Ενισχυτές

Ενισχυτές

Με κάθε αντίπαλο...

Ανάσα

Ανάσα

Πρώτη φορά πήγα στο...

Μαυρίδης

Μαυρίδης

Οι μόνοι που...

Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

  • Ενισχυτές

    Ενισχυτές

    Monday, 23 October 2017 23:18
  • Ανάσα

    Ανάσα

    Saturday, 21 October 2017 22:59
  • Μαυρίδης

    Μαυρίδης

    Saturday, 21 October 2017 12:40
  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01

mamaΣτο μπαλκόνι είχε μια σακούλα με μισοκαθαρισμένα σπανάκια και μια παντόφλα. Κάτω, στην τσιμεντοστρωμένη αυλή, έξι μέτρα απόσταση από το χαμηλό κάγκελο του πατρικού μου, βρήκαμε την άλλη παντόφλα, ένα στραβωμένο μαχαίρι και το αίμα της.

Ανεβήκαμε πάλι. Δεν έστεκε τίποτα. Σπανάκι, παντόφλα, μαχαίρι, αίμα. Έπεσε; Την έριξε κάποιος; Θα το μαθαίναμε, άραγε; Θα ζούσε να μας πει την ιστορία ή θα μέναμε με την απορία για πάντα;

Πιο πολύ ενδιαφέρονταν οι μπάτσοι. Διακριτικά, εννοείται, «να περάσει η δύσκολη νύχτα και ελάτε από αύριο για κατάθεση». Ποιος να την έριξε, ποιον εχθρό είχε αυτή η γυναίκα. Δεν μπορούσαμε να σκεφτούμε οτιδήποτε. Γυρίσαμε σπίτι από το νοσοκομείο ξημερώματα, «πηγαίνετε σπίτι και ελάτε πάλι κατά τις εννιά που θα ξέρουμε περισσότερα». Χάραζε. Πήρα το λάστιχο και έπλυνα τα αίματα από την αυλή. Δύσκολη ώρα, να καθαρίζεις το αίμα της μάνας σου, αν και η εμπειρία αποδείχτηκε λιγότερο τραυματική απ’ όσο φανταζόμουν -ήταν σα να πλένω το δικό μου αίμα.

Η κυρά-Σταυρούλα κλείνει σήμερα 60 χρόνια ζωής. Εννιά περισσότερα από όσα της έδιναν οι γιατροί εκείνη τη ζόρικη νύχτα, που στην ερώτηση της αδερφής μου «θα ζήσει» απάντησαν «50-50», αλλά σ’ εμένα που με έβλεπε ψυχραιμότερο με κοίταξε στα μάτια μία από την ομάδα που μας είχε πάρει στο γραφειάκι τους και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι». Λίγες ώρες πριν είχα επιστρέψει από Λάρισα, είχα διαλύσει το κορμί μου και πίστευα πως χρειάζομαι μια βδομάδα ξάπλα για να συνέρθω, αλλά τι σου είναι το ανθρώπινο σώμα, με το που έσκασε το τηλέφωνο «τρέξε να την προλάβεις» τσιτώθηκε κάθε μυς, έγινα υπεράνθρωπος και πόνο δεν ένιωθα πουθενά.

Βάλαμε μια ταινία του Βέγγου. Αυτή ήταν η αντίδρασή μας στην αναμονή αν θα ζήσει ή θα πεθάνει η μάνα μας. Εκτός από τους δεσμούς του αίματος, μας ένωνε η μεγάλη μας αγάπη για τον Θου-Βου από τότε που ήμασταν πιτσιρίκια, παρέα βλέπαμε οι τρεις μας όποτε έπαιζε η τηλεόραση τις ταινίες του, το μοναδικό παρατσούκλι που είχα ποτέ στο σπίτι ήταν αυτό: «Βέγγος», έτσι με φώναζε από τότε που με θυμάμαι, έβλεπε στο γιο της την ίδια παλαβομάρα με τον αγαπημένο μας ήρωα. Δεν κοιτάζαμε στην τηλεόραση, αλλά μας άρεσε να παίζει ο Θανάσης ο Πολυτεχνίτης, που άλλαζε χίλια επαγγέλματα και πουθενά δε στέριωνε, όσο μετρούσαμε τα λεπτά για να ξαναγυρίσουμε στο νοσοκομείο.

«Αν συνεχιστεί κι άλλο το πρήξιμο δεν θα μπορεί να ανασάνει και θα τη χάσουμε». Είχε πέσει με το σαγόνι από τα έξι μέτρα στο τσιμέντο, είχε γίνει θρύψαλα το μισό της πρόσωπο, είχαν πρηστεί τα πάντα στο λαιμό της εσωτερικά, την κρατούσαν με το ζόρι και με προσευχές. «Είναι θέμα οργανισμού». Και πάνω στην αγωνία μας, στο πιο βασανιστικό πρωινό που είχαμε περάσει στη ζωή μας ως τότε, μας ήρθε και η κατραπακιά: «Σουρωμένη ήταν, βρωμούσε ουίσκι η μάνα σας». Κι εκεί χάσαμε κάθε εμπιστοσύνη στο γιατρό, που έτυχε και συγγενής αλλά δεν το ξέραμε τότε: Σουρωμένη η μάνα μας, που έχω να τη δω να πίνει από το 1981 που βγήκε το ΠΑΣΟΚ και ήπιε μισό ποτήρι λικέρ από κράνα, κάτι δεν πάει καλά με δαύτον, ο τύπος είναι επικίνδυνος. «Τα είχε πιει, γι’ αυτό έπεσε», είπε και μας άφησε να χάσκουμε, μπροστά σε όλο το σόι που είχε μαζευτεί για να μας απαλύνει τον πόνο.

Ως το μεσημέρι, το «50-50» είχε γίνει «μάλλον το ξεπερνάει» και ως το βράδυ «η μάνα σας κέρδισε τη μάχη» και τα σχετικά που ανακοινώνουν όλο χαρά οι νοσοκόμες όποτε σώνεται ένας άνθρωπος από τα χέρια τους και λάμπουν τα μάτια τους όταν σε κοιτάνε. Μπήκαμε στην εντατική, μας άφησαν στη ζούλα, παιδιά της είστε, είδαμε κάτι που έμοιαζε με άνθρωπο αλλά η μάνα μας ήταν, τη βλέπαμε ακόμα σαστισμένη κάτω από τα αίματα και τα πρηξίματα, το πρόσωπό της διπλό από το χτύπημα στο τσιμέντο, η μάνα μας, ζωντανή, χαιρόταν με τα μάτια, το μόνο πράμα που ήταν ανέγγιχτο στο κορμί της, ανάμεσα στα σωληνάκια, τις γάζες, τη μαυρίλα στο υπόλοιπο σώμα της. «Χάλια την έκανες την αυλή, πρέπει να ξαναρίξουμε τσιμέντο», της είπα. Γέλασε. Πόνεσε. Ξαναγέλασε.

Άρχισε να μου γράφει στην παλάμη με το δάχτυλό της. Γάμα. Άλφα. Ταυ. Άλφα. «Γάτα». Δεν μπορούσα να καταλάβω, ακόμα κι έτσι έγραφε καλλιγραφικά, με τα παιδικά της γράμματα που ποτέ δεν άλλαξε, τα γράμματα από τα σημειώματα που άφηνε όταν έφευγε στις δύο το πρωί για τη δουλειά πού έχει φαγητό και να μην ξεχάσουμε να πιούμε γάλα και να πάρουμε ζακέτα για το σχολείο. Κι όμως, συνεννοηθήκαμε. Καθάριζε το σπανάκι, ήρθε η γάτα από κάτω, πήγε να της πετάξει φαγητό όπως κάθε βράδυ, γλίστρησε η παντόφλα, έφυγε από το μπαλκόνι με τα μούτρα. Με το μαχαίρι στο χέρι, δεν τ’ άφησε μέχρι που έσκασε το σαγόνι της στο τσιμέντο. Και το ουίσκι; Όμικρον. Χι. Γιώτα. Ο γιατρός είπε πως είχες πιει, τι βλακείες μας λέει. Δέλτα. Έψιλον. Νι. Πι. Γιώτα. Νι. Ωμέγα. Εμείς το ξέρουμε, στον γιατρό να το πεις.

