Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

raveΚαλό το Μέταλ, καλά τα κολλητά παντελόνια και τα ραφτά και οι πεντάλφες και τα αίματα και οι φράντζες και οι χαίτες και η αγριάδα στο βλέμμα, αλλά σαν τα καλά Ρέιβ Πάρτι δεν είχε. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 είχαμε ανακαλύψει ένα είδος μουσικής που, μπορεί να μην είχε καμία σχέση με τον Cavalera και τον Mille που προσκυνούσαμε ως σύγχρονους Θεούς, αλλά μας έλκυε και για χάρη του είχαμε κάνει αρκετά καγκουριλίκια, κόντρα σε ό,τι πιστεύαμε (ή πιστεύαμε πως πιστεύαμε) ως φανατικοί μεταλλάδες ντεμέκ σατανιστές και δε συμμαζεύεται. Το πρωί χεντμπάνγκερς, το βράδυ περιστρεφόμενοι.

Ναρκωτικά στην παρέα δεν έπαιρνε κανείς. Χημείες και τα σχετικά ήταν παιχνίδια άλλων, κοντινών, μεν, αλλά διαφορετικών τραπεζιών στην Μπαλλάντα όπου πίναμε καθημερινά τους καφέδες. Αυτό το κομμάτι του Ρέιβ μας άφηνε αδιάφορους, σε αντίθεση με πολλούς που έβρισκαν τον παράδεισο επί της γης στα μέρη όπου τα μπάσα έκαναν το έδαφος να τρέμει ως τα ξημερώματα, κάτω από τα στρόμπο και τα νέον που χρωμάτιζαν τα χαπάκια στις χούφτες. Μας άρεσε το ρομποτικό, επαναλαμβανόμενο μπιτ, τα φώτα, το ντύσιμο, ο χορός, η πολύωρη λούπα που μούδιαζε το μυαλό και σε έστελνε σπίτι λιωμένο και άδειο. Είχαν και καλύτερα ηχοσυστήματα -πήγαινες μετά στον Ελλήσποντο να δεις τους Kreator και δεν καταλάβαινες ποιο τραγούδι παίζουν και στο τέλος έβγαινες γκρινιάζοντας που δεν είπανε το Toxic Trace και οι μισοί συμφωνούσαν, ενώ οι άλλοι μισοί έλεγαν «τι λε, ρε, το έπαιξαν και μάλιστα με έξτρα σόλο, που είχε κέφια o Φρανκ.

Οπότε αυτούς που το πρωί τους έβλεπες στο σχολείο και στον καφέ με εμφάνιση κάτι ανάμεσα στο στρατό των Wildlings και τους Πειρατές Της Καραϊβικής, το βράδυ εμφανίζονταν με το μεταλλικό μαλλί γλειμμένο με τόνους ζελέ και κολλημένο πίσω, με πολύχρωμα, άνετα ρούχα, με χαϊμαλιά και μπλουζάκια δίχως στάμπες -το μόνο αξεσουάρ που τους πρόδιδε ήταν οι φούσκες, που δεύτερο παπούτσι δεν είχαμε τότε να πάρουμε. Και δώσ’ του χορό ως τα ξημερώματα, ιδρώτας, ουρλιαχτά, αλκοόλ, τσιγάρα, φώτα, πολλά φώτα, πολλές Γερμανίδες, ελάχιστοι Γερμανοί που δεν άντεχαν και έβγαιναν νοκ-άουτ από νωρίς το απόγευμα στις μπυραρίες και οι γυναίκες τους ξεσάλωναν στις πίστες μέχρι να βγει ο ήλιος κι έφευγαν παρέα με παρέες που τα μόνα γερμανικά που ήξεραν ήταν κάτι «ράους» και «αχτούνγκ» από τις ταινίες του Πρέκα.

