Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

ximiaΤο μεγαλύτερο πανί που κρεμάστηκε στη μεγαλύτερη σε μέγεθος εκδρομή αντικατόπτριζε και την οπτική κάποιων αυτής της γενιάς για τον ΠΑΟΚ: Καμάρι όχι επειδή είναι Παοκτσήδες, αλλά επειδή παίρνουν ναρκωτικά.

Το ακούς στα συνθήματα, το αντιλαμβάνεσαι τριγύρω στις κουβέντες, το θαύμασες και στον τελικό της αηδίας πριν τρία χρόνια. Η μεγαλύτερη μετακίνηση ναρκωτικών. Ούτε ΠΑΟΚ, ούτε τίποτα. Ναρκωτικά, ναρκωτικά, νιανιανιά, νιανιανιά, χασίσι πίνουμε πολύ, έτσι μάθαμε από παιδιά. Και να πεις πως είναι πολλοί, πάει στο διάολο -οι περισσότεροι δεν έχουν σχέση με το άθλημα. Γιατί να κολλάνε τα μυαλά τους και να τραγουδάνε ωδές στη μαστούρα τους και όχι στη μαστούρα του ΠΑΟΚ, τι να πω, δεν το καταλαβαίνω.

Ένας δικός μου με ρώτησε, σε μια στάση, «κουβαλάς τίποτα»; «Τρεις καρτέλες», του είπα, «θες να σε φτιάξω»; Τρέξανε τα σάλια του, με σκάναρε από πάνω μέχρι κάτω, περίμενε σαν ατάιστος σκύλος να βγάλω το κόκαλο να το γλείψει. Ντεπόν, Μεσουλίντ, Μαλόξ. «Πλάκα με κάνεις, ρε μαλάκα»; Όχι, γιατί να σου κάνω πλάκα, καθένας με τη χημεία του και το φτιάξιμό του. «Είπα κι εγώ, μια φορά να έχεις κι εσύ κάτι να κεράσεις, ρε φίλε. Πάω στους άλλους». Δεν είχα να κεράσω. Ούτε να κεραστώ είχα σκοπό, δεν ξέρω γιατί το είπε έτσι ο τύπος, θα με μπέρδεψε με άλλον ή θα με μπέρδεψε με εμένα πριν από είκοσι τόσα χρόνια, που μπορεί πάλι να μην κερνούσα αλλά είχα καλές παρέες.

Κορόιδευαν τα πιτσιρίκια, «τι τα κουβαλάς όλα αυτά». Ντεπόν για τον πονοκέφαλο, Μεσουλίντ για τον απίστευτο πονοκέφαλο, Μαλόξ για τα δακρυγόνα. «Πφφφ». Καλά. Όταν θα τα τρώμε στο κεφάλι να δούμε ποιος θα προλάβει να μου κάνει τράκα. Δε χρειάστηκαν, τελικά, αν και έφαγα προληπτικά ένα στο φευγιό, όταν άκουσα τα πρώτα μπαμ-μπουμ που, ευτυχώς, ήταν απλές χειροβομβίδες που μας τα έκαναν αέρα. Αλλά τα Μεσουλίντ μου έσωσαν την εκδρομή. Δεν είχα ξαναπάρει, ήταν πρόταση του οδοντίατρου, «στα μεγάλα ζόρια μόνο αυτά θα σε σώσουν, αλλά το νου σου, όχι πολλά, θα χαλάσεις τα νεφρά σου».

Περάσαμε αυτά που περάσαμε όλη νύχτα κι όλη μέρα στο δρόμο, φτάσαμε καμιά ώρα πριν το παιχνίδι και άρχισα να καταρρέω. Το αυχενικό δεν αστειεύεται μετά από τόσες ώρες διπλωμένος στη θέση, ένιωθα τα τρυπάνια στα μηνίγγια και έτρεμα. Έβγαλα την καρτέλα με τα Μεσουλίντ, την κοίταξα, ένιωσα ένα δέος λόγω της περιγραφής από το γιατρό, θυμήθηκα τις γαλαρίες που ηρεμούσαν με τα Άλφα και με τα Ύψιλον και κόλλησε το μυαλό μου, πάντα τη σιχαινόμουνα τη χημεία, δεν την ακούμπησα ποτέ. Αλλά αυτά ήταν νόμιμα, πουλιούνται ελεύθερα στα φαρμακεία, τι να πάθεις, άντε να σε πιάσει κανένα τσιρλιό, δε γαμιέται, να περάσει το κεφάλι, να μπορώ να φωνάξω, να αδειάσω το μυαλό μου, να μπούμε μέσα στο τέλος, να σηκώσουμε το Κύπελλο με την ομάδα, να κάνουμε το γύρο του θριάμβου και ποιος ξέρει αν τα βαζελάκια θα έχουνε κέφια για ομορφιές, θα χρειαστούν δυνάμεις, πάρ’ το να συνέρθεις. «Φάε κάτι, θα σε ξεσκίσει», είπε κάποιος, νομίζω ο Μήτσος. Τι να φάω, πού να το βρω. «Έχει απ’ έξω χοτ-ντογκ». Λες; «Ναι, ρε, με άδειο στομάχι θα πάθεις ζημιά».

