Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

quinn1He’s fat / He’s round / He’s worth a million pounds («Είναι χοντρός / Είναι στρογγυλός / Αξίζει ένα εκατομμύριο λίρες»)
Who ate all the pies / You, fat bastard / You ate all the pies («Ποιος έφαγε όλες τις πίτες / Εσύ, παλιόχοντρε / Εσύ έφαγες όλες τις πίτες»).

Ο Μίκι Κουίν αγωνίστηκε στον ΠΑΟΚ τη χειρότερη χρονιά της ιστορίας μας και ήταν ενεργός για ακριβώς τρεις μήνες, από τα τέλη Αυγούστου έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1995. Φόρεσε τη φανέλα με τον Δικέφαλο σε 14 αγώνες και σκόραρε 4 φορές. Ήμουν παρών ακριβώς στα μισά ματς όπου αγωνίστηκε και είδα ένα του γκολ από κοντά -αλλά τι γκολ, ιστορικό και αξέχαστο. Και μόνο που γράφω το ονοματεπώνυμο «Μίκι Κουίν» γελάω. Αλλά για να καταλάβεις γιατί γελάω θα πρέπει να έχεις ζήσει εκείνη την υπέροχη χρονιά, το όμορφο καλοκαίρι που μας ήρθε ο «βομβαρδιστής του αγγλικού πρωταθλήματος», το «σέντερ φορ που θα μας δώσει το πρωτάθλημα», ο «μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής που έχει πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα». Άγγλος σέντερ φορ, ρε μαλάκα. Τι κάνει ο Θωμάς, θα μας τρελάνει.

Το επίσημο ντεμπούτο του Άγγλου παικταρά έγινε μπροστά στα υγρά μάτια (και ρούχα) των ταξιδευτών της αυγουστιάτικης Μεγάλης Βροχής Της Ξάνθης. Ο Μίκι μπήκε στη θέση του Καπετανόπουλου, για να βοηθήσει την αρμάδα του Χάαν να ισοφαρίσει το σκορ ή και να το γυρίσει, καθώς θέλαμε να πιάσουμε κορυφή από την πρώτη αγωνιστική και να μείνουμε εκεί ως το τέλος, αφού ο Λαός του ΠΑΟΚ συμπλήρωνε έντεκα χρόνια χωρίς Πρωτάθλημα και έντεκα χρόνια χωρίς Πρωτάθλημα ήταν πάρα πολλά. Το ισοφάρισε το ματς ο Λαγωνίδης στο 90’, πήραμε τον πόντο, ρωτούσα κι εγώ τους μουλιασμένους συντρόφους πώς έπαιξε ο Κουίν και κανείς δεν ήξερε να μου πει. «Άσε, μαλάκα, πολύ νερό, τι με λες τώρα για το ματς, δε θυμάμαι τίποτα», ήταν η συνηθισμένη απάντηση το ίδιο βράδυ του αγώνα.

quinn2Δεύτερο ματς στα Χανιά, για το Κύπελλο, ο Μίκι βρίζεται με τους οπαδούς των γηπεδούχων την ώρα που κάνει προθέρμανση -γι’ αυτό και μπαίνει φουριόζος, πάλι στη θέση του Καπετανόπουλου, και τους καρφώνει το δεύτερο γκολ. Διαβάζουμε κι εμείς στην εφημερίδα για την κομβική παρουσία του σούπερ-σταρ, το σπάνιας ομορφιάς γκολ και την εμφάνιση ηγέτη με αγγλικό στιλ και τις σχετικές μπούρδες που έγραφε ο Μπούζας. Και περιμένουμε την πρεμιέρα του στην Τούμπα, με τον Αθηναϊκό, στο κλασικό ματς που πλακώνουν και οι επισκέπτες της Έκθεσης και το μισό γήπεδο είναι άσχετοι που βλέπουν τον ΠΑΟΚ ως αξιοθέατο.

Ο Μίκι Κουίν ήρθε στον ΠΑΟΚ περίπου 60 κιλά. Ήρθε στον ΠΑΟΚ περίπου 60 κιλά υπέρβαρος, χωρίς το μουστάκι των φωτογραφιών στις εφημερίδες -εμφάνιση πραγματική τραγωδία. Ο κλασικός Άγγλος της εργατικής παμπ, λίγο μετά (ή και λίγο πριν) τη βάρδια στη φάμπρικα. Πραγματικά, δεν θυμάμαι αν τον είχα δει σε φιλικό πριν τα επίσημα ματς, κάτι που είναι πιθανό επειδή το συγκεκριμένο Καλοκαίρι ήταν το πρώτο μου ως αναντάμ-παπαντάμ Σαλονικιός, αλλά έχω μια ανάμνηση που το πρωί στον καφενέ διαβάζουμε Σπορ και μας ανεβαίνει η τεστοστερόνη και το απόγευμα πάμε στο γήπεδο και αναρωτιόμαστε τι είναι αυτός ο σάκος με τα ασπρόμαυρα που χοροπηδάει και κάνει νοήματα και κανείς δεν του δίνει πάσα -κι όταν του δίνει, αυτός την αποφεύγει, κάπως έτσι.

Τον θαυμάσαμε 90 λεπτά με τον Αθηναϊκό. Προφανώς ο Χάαν σεβάστηκε τον κόσμο που ταξίδεψε τόσα χιλιόμετρα και ήθελε να τους δώσει μια γερή πρέζα από τον θρύλο του αγγλικού φουτμπόλ, να τον θυμούνται για πάντα. Κερδίσαμε με αυτογκόλ, το θυμάμαι μια συρτή σέντρα από δεξιά, μπροστά στην 4, αλλά τόσα ΠΑΟΚ-Αθηναϊκός ίσως και να κάνω λάθος. Στη Νέα Σμύρνη ο Πανιώνιος ισοφαρίζει στο 80’, μπαίνει το πολυβόλο να ξαναδώσει το προβάδισμα και τη νίκη στο 82’, τρώμε και δεύτερο στο 84’ και χάνουμε. Μπήκε στη θέση του Γιοχάνσεν. Έκανα περίπου μισή ώρα διάλειμμα και συνεχίζω, που έγραψα «Γιοχάνσεν», θυμήθηκα και τον Άλεξιτς και τον Γιόβιτς και τον Τσαλουχίδη τώρα, με έπιασε μια τάση για υπόταση. Α, ο Γιοχάνσεν είναι αυτός που όλοι σας ξέρετε ως «Γιόχανσον», ενημερωτικά.

Στον Πύργο ανοίγει το σκορ ο Πανηλειακός, μπαίνει ο Κουίν στο τέλος, ισοφαρίζει ο Λαγωνίδης -αυτό πρέπει να ήταν σύστημα, το κάναμε ήδη δύο φορές σε τρία εκτός έδρας. Ξεκινάει πάλι βασικός μπροστά σε είκοσι χιλιάδες αποθεωτές του, στο άκρως ιστορικό παιχνίδι με τον Άρη, εκεί που πρωτοτραγουδήθηκε σε γήπεδο το «θα πάρω έντεκα παιδιά, έντεκα Παοκτσάκια» κι από τότε τα μισά συνθήματα όλων των κερκίδων του κόσμου είναι σ’ αυτόν το ρυθμό. Έπαιξε 90 λεπτά με τον Πιερικό για το Κύπελλο, που βάλαμε πέντε γκολ κι αυτός ολόκληρος σέντερ φορ δεν έβαλε κανένα, ξανάπαιξε με τον Εθνικό που τον έβγαλε στο ημίχρονο γιατί άραγε, ξανά βασικός στην Κόρινθο όπου έβαλε το δεύτερο γκολ του για το Κύπελλο και φτάνουμε στο Καυτανζόγλειο, στη μεγάλη του στιγμή, αυτήν που στιγμάτισε την τεράστια και γεμάτη θριάμβους καριέρα του στον ΠΑΟΚ.

