Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

mamaΣτο μπαλκόνι είχε μια σακούλα με μισοκαθαρισμένα σπανάκια και μια παντόφλα. Κάτω, στην τσιμεντοστρωμένη αυλή, έξι μέτρα απόσταση από το χαμηλό κάγκελο του πατρικού μου, βρήκαμε την άλλη παντόφλα, ένα στραβωμένο μαχαίρι και το αίμα της.

Ανεβήκαμε πάλι. Δεν έστεκε τίποτα. Σπανάκι, παντόφλα, μαχαίρι, αίμα. Έπεσε; Την έριξε κάποιος; Θα το μαθαίναμε, άραγε; Θα ζούσε να μας πει την ιστορία ή θα μέναμε με την απορία για πάντα;

Πιο πολύ ενδιαφέρονταν οι μπάτσοι. Διακριτικά, εννοείται, «να περάσει η δύσκολη νύχτα και ελάτε από αύριο για κατάθεση». Ποιος να την έριξε, ποιον εχθρό είχε αυτή η γυναίκα. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε οτιδήποτε. Γυρίσαμε σπίτι από το νοσοκομείο ξημερώματα, «πηγαίνετε σπίτι και ελάτε πάλι κατά τις εννιά που θα ξέρουμε περισσότερα». Χάραζε. Πήρα το λάστιχο και έπλυνα τα αίματα από την αυλή. Δύσκολη ώρα, να καθαρίζεις το αίμα της μάνας σου, αν και η εμπειρία αποδείχτηκε λιγότερο τραυματική απ’ όσο φανταζόμουν -ήταν σα να πλένω το δικό μου αίμα.

Η κυρά-Σταυρούλα κλείνει σήμερα 60 χρόνια ζωής. Εννιά περισσότερα από όσα της έδιναν οι γιατροί εκείνη τη ζόρικη νύχτα, που στην ερώτηση της αδερφής μου «θα ζήσει» απάντησαν «50-50», αλλά σ’ εμένα που με έβλεπε ψυχραιμότερο με κοίταξε στα μάτια μία από την ομάδα που μας είχε πάρει στο γραφειάκι τους και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι». Λίγες ώρες πριν είχα επιστρέψει από Λάρισα, είχα διαλύσει το κορμί μου και πίστευα πως χρειάζομαι μια βδομάδα ξάπλα για να συνέρθω, αλλά τι σου είναι το ανθρώπινο σώμα, με το που έσκασε το τηλέφωνο «τρέξε να την προλάβεις» τσιτώθηκε κάθε μυς, έγινα υπεράνθρωπος και πόνο δεν ένιωθα πουθενά.

Βάλαμε μια ταινία του Βέγγου. Αυτή ήταν η αντίδρασή μας στην αναμονή αν θα ζήσει ή θα πεθάνει η μάνα μας. Εκτός από τους δεσμούς του αίματος, μας ένωνε η μεγάλη μας αγάπη για τον Θου-Βου από τότε που ήμασταν πιτσιρίκια, παρέα βλέπαμε οι τρεις μας όποτε έπαιζε η τηλεόραση τις ταινίες του, το μοναδικό παρατσούκλι που είχα ποτέ στο σπίτι ήταν αυτό: «Βέγγος», έτσι με φώναζε από τότε που με θυμάμαι, έβλεπε στο γιο της την ίδια παλαβομάρα με τον αγαπημένο μας ήρωα. Δεν κοιτάζαμε στην τηλεόραση, αλλά μας άρεσε να παίζει ο Θανάσης ο Πολυτεχνίτης, που άλλαζε χίλια επαγγέλματα και πουθενά δε στέριωνε, όσο μετρούσαμε τα λεπτά για να ξαναγυρίσουμε στο νοσοκομείο.

«Αν συνεχιστεί κι άλλο το πρήξιμο δεν θα μπορεί να ανασάνει και θα τη χάσουμε». Είχε πέσει με το σαγόνι από τα έξι μέτρα στο τσιμέντο, είχε γίνει θρύψαλα το μισό της πρόσωπο, είχαν πρηστεί τα πάντα στο λαιμό της εσωτερικά, την κρατούσαν με το ζόρι και με προσευχές. «Είναι θέμα οργανισμού». Και πάνω στην αγωνία μας, στο πιο βασανιστικό πρωινό που είχαμε περάσει στη ζωή μας ως τότε, μας ήρθε και η κατραπακιά: «Σουρωμένη ήταν, βρωμούσε ουίσκι η μάνα σας». Κι εκεί χάσαμε κάθε εμπιστοσύνη στο γιατρό, που έτυχε και συγγενής αλλά δεν το ξέραμε τότε: Σουρωμένη η μάνα μας, που έχω να τη δω να πίνει από το 1981 που βγήκε το ΠΑΣΟΚ και ήπιε μισό ποτήρι λικέρ από κράνα, κάτι δεν πάει καλά με δαύτον, ο τύπος είναι επικίνδυνος. «Τα είχε πιει, γι’ αυτό έπεσε», είπε και μας άφησε να χάσκουμε, μπροστά σε όλο το σόι που είχε μαζευτεί για να μας απαλύνει τον πόνο.

Ως το μεσημέρι, το «50-50» είχε γίνει «μάλλον το ξεπερνάει» και ως το βράδυ «η μάνα σας κέρδισε τη μάχη» και τα σχετικά που ανακοινώνουν όλο χαρά οι νοσοκόμες όποτε σώνεται ένας άνθρωπος από τα χέρια τους και λάμπουν τα μάτια τους όταν σε κοιτάνε. Μπήκαμε στην εντατική, μας άφησαν στη ζούλα, παιδιά της είστε, είδαμε κάτι που έμοιαζε με άνθρωπο αλλά η μάνα μας ήταν, τη βλέπαμε ακόμα σαστισμένη κάτω από τα αίματα και τα πρηξίματα, το πρόσωπό της διπλό από το χτύπημα στο τσιμέντο, η μάνα μας, ζωντανή, χαιρόταν με τα μάτια, το μόνο πράμα που ήταν ανέγγιχτο στο κορμί της, ανάμεσα στα σωληνάκια, τις γάζες, τη μαυρίλα στο υπόλοιπο σώμα της. «Χάλια την έκανες την αυλή, πρέπει να ξαναρίξουμε τσιμέντο», της είπα. Γέλασε. Πόνεσε. Ξαναγέλασε.

Άρχισε να μου γράφει στην παλάμη με το δάχτυλό της. Γάμα. Άλφα. Ταυ. Άλφα. «Γάτα». Δεν μπορούσα να καταλάβω, ακόμα κι έτσι έγραφε καλλιγραφικά, με τα παιδικά της γράμματα που ποτέ δεν άλλαξε, τα γράμματα από τα σημειώματα που άφηνε όταν έφευγε στις δύο το πρωί για τη δουλειά πού έχει φαγητό και να μην ξεχάσουμε να πιούμε γάλα και να πάρουμε ζακέτα για το σχολείο. Κι όμως, συνεννοηθήκαμε. Καθάριζε το σπανάκι, ήρθε η γάτα από κάτω, πήγε να της πετάξει φαγητό όπως κάθε βράδυ, γλίστρησε η παντόφλα, έφυγε από το μπαλκόνι με τα μούτρα. Με το μαχαίρι στο χέρι, δεν τ’ άφησε μέχρι που έσκασε το σαγόνι της στο τσιμέντο. Και το ουίσκι; Όμικρον. Χι. Γιώτα. Ο γιατρός είπε πως είχες πιει, τι βλακείες μας λέει. Δέλτα. Έψιλον. Νι. Πι. Γιώτα. Νι. Ωμέγα. Εμείς το ξέρουμε, στον γιατρό να το πεις.

Έκλαιγε. Μην κλαις, θα μας διώξουν αν σε ταράζουμε. Ξαναπήρε το χέρι μου. Έψιλον. Γάμα. Γάμα. Όμικρον. Νι. Άλφα. Κάπα. Γιώτα. Δεν τσιγκουνεύτηκε δυο γράμματα παραπάνω. Τώρα το θέλεις το εγγονάκι; Έξω είναι η νύφη σου, να την πάρω και να την πέσουμε σε κανένα κρεβάτι στο νοσοκομείο; Γέλασε πάλι. «Ναι», έγνεψε. Θα το ‘χεις και το εγγονάκι, μη σκέφτεσαι τέτοια τώρα, τώρα πρέπει να πολεμήσεις για να το χαρείς το εγγονάκι, εντάξει; Εντάξει. Δεν πέρασε καιρός και της πήγαμε δώρο το τεστ εγκυμοσύνης: «Εγώ τις υποσχέσεις μου τις τηρώ». Και μετά, άλλα τρία, από δυο ο καθένας μας, να έχει να καμαρώνει.

Όλα στη διάγνωση ήταν συντριπτικά. Συντριπτικό κάταγμα εδώ, συντριπτικό κάταγμα εκεί, από όλο το σύστημα στο πρόσωπο της έμεινε ένα δόντι μοναχό, το οποίο της λέγαμε να το κρατήσει για να ανοίγουμε τις μπύρες και μια φορά πήγε στο ψυγείο κι έφερε μία, κάνοντας νόημα «να την ανοίξω»; Δέκα μέρες Καβάλα, δέκα μέρες Παπανικολάου, ένα μήνα στο σπίτι, πλάκες τιτανίου, ακτινογραφίες, γιατροί, διευθυντές, εκατοντάδες χιλιόμετρα πήγαινε-έλα, ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τρώει με καλαμάκι φαγητό αλεσμένο, πέρασε ο καιρός, στάθηκε στα πόδια της. Έγινε ανάμνηση εκείνο το γαμημένο μαγιάτικο βράδυ, όλα έδεσαν όπως έπρεπε, τα κόκαλα, η μασέλα, το πρόσωπο επανήλθε αργά αργά στην όμορφη θέση του.

«Είχα φάει μπακαλιάρο με σκορδαλιά», είπε κάποια στιγμή. «Αυτό θα μύρισε ο γιατρός και είπε πως είχα πιει αλκοόλ». Ξεραθήκαμε. Ξαναήπιε αλκοόλ, στο γάμο της, πήρε η ζωή και της επέστρεφε αβέρτα όσα της χρωστούσε, επέζησε από τέτοιο χτύπημα, ανάρρωσε, ομόρφυνε πάλι, παντρεύτηκε, βρήκε έναν άνθρωπο να μοιράζεται την καθεμέρα της μετά από όλα αυτά. Και μόλις ηρέμησε ήρθε ο καρκίνος. «Σιγά το πράμα, εδώ ξεπέρασα εκείνο το πέσιμο, στον καρκίνο θα κωλώσω; Χα! Δε με ξέρει καλά». «Χα», αυτό το «χα» της, το σήμα κατατεθέν, λίγο από Βέγγο, λίγο από τον μικρό Βέγγο, εμένα, που της το είχα κολλήσει. Τον κατάπιε. Νίκησε πάλι. 90 χρόνια ΠΑΟΚ, 40 χρόνια Θύρα 4, 60 χρόνια κυρά-Σταυρούλα κι έχουμε ακόμα.

Στον Άγιο Λουκά έχουνε τηλεοράσεις στις αίθουσες τοκετών. Εμείς δε βλέπαμε τηλεόραση, ούτως ή άλλως, αλλά την είχανε να παίζει από το πρωί που είχαμε πάει για τη γέννα της μελλοντικής Χουλιγκάνας κι αυτό το σκασμένο δεν έλεγε να γεννηθεί επί δώδεκα ώρες. Η κυρά-Σταυρούλα απ’ έξω, στα δέκα μέτρα, έστελνε μηνύματα από το κινητό που το είχε μάθει για να ενημερώνεται. «Ακόμα»; «Πόσα εκατοστά»; «Άντε βρε». Επτά και είκοσι έσκασε μύτη η μικρή, την πήρε ο γιατρός και τη σήκωσε μπροστά μας με τον ομφάλιο λώρο να κρέμεται κι όπως την πρωτοείδα, πανέμορφη, κούκλα, θεά, μέσα στα αίματα, δάκρυσα και στη θολούρα είδα πίσω της, στην τηλεόραση, τον Βέγγο να τρέχει πάνω κάτω στην οθόνη της ΝΕΤ και να μην μπορεί να στεριώσει σε μια δουλειά. Κοιταχτήκαμε με την Άννα για μια στιγμή -μόνο εμείς οι δύο καταλαβαίναμε πως η ζωή μας έκλεινε το μάτι.

Επιστήμη

Επιστήμη

Με βάση την τελευταία σοβαρή έρευνα (του Focus, το 2006), οι Παοκτσήδες ήταν το 13% του πληθυσμού. ...

Read more
Σπρέι

Σπρέι

Ο Ν. είχε γεμίσει στο Γυμνάσιο όλη την πόλη με ΤΑΔΕ-7. Τοίχους, παγκάκια, στάσεις, κάθε δέκα μέτρα έ ...

Read more
Αδιάφορο

Αδιάφορο

Όλο μου το σόι είναι ...

Read more
Η Ζωή Μετά (2002)

Η Ζωή Μετά (2002)

Η περίοδος 2001-2002 ήταν η τ&e ...

Read more
Όμιλοι

Όμιλοι

Ίσως η πιο γελοία έμ&pi ...

Read more
Ζούκοφ

Ζούκοφ

Τούτος εδώ είναι ο Νικόλας ο Τόσκας. Η κορυφή στην ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη της Ε ...

Read more
0002

0002

Χρειάστηκε ένας άνθρ&o ...

Read more
Μπουγάτσα

Μπουγάτσα

Ναι, εντάξει, τα ξέρου ...

Read more
Σεκάπ

Σεκάπ

Η διαδικασία είναι γνωστή όσο και κλασική. Παίρνεις το πρόγραμμα με τις αγωνιστικές που απομένουν, π ...

Read more
Ενέργεια

Ενέργεια

Αριστερά, τα πιο πο&lambda ...

Read more
Αλέ

Αλέ

Πάντα οι επιλογές μ&omic ...

Read more
Χοτ-ντογκ

Χοτ-ντογκ

Κριτική ΠΑΟΚ-Πανιώνιος 81-63 Ωραία ήταν στο μπασκετάκι, αν και δεν έχω ξαναδεί αγώνα του ΠΑΟΚ με τό ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.