του σκοτάδι, πόσο διαφορετικό θα ήταν από τα άλλα σκοτάδια που με μάγευαν από τότε που με θυμάμαι. Η ανάσα του συντροφιά στη σκοπιά, στα ταξίδια, στις λευκές νύχτες των πανικών, στα έρημα πρωινά στο μπαλκόνι άλλου ενός σπιρτόκουτου της βρώμικης πόλης που με βρήκε άντρα και με ξανάκανε παιδί. Τέρμα η ένταση, να μην μπορώ να ακούσω την αγωνία μου. Χαμηλά η ένταση, στο καταφύγιο με το χακί παντελόνι, να έχει η νύχτα άλλη γεύση από τη σκόνη και την παράνοια. Πόσα χρόνια το ανέβαλλα, το έχανα, μου γλιστρούσε. Σε λίγες ώρες θα ήμουν δύο μέτρα απέναντί του, στο Μύλο, να ταιριάξω τον ποιητή με το βλέμμα του, να ταιριάξω τις λέξεις που έκοβαν το έρεβος που τις τύλιγε με το στόμα που τις εκφέρει.

Το ασθενοφόρο διέσχισε όλη την πόλη μέχρι το Παπαγεωργίου, με τη σειρήνα του που δυνάμωνε την αγωνία και μου έλιωνε τα σωθικά, σαν οξύ. Άλλη καρδιά πετάριζε από το πρωί, άλλη καρδιά απορυθμίστηκε τελικά, δυο ώρες πριν ξεχυθούμε δυτικά με τα συναυλιακά μπλουτζίν και το έξτρα πακέτο τσιγάρα των βραδιών που υπόσχονται όμορφες, ζαλισμένες ανατολές. Η Άννα κάπου πέταξε κι από κάπου ξανάρθε, τώρα ήταν ήρεμη, γελούσε, ένιωθε άσχημα που καλέσαμε ολόκληρο ασθενοφόρο και ταλαιπωρήσαμε τόσους ανθρώπους για το τίποτα, για μια ταχυκαρδία που πέρασε ήδη, πάμε σπίτι, δε θέλω άλλο να περιμένω εδώ. «Τα Κρίνα», της είπα. «Πάμε απευθείας στο Μύλο». Το σκέφτηκε, δε μιλούσε για λίγο, αλλά ευτυχώς ένας από τους δυο μας ήταν αρκετά ώριμος για να κάνει τη σωστή θυσία. «Πήγαινε εσύ, μην το χάσεις, εγώ θα μείνω στο σπίτι». Δεν μπορούσα να την αφήσω μόνη στο σπίτι. «Ξέρω πόσο θέλεις να πας». Ήξερε. Πήγα. Με τύψεις, με ενοχές, με βουρκωμένα μάτια, αλλά πήγα, πήγα και όλα τα ξέχασα και τις τύψεις και τις ενοχές και την Άννα, όλα τα ξέχασα όταν βγήκε στη σκηνή και γρατσούνισε κάποιος πίσω του μια κιθάρα και έδιωξε την αμηχανία του, σαν πρωτάρης έτσι που στεκόταν αναποφάσιστος φυλλομετρώντας τις σημειώσεις από το αναλόγιο μπρος του. Όλες οι μνήμες μου από εκείνη τη βραδιά είναι σα να μας έβλεπα όλους από ψηλά, παρατηρητής, εγώ, ο Θάνος, τα Κρίνα και εκατοντάδες κορμιά στοιβαγμένα και κολλημένα μεταξύ τους με ιδρώτα και αλκοόλ.

Από μικρός ορίζω την Αθανασία ως τη δυνατότητα του πνεύματος να συνεχίζει να προκαλεί τα ίδια συναισθήματα μετά το σωματικό θάνατο. Οι μουσικές, οι λέξεις, οι εικόνες που φτιάχνεις όσο ζεις συνεχίζουν να μεταφέρουν το πνεύμα σου, να κάνουν τους άλλους να γελούν, να κλαίνε, να εκνευρίζονται, να προβληματίζονται, να ταξιδεύουν και να φτιάχνουν δικά τους πράγματα από τη μαγιά σου. Ο Θάνος Ανεστόπουλος έχει κερδίσει την Αθανασία από τα μισά κιόλας της δικής του, λειψής ζωής, υπογράφοντας κάποια από τα πιο διαχρονικά και επιδραστικά αριστουργήματα που μπορεί να δημιουργήσει η ανθρώπινη ευφυΐα με εργαλεία τις λέξεις και τις μουσικές. Η φωνή του θα ανατριχιάσει τους έφηβους των γενιών που έρχονται, οι λέξεις που ταίριασε και οι λέξεις που τραγούδησε θα αναβοσβήνουν πινακίδες από νέον στα παιδιά και τα εγγόνια μας που θα ψάχνουν άλλους δρόμους από τις μεγάλες λεωφόρους της ομογενοποίησης και της φτηνής καψούρας.

