Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08

agapifΑπολύτως αναπάντεχη η συνάντηση με την παλιά μας φίλη από το σχολείο. Θα ‘χαμε καμιά δεκαετία να τη δούμε, αυτήν που κάποτε τη βλέπαμε κάθε μέρα, όλη μέρα.

Η Άννα την αγκάλιασε, τη φίλησε, ετοιμάστηκα να πάρω σειρά στην αγκαλιά της κι εγώ -και τότε είδα ποιον είχε δίπλα της. Πλάκα μας κάνει. Δεν είναι δυνατό. Ζούληξα τα μάτια μπας και δω κάτι διαφορετικό από αυτόν, αλλά παρέμενε ο ίδιος, δεν έφευγε από το οπτικό μου πεδίο. Αυτός ήταν. Πω, τι ξενέρωμα. Και τι μπέρδεμα. Πώς να φερθείς τώρα.

Έκανα χειραψία. Πήγε αυτή να με αγκαλιάσει, εγώ ήδη είχα αρχίσει να ιδρώνω, οπότε βρήκα μια μέση λύση. Ούτε αγκαλιές και φιλιά, αλλά ούτε και παγοκολόνα. Χειραψία τυπική, με ψεύτικο χαμόγελο και ήδη τις τρίχες τσουτσουριασμένες από το σοκ. Έκανε μια περίεργη γκριμάτσα αλλά το δέχτηκε, σου λέει θα σοβάρεψε αυτός, δεν κάνει άλλο αγκαλιές. Πού είστε, τι κάνετε, πού χαθήκαμε και τα λοιπά, έφτασε και στο «να σας συστήσω». Από εδώ η Άννα και ο Νίκος, φίλοι μου από το σχολείο και από εδώ ο αγαπητός. «Χάρηκα πολύ», είπε η Άννα, αλλά εγώ ούτε χάρηκα ούτε βρήκα τρόπο να κάνω νόημα στην Άννα πως δε χάρηκε αλλά δεν το ήξερε ακόμα. Μου δίνει το χέρι ο τύπος, κάνω πως δεν το βλέπω, αλλάζω κουβέντα. «Πώς από τα μέρη μας»;

Μισό λεπτό γενικότητες, άρχισα να βράζω. Η κουβέντα πήγαινε για καφέ. Να γνωριστούμε και με το παλικάρι. «Δυστυχώς, μας περιμένει ολόκληρη παρέα για να βγούμε, σήμερα με τίποτα, αλλά να το κανονίσουμε για όποτε σε βολεύει», της λέω. Η Άννα με κοιτούσε περίεργα, τι παρέα και μπαρούφες λέει αυτός, κλασικό κοπροσκύλιασμα κάνουμε, δεν έχουμε ακόμα δύο χουλιγκάνες στο σπίτι να μη μας αφήνουν ούτε για τσιγάρα στο περίπτερο να πηγαίνουμε δίχως γκρίνια, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, όπου γουστάρουμε πάμε και ό,τι ώρα γουστάρουμε γυρίζουμε σπίτι. «Θα είμαστε με τον αγαπητό τρεις μέρες στην πόλη, πάρε με τηλέφωνο αύριο να βρεθούμε για καφέ, να μη σας το χαλάσουμε σήμερα». Εντάξει, πετάχτηκα εγώ, άντε, πάμε, θα αργήσουμε και ποιος τους ακούει. Και φεύγουμε χωρίς πολλά-πολλά, σχεδόν τρέχοντας.

Στρίβουμε τη γωνιά, λέω στην Άννα «ρε τι ήταν αυτό τώρα, ανακατεύτηκε το στομάχι μου». Περιέργως, συμφωνεί και η Άννα. «Τι έπαθε αυτή, πλάκα μας κάνει, τι «αγαπητός» και «αγαπητός» μας έλεγε και δεν έλεγε το όνομα του παιδιού; Αγαπητός Πέτρος, αγαπητός Κώστας, αγαπητός Ντιέγκο; Πώς τον λέγανε δε μάθαμε τελικά». Σιωπή εγώ, είχα αρχίσει να παίρνω μπρος. «Ε, ναι, ρε φίλε, τι κουφό ήταν αυτό, από εδώ ο αγαπητός και δε μας λέει πώς τον λένε τον αγαπητό, άει σιχτίρ, πολύ συγχύστηκα τώρα. Λες και το κρατάει μυστικό. Από ποια; Από εμένα, που τα ξέρω όλα της τα μυστικά από δώδεκα χρόνων»;

Ρε φίλε, δεν πήρες χαμπάρι ποιος ήταν. «Όχι, ποιος ήταν αυτός ο αγαπητός πώς τον λένε»; Ο Αγαπητός Αμπελάς. «Το σκουλήκι; Που παίζει στον Άρη»; Αυτός. «Α! Α χα χα, γι’ αυτό έλεγε ο αγαπητός και ο αγαπητός και δεν έλεγε άλλο όνομα, α χα χα, ε, ρε μαλάκα, τώρα κατάλαβα γιατί έκανες έτσι και ήθελες να το διαλύσεις». Ε, τώρα κατάλαβες. «Πω, με σκουλήκι, ρε φίλε». Ναι. «Πωωω». Ναι. «Φτου». Φτου. «Πάμε για κάνα ποτό, να ξεχαστούμε». Πάμε.

Ντοκουμέντο

Ντοκουμέντο

Εγώ δεν έχω κολλήματα και άνετα παραδέχομαι πως έχω τα περισσότερα καμένα εγκεφαλικά από οποιονδήποτ ...

Read more
Ραδιόφωνο

Ραδιόφωνο

Το κουδούνι της πόρτας διαπέρασε το κεφάλι του σαν τρυπάνι. Άνοιξε για λίγο τα μάτια, τεντώθηκε, γύρ ...

Read more
Καλλιθέα

Καλλιθέα

Μια φορά θα έτρωγα ξύλο επειδή με πέρασαν για οπαδό αντίπαλης ομάδας. ...

Read more
Ίντερ

Ίντερ

Κριτική ΠΑΟΚ-Ίντερ 0-0 Τέτοιο πρόλογο δεν έχω ρίξει στη ζωή μου ούτε σε γκόμενα στο σχολείο, τότε π ...

Read more
Γούρια

Γούρια

Δε συνηθίζω να απαν&t ...

Read more
Σπανός

Σπανός

Έχω πάει σε αρκετές έδρες. Όχι σε όλη την Ελλάδα, όπως πολλοί δικοί μου, αλλά σε αρκετές. ...

Read more
Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός, ει&de ...

Read more
Αδιάφορο

Αδιάφορο

Όλο μου το σόι είναι ...

Read more
Συνάρτηση

Συνάρτηση

Για την καθυστέρηση έναρξης του αγώνα ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός επί 60 λεπτά και για 3 κιλά γάβρους στο γήπεδο ...

Read more
Σέλφι

Σέλφι

Τώρα εμείς της γενιάς μας ακούμε λολ και μένσιον και σέλφι και δεν έχουμε ιδέα τι εννοούν τα παιδιά. ...

Read more
Αποφόρτιση

Αποφόρτιση

Άμα πέθαινα σήμερα, η ταφόπλακα θα έγραφε «Γεννήθηκε ως Παοκτσής σε ένα 6-1 και πέθανε ως Παοκτσής μ ...

Read more
Πρωταθλήτρια

Πρωταθλήτρια

Την προηγούμενη φορά που πήραμε Πρωτάθλημα, κερδίζοντας πάλι τον Ολυμπιακό, βρισκόμουν σε ένα τρένο ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.