quinn3Στις σημειώσεις μου γράφει «η ισοφάριση στο τέλος με το αξέχαστο γκολ-οδοστρωτήρας του Μίκι Κουίν, που μπήκαμε μέσα και τα κάναμε λαμπόγυαλο σα να πήραμε κανέναν τίτλο, από τη σκασίλα μας, έφερνε τον ΠΑΟΚ πάλι στη μέση της βαθμολογίας, αλλά πιο κοντά στον πάτο παρά στην κορυφή. Αυτό μας έλειπε, να παλεύουμε και για τη σωτηρία, τώρα που δεν ήμασταν πια τιμωρημένοι και έπρεπε να βγούμε στην Ευρώπη να ταξιδέψουμε παντού». Με ψάχνω στις φωτογραφίες και δε με βρίσκω, ρε γαμώτο, είχα φτάσει σχεδόν δίπλα του, να του πάρω τη φανέλα, του χρυσού σκόρερ, κρίμα, θα την πουλούσα τώρα στους Σόθμπις για χιλιάδες λίρες. Με την ΑΕΚ μπήκε να γυρίσει το 1-2 που αμέσως έγινε 1-3 και μετά κάτι συνέβη και διακόπηκε το ματς που εμείς χαμπάρι δεν πήραμε για ποιο λόγο, έπαιξε βασικός στη Νεάπολη σε ένα 0-0 με τον Ιωνικό και στην Πτολεμαΐδα, στον αγώνα Κυπέλλου με την Κοζάνη, που ήμασταν τιμωρημένοι για τον λόγο που αναφέρω παραπάνω που δεν μάθαμε γιατί, έβαλε το τέταρτο και τελευταίο του γκολ, δίνοντας τη χρυσή πρόκριση από τους ομίλους και στέλνοντάς μας πάνω σε ένα μεγαθήριο της εποχής, τον Φωκικό -και αργότερα στον Απόλλωνα του Ντέμη και του Κόλα. Μας έσκισε ο τύπος, εμ σερνόταν, εμ τα έβαζε στο Κύπελλο για να ζήσουμε λίγους μήνες μετά την ξεφτίλα του ημιτελικού.

Ο Μίκι Κουίν έγραψε την τελευταία σελίδα της πλούσιας ιστορίας του με τα ασπρόμαυρα του ΠΑΟΚ σε ένα άλλο ιστορικό παιχνίδι, δηλαδή την αναμέτρηση Παοκτσήδων και ολυμπιακών στο κέντρο της Ελλάδας που οι ολυμπιακοί μάλλον δε βρήκαν τη στροφή για τα Τρίκαλα κι ακόμα την ψάχνουν. Βγήκε αλλαγή στο 62’, έδωσε το χέρι του στον Τζόνι Αναστασιάδη, θα έριξε και καμιά χριστοπαναγία στον Σαράφη που δεν τον άφησε μέσα να κάνει χατ-τρικ, έκατσε στον πάγκο, πήρε τον πούλο του και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτός καλύτερα. Και μετά από Ουίγκαν, Στόκπορτ, Όλνταμ, Πόρτσμουθ, Νιουκάσλ, Κόβεντρι, Πλίμουθ και Ουότφορντ, ο άνθρωπος με τα 228 γκολ σε 515 αγώνες πρωταθλήματος στην Αγγλία φροντίζει να αναφέρεται στο βιογραφικό του ο ΠΑΟΚ ως η μοναδική εκτός Νησιού αλλά και η τελευταία ομάδα στην οποία αγωνίστηκε. Ήταν τόσο μεγάλο το κενό που άφησε ώστε αναγκάστηκε ο Βουλινός να φέρει δύο παίκτες στη θέση του, τον Γιόβιτς και τον Άλεξιτς. Σωθήκαμε στο τέλος, όλα καλά.

quinn4Ο Μίκι Κουίν άκουγε συχνά το «Who ate all the pies» -μια φορά του πέταξαν και μία πίτα, την οποία σήκωσε από το χόρτο και την έφαγε. Ο «Σούμο», ο «Ιπποχοντροπόταμος», ο άνθρωπος που ως πρώτος σκόρερ είχε την Πόρτσμουθ στην πρώτη θέση και μπήκε για 14 μέρες φυλακή και έχασε ματς επειδή επέμενε να οδηγεί μετά από αφαίρεση διπλώματος λόγω οδήγησης υπό επήρεια μέθης, για περισσότερες από μία φορά. Ο επίλογος με τα δικά του λόγια:

«Όταν έπαιζα στην Πόρτσμουθ, είχα ταυτόχρονα τέσσερις γκόμενες. Όλες τους ήταν μπαργούμεν, κάτι που λέει πολλά για τον τρόπο ζωής μου εκείνο τον καιρό. Είχα πάει στην πόλη με την κοπέλα μου, τη Σίλα, η οποία ζοριζόταν -δεν είναι εύκολο να τα έχεις με έναν ποδοσφαιριστή. Και είναι ακόμα δυσκολότερο όταν ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής είναι διαρκώς έξω και πηδιέται.