Η κορυφαία στιγμή της καριέρας μου ως ντεμέκ ρέιβερ ήταν αδιαμφισβήτητα μια νύχτα σε ένα μαγαζί της Καυταντζόγλου που τώρα δε θυμάμαι πώς το λένε, με τον Γιάννη το σκουλήκι, που ο Ντι-Τζέι, καλή του ώρα, μας έβαλε σχεδόν όλο το Music For The Jilted Generation κι εμείς κοπανιόμασταν στην πίστα με αυτά τα κεράκια που βάζουν στις τούρτες και πετάνε σπίθες, ποια είναι η ορολογία, άραγε, πώς να τα λένε. Είχαμε από ένα τέτοιο στο χέρι και όλοι ήταν στα τρία μέτρα απόσταση, μεγάλες στιγμές. Αλλά το πιο επίπονο καγκουριλίκι ήταν εκείνο στη Θάσο. Πω, ρε φίλε, όποτε παθαίνουμε χουνέρι στο γήπεδο εκείνο το τραύμα είναι που ξυπνάει και με σφάζει στον εγκέφαλο, όπως όταν αλλάζει ο καιρός, που με πονάει ο αστράγαλος από το σπάσιμο. Καμία σχέση με αυτό που έπαθαν κάτι άλλοι δικοί μου, βέβαια, που μπήκαν στο Acid από Λεωφόρο Στρατού και βγήκαν, κάτι μήνες αργότερα, από το γήπεδο της Τούμπας με χειροπέδες, αλλά ο καθένας με την εμπειρία του.

Άδεια από το προποτζήδικο να πάρω δεν έπαιζε. Το Πάρτι ήταν Παρασκευή βράδυ στη Θάσο, κάπου στη Θάσο απροσδιόριστης τοποθεσίας, συνεπώς ο μόνος τρόπος για να πάω ήταν να φύγω με το τελευταίο φέρι από Καβάλα. Έκλεισα το μαγαζί λίγο νωρίτερα, κατέβηκα με το ΚΤΕΛ στο λιμάνι, πήρα το καράβι, μιάμιση ώρα μέχρι απέναντι, έφτασα στο νησί, με παρέλαβε ο Χρήστος με το Τσαπάκι και φύγαμε κατευθείαν για το μέρος. Ωραίο μέρος. Φτάσαμε κοντά στα μεσάνυχτα, όλη η υπόλοιπη παρέα ήταν ήδη εκεί, πολύχρωμοι, ιδρωμένοι, κοπανιούνταν στην πίστα κάτω απ’ τα φώτα, όλοι κομμάτια. Στις πέντε έπρεπε να έχω φύγει, να είμαι στο λιμάνι, να προλάβω το πρώτο φέρι για Καβάλα, να ανοίξω στις οκτώμιση το μαγαζί στο χωριό.

Μετά από μια νύχτα με απεριόριστα καφριλίκια που δε χρειάζεται να περιγραφούν επειδή δεν έχουν και άμεση σχέση με τον ΠΑΟΚ, τους άφησα, με πόνο ψυχής, με κατεύθυνση το λιμάνι. Ο Χρήστος ήταν ήδη εκτός παιχνιδιού με θλάση στους νευρώνες, οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να αρθρώσουν ούτε «ουγκ», οπότε πήρα το Τσαπάκι και τους είπα πως θα το άφηνα στο λιμάνι και το κλειδί στους λιμενικούς, να πάνε αύριο να το πάρουν κι αυτοί έμειναν να με κοιτάνε με κάτι μάτια από κόμικ με τις τεράστιες κόρες που διαστέλλονταν όσο ξημέρωνε και χαμογελούσαν κουνώντας τα κεφάλια. Κι άρχισα να ψάχνω, μέσα στη νύχτα, το δρόμο για το λιμάνι, σε ένα μέρος που οι μόνες πινακίδες είναι «Πωλείται Μέλι» και «Πωλείται Γλυκό Κουταλιού».

Με κάποιο τρόπο τη βρήκα την άκρη και έφτασα εγκαίρως για το πρώτο φέρι της ημέρας. Ο λιμενικός ήταν και ο πρώτος νηφάλιος άνθρωπος που συνάντησα από το προηγούμενο βράδυ, του εξήγησα τι και πώς, έδειξε κατανόηση, παρέλαβε το κλειδί της μηχανής και το έβαλε εκεί δίπλα σε ένα κουβούκλιο, με μια πρόχειρη λίστα που του έδωσε με ονόματα αυτών που ήταν πιθανό να έρθουν το απόγευμα να το αναζητήσουν. Μπήκα στο καράβι σχεδόν ταυτόχρονα με την αναχώρηση, έξι το πρωί, με σκοπό να φτάσω εφτάμιση, να πάρω των οκτώ για το χωριό, να φάω καμιά μπουγάτσα και να πιω δέκα φραπέδες για να τη βγάλω ως τις δέκα και μισή το βράδυ που το έκλεινα τα Σάββατα και ενώ εντωμεταξύ θα έχει περάσει όλο το χωριό να καταθέσει από 90 δραχμές ο καθένας για το Λόττο της ελπίδας να γίνουν εκατομμυριούχοι.