Έκλαιγε. Μην κλαις, θα μας διώξουν αν σε ταράζουμε. Ξαναπήρε το χέρι μου. Έψιλον. Γάμα. Γάμα. Όμικρον. Νι. Άλφα. Κάπα. Γιώτα. Δεν τσιγκουνεύτηκε δυο γράμματα παραπάνω. Τώρα το θέλεις το εγγονάκι; Έξω είναι η νύφη σου, να την πάρω και να την πέσουμε σε κανένα κρεβάτι στο νοσοκομείο; Γέλασε πάλι. «Ναι», έγνεψε. Θα το ‘χεις και το εγγονάκι, μη σκέφτεσαι τέτοια τώρα, τώρα πρέπει να πολεμήσεις για να το χαρείς το εγγονάκι, εντάξει; Εντάξει. Δεν πέρασε καιρός και της πήγαμε δώρο το τεστ εγκυμοσύνης: «Εγώ τις υποσχέσεις μου τις τηρώ». Και μετά, άλλα τρία, από δυο ο καθένας μας, να έχει να καμαρώνει.

Όλα στη διάγνωση ήταν συντριπτικά. Συντριπτικό κάταγμα εδώ, συντριπτικό κάταγμα εκεί, από όλο το σύστημα στο πρόσωπο της έμεινε ένα δόντι μοναχό, το οποίο της λέγαμε να το κρατήσει για να ανοίγουμε τις μπύρες και μια φορά πήγε στο ψυγείο κι έφερε μία, κάνοντας νόημα «να την ανοίξω»; Δέκα μέρες Καβάλα, δέκα μέρες Παπανικολάου, ένα μήνα στο σπίτι, πλάκες τιτανίου, ακτινογραφίες, γιατροί, διευθυντές, εκατοντάδες χιλιόμετρα πήγαινε-έλα, ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τρώει με καλαμάκι φαγητό αλεσμένο, πέρασε ο καιρός, στάθηκε στα πόδια της. Έγινε ανάμνηση εκείνο το γαμημένο μαγιάτικο βράδυ, όλα έδεσαν όπως έπρεπε, τα κόκαλα, η μασέλα, το πρόσωπο επανήλθε αργά αργά στην όμορφη θέση του.

«Είχα φάει μπακαλιάρο με σκορδαλιά», είπε κάποια στιγμή. «Αυτό θα μύρισε ο γιατρός και είπε πως είχα πιει αλκοόλ». Ξεραθήκαμε. Ξαναήπιε αλκοόλ, στο γάμο της, πήρε η ζωή και της επέστρεφε αβέρτα όσα της χρωστούσε, επέζησε από τέτοιο χτύπημα, ανάρρωσε, ομόρφυνε πάλι, παντρεύτηκε, βρήκε έναν άνθρωπο να μοιράζεται την καθεμέρα της μετά από όλα αυτά. Και μόλις ηρέμησε ήρθε ο καρκίνος. «Σιγά το πράμα, εδώ ξεπέρασα εκείνο το πέσιμο, στον καρκίνο θα κωλώσω; Χα! Δε με ξέρει καλά». «Χα», αυτό το «χα» της, το σήμα κατατεθέν, λίγο από Βέγγο, λίγο από τον μικρό Βέγγο, εμένα, που της το είχα κολλήσει. Τον κατάπιε. Νίκησε πάλι. 90 χρόνια ΠΑΟΚ, 40 χρόνια Θύρα 4, 60 χρόνια κυρά-Σταυρούλα κι έχουμε ακόμα.

Στον Άγιο Λουκά έχουνε τηλεοράσεις στις αίθουσες τοκετών. Εμείς δε βλέπαμε τηλεόραση, ούτως ή άλλως, αλλά την είχανε να παίζει από το πρωί που είχαμε πάει για τη γέννα της μελλοντικής Χουλιγκάνας κι αυτό το σκασμένο δεν έλεγε να γεννηθεί επί δώδεκα ώρες. Η κυρά-Σταυρούλα απ’ έξω, στα δέκα μέτρα, έστελνε μηνύματα από το κινητό που το είχε μάθει για να ενημερώνεται. «Ακόμα»; «Πόσα εκατοστά»; «Άντε βρε». Επτά και είκοσι έσκασε μύτη η μικρή, την πήρε ο γιατρός και τη σήκωσε μπροστά μας με τον ομφάλιο λώρο να κρέμεται κι όπως την πρωτοείδα, πανέμορφη, κούκλα, θεά, μέσα στα αίματα, δάκρυσα και στη θολούρα είδα πίσω της, στην τηλεόραση, τον Βέγγο να τρέχει πάνω κάτω στην οθόνη της ΝΕΤ και να μην μπορεί να στεριώσει σε μια δουλειά. Κοιταχτήκαμε με την Άννα για μια στιγμή -μόνο εμείς οι δύο καταλαβαίναμε πως η ζωή μας έκλεινε το μάτι.

Μπασκετάκι

Μπασκετάκι

Ποτέ δε μάλωσα με κάποιον που βρίζει τον Κοντό, αν και τελευταία το πράμα έχει παρασοβαρέψει. Χαλιέ ...

Read more
Αποχαιρετισμός

Αποχαιρετισμός

Η καταραμένη ξενιτιά μ& ...

Read more
Μετανάστης

Μετανάστης

Μεγάλη κωλομέρα η χθεσινή. Αποχαιρέτησα τον καλύτερο φίλο μου, που έφυγε για την ξενιτιά. Πρώτη φορά ...

Read more
2016

2016

Πέρσι από το 2015 περίμενα να μου φέρει διαφορετικά πράματα. «Πάει ο κοντός ο χρόνος, ας ψηλώσουμε, ...

Read more
Λουκέτο

Λουκέτο

Τελευταία ζακέτα. Π ...

Read more
Ψέματα

Ψέματα

Έλα, μάνα, θυμάσαι μια φορά που σου είπα πως πάω να γραφτώ στη σχολή στη Θεσσαλονίκη και είχες πει « ...

Read more
Κεκλεισμένων

Κεκλεισμένων

Το πιο ηλίθιο μέτρο &ta ...

Read more
Κινέζος

Κινέζος

Μάλιστα. Τ’ ακούσαμε κι αυτό. Έχουμε και τέτοιους συνοπαδούς, τι να κάνεις. Η ατάκα, αυτολεξεί, ...

Read more
Ισοβίτες

Ισοβίτες

Πανηγύριζαν οι Ισπανοί, εγώ έκλαιγα πάνω στα σύρματα στην 4, δίπλα στον Μάριο που κοίταζε στο πουθεν ...

Read more
Εγνατία

Εγνατία

Όποιος έχει δει το «Ηλίθιος Και Πανηλίθιος» συνεχίζει να διαβάζει. Κάποτε, η Εγνατία Ασφαλιστική χάρ ...

Read more
Λιποτάκτης

Λιποτάκτης

Εγώ για τα χρέη μιας Ανώνυμης Εταιρείας δεν πολεμάω. Ό,τι είχα το έδωσα στα τσιμέντα, στα κάγκελα, ...

Read more
Δευτερηθέσιους

Δευτερηθέσιους

Όλοι κατέβαζαν σειρές από το ίντερνετ με ελληνικούς υπότιτλους αλλά κανείς δε σκεφτόταν ποιος έφτιαχ ...

Read more

Θανασάκης

logo