Οι γυναίκες μου την έπεφταν άγρια. Ήμουν στο κλαμπ και πανέμορφες γυναίκες με πλησίαζαν και μου ψιθύριζαν στο αυτί «θέλω να σε γαμήσω». Κάποιες μου έχωναν στην τσέπη χαρτάκια με τα τηλέφωνά τους. Ένιωθα σα να ήμουν ο Ροντ Στιούαρτ. Μια φορά, μία δεκαεννιάχρονη μπαργούμαν, η Σίντι, με πήρε τηλέφωνο να μου πει πόσο της λείπω. Η Σίλα ήταν στον επάνω όροφο όταν απάντησα και είπα στη Σίντι πως τελειώσαμε. Η μικρή άρχισε να ουρλιάζει, να λέει πως μ’ αγαπάει και ξαφνικά άκουσα ένα ‘κλικ’. Ω, ρε πούστη. Η Σίλα άκουγε από το άλλο τηλέφωνο επάνω. Τον είχα πιει.

Η Σίλα είχε εξοργιστεί, αλλά μετά από κάνα-δυο ώρες ψεμάτων πίστεψα πως την είχα ηρεμήσει και πέσαμε για ύπνο. Αλλά η Σίλα δεν ήταν χαζή. Μετά την προπόνηση της επομένης, αποφάσισα να περάσω την υπόλοιπη μέρα με ποτά και ιπποδρομίες. Πήγαμε με τρεις φίλους στο στοιχηματζίδικο και γυρίσαμε σπίτι μου να δούμε τις κούρσες. Ανοίγω την εξώπορτα και μου πέφτει το σαγόνι: Το σπίτι ήταν εντελώς άδειο. Όλα τα έπιπλα είχαν εξαφανιστεί, δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα. Η Σίλα είχε φωνάξει τον αδερφό της από το Λίβερπουλ και με ένα φορτηγό είχαν πάρει τα πάντα.

Αλλά δεν αφήσαμε να μας χαλάσει τη διάθεση. Είχε αφήσει το ψυγείο, το οποίο ήταν ακόμα γεμάτο με μπύρες. Βρήκα ένα ραδιόφωνο, καθίσαμε στο χαλί και ακούγαμε τα αποτελέσματα των ιπποδρομιών».

Ρεσιτάλ

Ρεσιτάλ

Στις 26 Φεβρουαρίου 2003, ο δρόμος για την κούπα περνάει από το πτώμα του Ολυμπιακού. ...

Read more
0008

0008

Πάντα τον διέκοπτα. Όπ&omicr ...

Read more
Ανακύκλωση

Ανακύκλωση

Κάνουμε χαβαλέ αυτ ...

Read more
Εύνοια

Εύνοια

Δελτίο Τύπου ΠΑΕ ΠΑΟΚ Προς την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία «Η ΠΑΕ ΠΑΟΚ, συναισθανόμενη την ευ ...

Read more
0017

0017

Αναδρομικά, η μεγαλ ...

Read more
Τζούνιορ

Τζούνιορ

Όταν δεν είχε ΠΑΟΚ, π&et ...

Read more
Ψέματα

Ψέματα

Έλα, μάνα, θυμάσαι μια φορά που σου είπα πως πάω να γραφτώ στη σχολή στη Θεσσαλονίκη και είχες πει « ...

Read more
Απόντες

Απόντες

Σε κάθε εντός έδρας αγώνα φέτος, ο ΠΑΟΚ ήταν στην πρώτη θέση πριν αρχίσει το ματς. ...

Read more
Πόλεμoς

Πόλεμoς

Κανένας πόλεμος δεν έχει ξεκινήσει και κανένας πόλεμος δεν πρόκειται να γίνει κόντρα σε οποιονδήποτε ...

Read more
0002

0002

Χρειάστηκε ένας άνθρ&o ...

Read more
Κόβακς

Κόβακς

Το εξπρές των Τρελών &ep ...

Read more
Δευτεριάτικα

Δευτεριάτικα

Όταν λες «ήρθε μια πέτρα στο παράθυρο και έσκασε δίπλα στο κεφάλι μου» διηγείσαι την ιστορία από πρώ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.