«Μετακομίσαμε στο Περιστέρι, στη Νέα Ζωή. Εκεί λάμβανες διαρκώς την καθημερινή υπενθύμιση πως οι γειτονιές χτίζονταν από τους εσωτερικούς πρόσφυγες, δίνοντάς τους ονόματα που μέσα τους είχαν κρύψει τα μύχια όνειρά τους και τις ελπίδες τους για καινούργια ξεκινήματα. Αλλοτριώθηκαν, βέβαια, μέσα στα χρόνια αρκετοί απ’ αυτούς, μην μπορώντας πλέον να διακρίνουν και να ταυτίσουν τη δικιά τους ιστορία με των σημερινών προσφύγων την άθλια μοίρα. Αυτή η απώλεια μνήμης είναι που έγινε συνήθειά μας και τις περισσότερες φορές μας κόστισε ακριβά και συνεχίζει να μας πληγώνει και σκλάβους να μας κρατάει, για να κάνουμε κουπί στη γαλέρα της κάθε μορφής εξουσίας. Η ελληνική αμνησία και ο φόβος που δεν παίρνει αμνηστία όσο αφήσαμε και αφήνουμε να μας τον μπολιάζουν και να μας τον καλλιεργούν».

Η φωνή του Θάνου κλήρωσε να ντύσει τη φαντασίωση που έχω για το δικό μου τέλος, από την πρώτη φορά που τον άκουσα να το τραγουδάει μπροστά μου. Το υπενθυμίζω στην Άννα όποτε προσθέτουμε άλλον ένα χρόνο στους χρόνους που περάσαμε μαζί, πιο πολλοί από τη μισή μας ζωή, πλέον. Το τραγουδάει και η Χουλιγκάνα, το χορεύει, το φχαριστιέται -μια μέρα θα με ρωτήσει «γιατί δε θα φτάνει», το ξέρω το σημείο που θα της φανεί ακατανόητο.

Θα μ' αγαπάς, θα μ' αγαπάς μα δε θα φτάνει
Άγονη βροχή θα πέφτει πάνω μου το χάδι σου
Κι εγώ σαν γέρικο σκυλί μες το λιμάνι
Θα πεθαίνω στο πλάι σου
Θα πεθαίνω στο πλάι σου
Θα πεθαίνω στο πλάι σου
Θα πεθαίνω στο πλάι σου

 

Τεσσάρα

Τεσσάρα

Ήταν μία από τις τελευταίες έδρες-πραγματικές τρομοκρατίες και μία από τις καλύτερες εμφανίσεις ομάδ ...

Read more
Χημεία

Χημεία

Το μεγαλύτερο πανί &pi ...

Read more
Εβδομηντατέσσερα

Εβδομηντατέσσερα

Με τα τρία γκολ εναντίον της Ντιναμό Μινσκ, ο Στέφανος Αθανασιάδης πέρασε στην 7η θέση των σκόρερς ό ...

Read more
Μπερδεμένα

Μπερδεμένα

Έχω να μεθύσω, να χάσω &tau ...

Read more
Ντου

Ντου

Κανείς δεν έχει μιλήσει ξεκάθαρα ακόμα για τα γεγονότα της 1ης Οκτωβρίου 1992, τα οποία οδήγησα ...

Read more
Ντροπή

Ντροπή

«Ο Σαββίδης δε νιώθ ...

Read more
Αντάμωση

Αντάμωση

«Ελαφρύ το χώμα». «Κ&a ...

Read more
0039

0039

H εικόνα του με την α&up ...

Read more
Αντίο

Αντίο

Είσοδος 24/02/2007 77’ ΠΑΟΚ- ...

Read more
Γυναίκα

Γυναίκα

Το να έχεις γυναίκα ...

Read more
Σκούζει

Σκούζει

Η 29η Νοεμβρίου 2016, η νύχτ&a ...

Read more
Τρύπιοι

Τρύπιοι

Τόσα χρόνια με τον ΠΑ&Omi ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.