Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

Πατρίς

Πατρίς

Όταν τελειώνει η...

Τόλφαν

Τόλφαν

Στην εποχή της...

Όλσεν

Όλσεν

O πρώτος...

Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01
  • Πατρίς

    Πατρίς

    Friday, 29 June 2018 19:26
  • Τόλφαν

    Τόλφαν

    Wednesday, 27 June 2018 11:37
  • Όλσεν

    Όλσεν

    Sunday, 24 June 2018 18:17
  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35

rubikΔεν ήμουνα στα καλά μου. Το Καλοκαίρι ήταν γεμάτο νεύρα, δε με χωρούσε ο τόπος, όλα στραβά πήγαιναν. Οικονομικά, επαγγελματικά, αλλά πάνω απ’ όλα η τέταρτη χρονιά του Ιβάν μου φαινόταν χαμένη από πριν ξεκινήσει, με εκείνο τον Τούντορ που μας κουβάλησε και με ξενέρωσε από νωρίς. Βέβαια, ΠΑΟΚ είσαι, όπως συμβαίνει ανελλιπώς τα τελευταία τριάντα ένα χρόνια ξεκινάς για το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο και το Ευρωπαϊκό και το Διηπειρωτικό και όλα πας να τα πάρεις, έκανα την υπομονή μου κι εγώ, τη γνωστή «στήριξη» στην ομάδα, ήρθε το πρώτο ματς της περιόδου, να δούμε τι σόι ομάδα θα μας έφτιαχνε ο μαθητευόμενος κόουτς. Και δεν έφτανε που χάλασε η σύνδεση της Νόβα στο καφενείο και το ακούγαμε από το ραδιόφωνο, που έβριζαν όλοι τον Σαλπιγγίδη για τις πάσες που έδινε δίχως καν να τον βλέπουν, ήρθε η Λοκομοτίβα, η ποια, ναι, η Λοκομοτίβα του Ζάγκρεμπ, ο Αθηναϊκός της Κροατίας, και μας είχε 2-0 στον πρώτο αγώνα του Γιουρόπα Λιγκ. Κατέρρευσα. Μειώσαμε στο τέλος, μα το ξενέρωμα ήταν μεγάλο.

Μάλωνα με τους πάντες. Στα φανάρια, στο δρόμο, στη δουλειά, εκείνη η Παρασκευή δεν έλεγε να τελειώσει. Τελείωσε κάποια στιγμή, φύγαμε στο χωριό, μάλωσα και στο ΚΤΕΛ για τις θέσεις που κάθεται όποιος θέλει όπου θέλει κι εμείς με την Άννα θα έπρεπε να κάτσουμε χωριστά κι αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο, να πας, θεία, να κάτσεις με την άλλη θεία, εγώ θέλω να την πέσω πάνω στη γυναίκα μου και να ροχαλίζω δυο ώρες και να μου τρέχουν τα σάλια πάνω στον δικό μου τον άνθρωπο, όχι σε μια άγνωστη που κουβαλάει μαζί της και την Ελεύθερη Ώρα, να μας πιάσει και καμιά κρίση εμετού μέσα στο πούλμαν. Είχαμε παρκάρει τα παιδιά στα πεθερικά για το Καλοκαίρι, όσο να πεις αλλάζει η διάθεση όταν τα βλέπεις, είναι ένα αναλγητικό. Αλλά φτάνουμε στο χωριό και ο πεθερός μου κάτι μου κάνει και μου ανεβάζει την πίεση, έτοιμος για το εγκεφαλικό ήμουν σαράντα χρονών νέος άνθρωπος, που όταν ήμουν μικρός έλεγαν οι μεγάλοι «νέος πέθανε, σαράντα χρονών» κι εγώ σκεφτόμουν «ρε τι νέος, αυτός είναι παππούς». Πήρα βαθιές ανάσες, έγραψα και κάτι ιστορίες να ξεφορτώσω, πήγαμε για μπάνιο με τα παιδιά την άλλη μέρα, κάπως ηρέμησα. Αλλά του την είχα στημένη.

Η μεγάλη είδε στο βιβλιοπωλείο έναν κύβο του Ρούμπικ. «Το θέλω». Ρε είσαι μικρή ακόμα, «το θέλω, είπα», μα δεν ξέρεις να -«το θέλω τώρα και έχω και λεφτά, μου έδωσε η θεία και ο παππούς και η ξαδέρφη» και πάει στο ταμείο και αγοράζει έναν κύβο που έκανε τρία Ευρώ κι αυτή έδωσε στην ταμία ογδόντα Ευρώ που κουβαλούσε στο πορτοφόλι της από το πρωί. Είχαμε πάει για πρωινό, μετά στη θάλασσα πέντε ώρες, το πορτοφόλι στην άμμο άνω-κάτω με τα πράματα, με τα σκουπίδια και τα αποτσίγαρα, μετά σε κάτι φίλους, είχε φτάσει απόγευμα κι αυτή με τα ογδόντα Ευρώ άθικτα, δε μου έμοιασε καθόλου, ευτυχώς. Μου έρχεται η καλή ιδέα, αγοράζω και δεύτερο κύβο, πανομοιότυπο.

Εννοείται πως η θυγατέρα μου παιδεύτηκε περίπου είκοσι δευτερόλεπτα και τον παράτησε τον κύβο. Πιάνω εγώ να τον ανακατεύω, βγαίνει ο πεθερός στο μπαλκόνι, «μπα, τι είναι αυτό», κύβος του Ρούμπικ, του λέω, «και τι ακριβώς κάνεις μ’ αυτό», έτσι όπως είναι ανακατεμένα τα χρώματα τα ξαναβάζεις στη θέση τους. «Για φέρε». Του το δίνω και μπαίνω μέσα. Ξαναβγαίνω μετά από λίγη ώρα, τον έχει παρατημένο και αγναντεύει το Αιγαίο. Κάθομαι δίπλα του, ανακατεύω, ανακατεύω, μπαίνω να φτιάξω ένα φραπέ, βγαίνω, μπαίνω, βγαίνω, βρίσκω την κατάλληλη στιγμή και αφήνω τον κύβο στο τραπεζάκι δίπλα του έτοιμο. Κομπλέ, όλα τα χρώματα στη θέση τους. Τον βλέπει, γουρλώνει λίγο τα μάτια, τον ξαναπαίρνω και λέω «πάω να κοιμίσω τα παιδιά».

Περνάει λίγη ώρα, επιστρέφω με τον μπερδεμένο κύβο στα χέρια. Τον αφήνω, μπαίνω, όταν ξαναβγαίνω τον έχει πιάσει να τον φτιάξει. Σου λέει «ο άλλος τον έφτιαξε μέσα σε δέκα λεπτά, πόσο δύσκολο να είναι». Παιδεύεται, παιδεύεται, τον παρατάει. Τον ξαναπιάνω, με παρατηρεί έτσι κάπως ντεμέκ αδιάφορος, ξαναβρίσκω ευκαιρία, βγάζω τον έτοιμο, τον αφήνω στο τραπέζι, ανάβω τσιγάρο. Τον βλέπω, ιδρώνει. Και συνεχίστηκε η ιστορία, μέχρι να πάω για ύπνο τον είχα «φτιάξει» δέκα φορές -άφησα, φυσικά, τον μπερδεμένο κύβο πάνω στο τραπεζάκι. Το άλλο πρωί τον βλέπω από μέσα που προσπαθεί στο μπαλκόνι, κάνοντας υπολογισμούς, σκυμμένος και εκνευρισμένος και ιδρωμένος. Καλημέρα, του λέω. Δε μου μιλάει. Αφήνει τον κύβο, μπαίνει μέσα. Βγαίνει, ο κύβος έτοιμος -μόλις τον έβλεπα να πλησιάζει, τον έστριβα δύο-τρεις φορές και με δύο-τρεις κινήσεις τον έφτιαχνα και μόλις «τελείωνα» ξεφυσούσα, ντεμέκ από την πνευματική προσπάθεια. Κυριακή βράδυ φύγαμε, άφησα τον μπερδεμένο κύβο στο τραπέζι και δεν ξανασχολήθηκα. Εννιά μήνες περάσανε από τότε, ακόμα παιδεύεται και θα παιδεύεται στον αιώνα τον άπαντα, δεν είναι να παίζεις μαζί μου όταν έχω φορτώσει, θα το πληρώσεις.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038