Όταν ξανάνοιξα τα μάτια, έζησα ένα ανεπανάληπτο ντέζα-βου. Ο Φασούλας πασάρει στον Μπράουν. Ο Φασούλας κάνει επαναφορά σε χέρι αρειανού. Ο Μπάρλοου πασάρει άουτ. Ο Γιαννάκης σηκώνεται για τρίποντο. Ο Μαγκντί στέλνει το πέναλτι στο δοκάρι. Το πλοίο κάνει όπισθεν, αφήνοντας το λιμάνι της Καβάλας και γυρνάει στη Θάσο. «Σταματήστε να κατεβώ»! Με κοιτούσαν οι επιβάτες, με κοιτούσαν και οι ναυτικοί. «Γυρίστε πίσω, πρέπει να ανοίξω το μαγαζί»! Το φέρι συνέχιζε να πηγαίνει με την όπισθεν, ώσπου να κάνει τη μανούβρα και να βγει από το λιμάνι, κανείς δε μου μιλούσε, με κοιτούσαν όλοι περίεργα και με μετρούσαν, εγώ κέντραρα το σημείο κοντά στο βραχίονα όπου θα μπορούσα να πηδήξω και να κολυμπήσω μέχρι την ακτή. Έτρεμα. Ο πρώτος που με πλησίασε μου είπε κάτι του τύπου «αν ήθελες να κατεβείς Καβάλα ξέχνα το, τώρα πάμε Θάσο». Ρε κανείς δε με ξύπνησε, τι πράματα είναι αυτά, αίσχος. «Τώρα θα έρθεις πάλι μέχρι το νησί και θα σε ξαναφέρουμε πίσω». Δεν έχω φράγκο. «Δεν πειράζει». Δεν έχω τσιγάρα. «Αυτό εμένα τι με νοιάζει, ρε φίλε».

Το καράβι είχε πιάσει λιμάνι στις εφτά και μισή. Πόση ώρα να κατεβούν όλοι οι επιβάτες, να βγουν όλα τα οχήματα, τα εμπορεύματα, να ξαναμπούν όλα τα οχήματα για Θάσο, όλοι οι νέοι επιβάτες Σάββατο πρωί που πήγαιναν για το γουικέντ, οι εφημερίδες για τα περίπτερα του νησιού, εγώ κοιμόμουν και γέμιζα με σάλια το καναπεδάκι του φέρι και χαμπάρι δεν πήρα τίποτα από όλα αυτά. Τώρα γυρίζαμε Θάσο, δηλαδή άλλη μιάμιση ώρα, άλλο ένα ξεφόρτωμα κι άλλο ένα φόρτωμα να γυρίσουμε, καλό απόγευμα. Το μαγαζί. Έπιασα στην τσέπη μου τα κλειδιά. Ο γέρος δεν είχε κλειδιά. Ήταν Σάββατο. Τον ήπια.

Τέσσερις το απόγευμα έφτασα στο χωριό. Είχα κάνει τέσσερις φορές το Καβάλα-Θάσος, δύο να πας και δύο να γυρίσεις, είχα οργώσει με το Τσαπάκι τις εξοχές του νησιού για το μαγαζί όπου γινόταν το Ρέιβ-Πάρτι, είχα λιώσει τα παπούτσια μου επί πέντε ώρες στην πίστα, είχα πιει ποιος ξέρει πόσα λίτρα βότκα, είχα κοιμηθεί αποσπασματικά στο καράβι γιατί κάθε τόσο με ξυπνούσαν για έλεγχο εισιτηρίου και έπρεπε να πω την ιστορία σε καθέναν από τους ναυτικούς ώστε να πάρω την απάντηση «α, εσύ είσαι που δεν ξύπνησες, α χα χα», είχα φτάσει τη δεύτερη φορά μετά τις τρεις στην Καβάλα, είχα πάρει το ΚΤΕΛ και πήγα καρφί για το μαγαζί. Ο πατέρας μου είχε σπάσει το τζάμι δεξιά της εισόδου όταν πέρασε το πρωί και το βρήκε κλειστό κι απ’ έξω κόσμος μαζεμένος να με περιμένει σα να ήταν η πρώτη μέρα των συντάξεων, μα πού είναι αυτός, πού χάθηκε σήμερα, δεν το έχει ξανακάνει. Έριξε την πρόσοψη, άνοιξε τη διπλανή πόρτα που ήταν κανονικά σφαλισμένη με σύρτη στο πάτωμα και αναγκάστηκε, ολόκληρος ελεύθερος επαγγελματίας, να δουλέψει αυτός το μαγαζί μέχρι να επιστρέψω, δηλαδή ανήκουστα πράματα.

Θυμάμαι που φορούσα ένα άσπρο πουκάμισο απ’ έξω, το οποίο πρέπει να ήταν το πιο τσαλακωμένο ύφασμα της κλωστοϋφαντουργικής ιστορίας, το μαλλί μισό Ρέιβ Πάρτι μισό Χεντμπάνγκερς Μπολ από το στριφογύρισμα στο πλοίο, τα μάτια κλασικά θα αιμορραγούσαν, σερνόμουν, έβηχα, κατάφερα να πω «καλησπέρα». Χίλιες ατάκες του είχα βάλει στο μυαλό μου πως θα μου πει, πάλι έπεσα έξω. Το μόνο που είπε ήταν «τράβα σπίτι να κάνεις ένα ντους κι έλα γρήγορα γιατί το απόγευμα πρέπει να φύγω». Έκανα μεταβολή, πήρα να περπατάω για το σπίτι, μετά θυμήθηκα τα κλειδιά, ξαναγύρισα, του τα έδωσα, άνοιξε την κανονική πόρτα, φώναξε τον τζαμά, η μάνα μου στο σπίτι σχεδόν λιποθύμησε όταν με είδε που η καψερή ιδέα δεν είχε πως πλέον ήταν μία «Μάνα Ρέιβερ», μου έβαλε να φάω, συνήρθα. Το βράδυ, κλείνοντας, κατάλαβα τι δε μου πήγαινε καλά τόσες ώρες, μια φορά έκατσε να δουλέψει το προποτζήδικο ο γέρος και είχε μετακινήσει τον Παναθηναϊκό, που είχαμε όλες τις ομάδες αφίσα τότε στους τοίχους, τον είχε βάλει μόνο του αριστερά και είχε βάλει τον ΠΑΟΚ δεξιά, με τους υπόλοιπους, ανάμεσα στην Κόρινθο και τον Εθνικό Πειραιά, ενώ ο ΠΑΟΚ είχε μόνιμη θέση μόνος του, ανάμεσα στις βαθμολογίες. Αλλά δεν είχα κουράγιο, άφησα την τιμημένη μας εντεκάδα που πόζαρε όλο καμάρι και αυτοπεποίθηση σε κάποιο χωμάτινο γήπεδο να εξευτελίζεται όλη νύχτα ανάμεσα στους μικρούς της Άλφα Εθνικής, τον ξανάβαλα στη θέση του το άλλο πρωί.

Κριτής

Κριτής

O καλύτερος κριτής σου είναι το ίδιο σου το παιδί... Αδίστακτη κριτική λογοτεχνίας εδώ.   &nb ...

Read more
Έτοιμοι

Έτοιμοι

26 Απριλίου 2014. Η πρώτη φο ...

Read more
Νίνης

Νίνης

Η μεγάλη μου κόρη έχει ποδοσφαιρικό ένστικτο. Από τον πρώτο αγώνα που είδε στη ζωή της, ξεχώρισε αμέ ...

Read more
Μπασκετάκι-2015

Μπασκετάκι-2015

Προσωπική Ανασκόπηση: 15 πράγματα που θα θυμάμαι από την ομάδα μπάσκετ του ΠΑΟΚ το 2015. ...

Read more
Κουκουλοφόρος

Κουκουλοφόρος

Μόλις είχα φάει το σπ& ...

Read more
Είκοσι (05/01/1997)

Είκοσι (05/01/1997)

Η τιμωρία ήταν απίστε&upsilo ...

Read more
Ενοχλούμε;

Ενοχλούμε;

Για κάποιο λόγο, αυτοί που μου την πέφτουν περισσότερο είναι οι ναζιστές αεκτσήδες. Σελίδες οπαδών τ ...

Read more
0024

0024

O μεγάλος έρωτας τη&sigmaf ...

Read more
Παλαβομάρα

Παλαβομάρα

Φυσικό είναι να μιλά&epsi ...

Read more
Μαναβοκούταβο

Μαναβοκούταβο

Όταν με ρωτούσαν στο χωριό «τίνος είσαι εσύ» και απαντούσα «ο εγγονός του Μανάβη» δεν είχα ιδέα τι θ ...

Read more
Γέννα

Γέννα

Στην 4Α άναβαν φωτιές &kappa ...

Read more
0037

0037

Και πάνω που είχαμε &ka ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.