Όντως, είχε απ’ έξω μια ιστορία που πουλούσαν χοτ-ντογκ. Το έχω λίγο θολό, πλήρωνες και μετά έπαιρνες, κάπως έτσι. Αλλά την ώρα που πήγα εγώ είχαν τελειώσει, γκρίνιαζε ο κόσμος, φώναζαν οι κάγκουρες, φώναζε και ο υπεύθυνος εκεί πέρα να ηρεμήσουν, «σε λίγο μας φέρνουν από το άλλο κυλικείο», ωραία κατάσταση. Καμιά εκατοστή δικοί μας, μίρλα, βρισίδια, τα λεφτά μας πίσω. Πάω κοντά, λέω «ένα σκέτο μπορώ να έχω»; «Βεβαίως», απαντάει η όμορφη κοπέλα, που δεν τη θυμάμαι αλλά γράφω «όμορφη κοπέλα» για να ομορφύνει το κείμενο, «κάν’ τα δύο», το ξανασκέφτομαι, «βεβαίως», ξαναλέει η όμορφη κοπέλα και τσακ-μπαμ μου δίνει δύο χοτ-ντογκ, ενώ τριγύρω μου ο πεινασμένος Λαός κοιτάζει απορημένος. Επειδή ο παλιός την πήρε γραμμή τη δουλειά, αυτοί οι νέοι ήθελαν μουστάρδες και κέτσαπ και ιστορίες στο φαγητό τους, δεν την πάλευαν με το σκέτο το κρέας και το ψωμί τα καλομαθημένα, τελείωσε η μουστάρδα, τελείωσε και η κέτσαπ και κόλλησε ο μηχανισμός. Αφού τα έβλεπα τα λουκάνικα, έβλεπα και τα ψωμάκια, την έκανα τη δουλειά. Μέχρι να ανοίξω δρόμο να φύγω, άρχισαν όλοι το ίδιο: «Δύο σκέτα για μένα», «ένα εγώ», «καλά, ρε μαλακισμένες, είχατε και δε μας το λέτε» και γενικώς αυτά που συμβαίνουν όταν πάω κάπου και τα κάνω όλα πουτάνα και φεύγω.

Μπαίνω στο γήπεδο πάλι, την πέφτω κάτω και αραδιάζω το φαγητό. Ο Λαός είναι όρθιος εκείνη την ώρα, τραγουδάνε όλοι, εγώ αρχίζω το μασούλημα για να πάρω το χάπι. Κι αρχίζει να βρέχει. Ρε φίλε, όλη μέρα μας έκαψες, τώρα βρήκες να βρέξεις, που είπαμε να βάλουμε κάτι στο στόμα μας; Ατρόμητος εγώ, ο ατρόμητος των Αθηνών, συνεχίζω το μπούκωμα, που ήταν και μπαγιάτικο το ψωμάκι και στον επόμενο τελικό είπα θα κουβαλήσω μαζί μου από το φούρνο εδώ στη Θεσσαλονίκη και όντως η Άννα στο Βόλο είχε καμιά σαράντα-πενήντα σαντουιτσάκια μαζί της και φάγαμε σαν άνθρωποι πριν την κούπα, βγάζουν τις μπλούζες οι Παοκτσήδες μέσα στη βροχή και αρχίζουν να τις κουνάνε πέρα-δώθε και να φωνάζουν συνθήματα. Επιταχύνω το ρυθμό, να φάω, να πάρω το Μεσουλίντ να προλάβω κι εγώ το πανηγύρι, χιλιάδες ασπρόμαυρα κορμιά να χοροπηδάνε κι εγώ χωμένος κάτω να τρώω τα λουκάνικα. Τελείωσα το πρώτο, έβρεχε, ο κόσμος τραγουδούσε και χόρευε, με έπαιρναν και βίντεο κάτι ηλίθιοι τι να σας πω σπουδαίο αξιοθέατο, έφαγα και το δεύτερο, σκουπίστηκα, ήπια και λίγο νεράκι, πήρα το χάπι, εκεί κάπου λίγο μετά την έναρξη συνήρθα. «Ωραία», σκέφτηκα, «τώρα θα πάρω το αίμα μου πίσω», ίσα που πρόλαβα να δω απέναντι την κλειστή γωνία του Γλύκου στο 1-0.

Κενό

Κενό

Σαν σήμερα, πριν από α&kappa ...

Read more
Ρομαντικός

Ρομαντικός

Οι περισσότεροι Παοκτσήδες κοροϊδεύουν τους αρειανούς για την περιοδεία τους στα χωράφια της Γάμα Εθ ...

Read more
Απόντες

Απόντες

Σε κάθε εντός έδρας αγώνα φέτος, ο ΠΑΟΚ ήταν στην πρώτη θέση πριν αρχίσει το ματς. ...

Read more
Προσωπικό

Προσωπικό

Δεν πρόκειται να απολογηθώ σε κανέναν επειδή είμαι μόνο Παοκτσής. Επειδή μονάχα ο ΠΑΟΚ με ενδιαφέρ ...

Read more
Ρατσισμός

Ρατσισμός

- Μπαμπά;- Ναι, παιδί μου.- & ...

Read more
Ομάδες

Ομάδες

Έχει γίνει πλέον αγα&p ...

Read more
Έμπολα

Έμπολα

Σπάνια υποστηρίζω μία ελληνική ομάδα εναντίον άλλης, όταν δεν εμπλέκεται το συμφέρον του ΠΑΟΚ. Συνήθ ...

Read more
0048

0048

Δε θα το ξεχάσω εκ&ep ...

Read more
Περισπασμός

Περισπασμός

Η σαπουνόπερα με τι&s ...

Read more
Παππούλης

Παππούλης

Καλά που έχω μάρτυρες, γιατί κανένας δε θα με πιστέψει. Στο δρόμο για Καβάλα, το ’97, ήταν μαζί μας ...

Read more
Αγωνιστικά

Αγωνιστικά

Τώρα που ξεκαθαρίζ&ep ...

Read more
Νοσταλγώντας

Νοσταλγώντας

Για το «90 χρόνια ΠΑΟ&Kapp ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.