Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

a13Στον τελικό του 2003 δεν είχα εισιτήριο. Ήταν να πάω, ήταν να μην πάω, περίεργη κατάσταση, τελικά δε θα πήγαινα, δεν έχει σημασία γιατί.

Το συζητήσαμε με έναν δικό μου, άμα δεν πας εσύ δεν πάω κι εγώ. Εντάξει, θα το βλέπαμε στην τηλεόραση.

Οι βλαμμένοι Αθηναίοι δικοί μου που είχαν ανεβεί από νωρίς ήθελαν να πάνε στο γήπεδο από Όλγας μέσω Μπότσαρη. Τους λέω από κάπου εκεί θα περάσει η πορεία των Αρειανών, να πάτε από αλλού. Μου λέει ο ένας, ο πιο κάγκουρας, σιγά, μωρέ, πόσοι θα είναι. Αλλά επειδή ο πατέρας του με είχε βάλει υπεύθυνο να γυρίσει όπως ήρθε, επέμενα να τους πάω εγώ μέχρι την Τούμπα, που ήξερα τα κατατόπια. Στράβωσαν και οι δύο, σιγά το πράμα, θα συναντήσουμε την πορεία των σκουλικιών και τι θα μας κάνουν, υπόψη πως ήταν ασπρόμαυροι μέχρι και το βρακί τους, κασκόλ στο μέτωπο, τέτοιοι. Άμα δε ζεις Θεσσαλονίκη δεν έχεις έναν ελάχιστο σεβασμό για τον συμπολίτη. Πήραμε την Μπότσαρη, χωθήκαμε στα στενά, σε 20 λεπτά τους είχα έξω από την 4.

Με το που φτάνω έξω από το γήπεδο, πατιέται και το κουμπί. Πλάκα μας κάνεις που δε θα μπω, τους λέω μπείτε εσείς και θα την ψάξω. Κάνω δυο τρεις γύρες, εισιτήρια πουθενά. Πολύς κόσμος που έψαχνε, φώναζαν διπλή τιμή, όποιος έχει ένα εισιτήριο, τίποτα. Έξω από την εκκλησία ήταν ένα παλικάρι, καλή του ώρα, έβριζε στο κινητό. Ρε μαλάκα, πώς με πούλησες έτσι, και τώρα τι θα το κάνω το εισιτήριο, με κρεμάς, του κάνω ένα νόημα «εγώ», κλείνει τη γραμμή. Πόσο, του λέω. Τι πόσο, πλάκα με κάνεις, όσο λέει, τι είμαστε, μαυραγορίτες; Νομίζω ήταν 20 ευρώ. Τον φίλησα στο μάγουλο.

Παίρνω στο κινητό τους Αθηναίους μέσα, να ενημερώσω πως βρήκα εισιτήριο, μπαίνω και να τους ρωτήσω πού είναι ακριβώς. Έτσι νομίζω, βέβαια. Αντί να πάρω τον Αθηναίο, παίρνω κατά λάθος τον δικό μου που είχαμε συνεννοηθεί να μην πάμε στον τελικό και να το δούμε στην τηλεόραση. Δεν το ξέρω εγώ, όμως, νομίζω πως απάντησε ο Αθηναίος. Και ο δικός μου στην Καλαμαριά, που την έχει πέσει στην τηλεόραση με πατατάκια και μπύρες, ακούει να του λέω: «Έλα, μαλάκα, βρήκα εισιτήριο και μπαίνω, απίστευτο σκηνικό, είχε ένα παλικάρι και μου το έδωσε κανονική τιμή, ε ρε τι έχει να γίνει, μπαίνω ρε να το σηκώσουμε μέσα στην Τούμπα, έρχομαι ρεεε, θα τους σκίσουμε ρεεε, δικέφαλε τρελαίνομαι ρεεε», κάπου εκεί κλείνει η γραμμή, λέω δε βαριέσαι, πάω και θα τους βρω.

Εκείνη τη στιγμή έπεσαν τα δακρυγόνα, οπότε οπισθοχώρησα, έφτασα κάνα χιλιόμετρο ανηφόρα σε μια οικοδομή να ηρεμήσουν τα μάτια μου. Βρίσκω και τον Πάτερ από το χωριό, ημιλιπόθυμο από την αγωνία, τι έγινε ρε, άσε, μου λέει, πλαστό ήταν το εισιτήριο και δε μ’ άφησαν να μπω μέσα, τι θα κάνω τώρα, καταστράφηκα, η ζωή μου τελείωσε, χάνω τον τελικό. Άντε πάλι ψάχνουμε κι άλλο εισιτήριο. Ήταν ένα τσούρμο μυστήριο στη Λαμπράκη, χωθήκαμε, το άρπαξε ο Πάτερ, με καπέλο, νομίζω το πήρε από είκοσι κανονική τιμή τριάντα. Χέστηκε, τραβήξαμε για την είσοδο, όλα χύμα ήταν πλέον, ούτε που μας έλεγξαν, είχαν βαρεθεί οι μπάτσοι και περνούσαμε έτσι.

Μπαίνω μέσα, βρίσκω τους Αθηναίους. Μια έκπληξη περίεργη, τι έγινε, άλλαξες γνώμη, πού βρήκες εισιτήριο, δεν το συζητήσαμε, τέλος πάντων, αρχίσανε τα συνθήματα, ο Γου-Χου, σήκωσέ το, ωραία πράματα.

Την άλλη μέρα πάω στη δουλειά. Με βρίσκει ο δικός μου, που το είδε στην τηλεόραση, ρε μαλάκα, τι με πήρες τηλέφωνο πριν το ματς, τι μου έλεγες για εισιτήρια και μπαίνεις μέσα και κουφάλες και τρελαίνομαι και τέτοια; Δεν πιστεύω να με πούλησες και να πήγες; Κολλάω λίγο, ψάχνω στο κινητό την κλήση, αλήθεια έλεγε, δεν είχα πάρει τον Αθηναίο, τον Καλαμαριώτη είχα πάρει και του έλεγα τα καφριλίκια. Καμιά βδομάδα μετά δε μου μιλούσε.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB