Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

razΕίμαι ο μοναδικός οπαδός στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού που έχει μπει σε γήπεδο με ξυραφάκια, πέντε τον αριθμό, με την έγκριση της αστυνομίας.

Και με δύο μάρτυρες, για να προλάβω τους κακεντρεχείς και τους άπιστους, μία δικιά μας κι ένα σκουλίκι. Στο μοναδικό ματς που συνυπήρχαν μαζί στις κερκίδες Παοκτσήδες, Αρειανοί και Ηρακληδείς (δικοί μας, σκουλίκια και γριές για όποιον δεν καταλαβαίνει την ορολογία).

Εδώ σας θέλω, τι ματς ήταν αυτό. Δευτερεύον το ζήτημα. Είχαμε πάει για ψώνια με τη νυν σύζυγο στο Μασούτη. Τι χρειαζόμασταν για το σπίτι, εκείνα τα ανέμελα χρόνια που δε δίναμε το μισό μισθό για πάμπερς και κρέμες, πήραμε σουπλίν λεβάντα, γιαουρτάκια αγελαδίτσες, ταμπόν, σφουγγαράκι σκοτς-μπράιτ, καφέ, ζάχαρη, φασολάκια, ντομάτες, σέλινο, τα χρειαζούμενα, τέλος πάντων, αλλά και ξυραφάκια ζιλέτ μπλε για βαθύ ξύρισμα που τότε έβγαιναν πέντε χωρίς δώρο. Κανονικοί άνθρωποι, πληρώνουμε στο ταμείο, πάμε και για έναν καφέ στα γρήγορα πριν γυρίσουμε σπίτι με τα ψώνια.

Έρχεται στον καφέ ο φίλος μας ο μεταξοσκώληκας, ο Γ. Ρε σεις, έχει το τάδε ματς στο Παλέ, δεν πάμε; Να πάμε, ρε Γ, καλή ιδέα, δεν το ξέραμε. Ξεκινάμε για το Παλέ, κοντά ήμασταν, φτάνουμε απ’ έξω. Από πού μπαίνουν οι Παοκτσήδες, από πού μπαίνουν οι Αρειανοί, από πού οι γριές. Ρωτάμε έναν αστυνομικό, μας λέει όλοι μαζί, δεν υπάρχει πρόβλημα. Εντάξει, λογικό ήταν, προχωράμε. Ανεβαίνουμε τα σκαλάκια, φτάνουμε στο ψαχτήρι. Εγώ κρατάω δυο σακούλες Μασούτη με τα ψώνια που αναφέρω παραπάνω, όχι ακριβώς αυτά που δε βρίσκω τώρα την απόδειξη από το 1994-1995, αλλά στο περίπου, σίγουρα όμως είχα μέσα τα ξυραφάκια και γι’ αυτόν το λόγο γράφεται η ιστορία.

«Τι είναι αυτό», ρωτάει το όργανο. «Ψώνια, κύριε χωροφύλακα», του λέω εγώ. «Πλάκα μας κάνεις», συνεχίζει το όργανο. «Καθόλου, κύριε αστυνόμε μου, είχαμε πάει για ψώνια και ήρθαμε να δούμε το παιχνίδι, τι να κάνουμε τώρα, πέφτει μακριά το σπίτι να πηγαίναμε να τα αφήναμε, θα χάναμε την έναρξη». Συνθηκολογεί κάπως. «Για να δω», λέει και αρχίζει να ψάχνει. Ταμπόν, σφουγγαράκια, πατατάκια και τα λοιπά δεν τον πειράζουν. Βρίσκει τα ξυραφάκια. «Τι είναι αυτά εδώ»; «Δεν έχετε ξαναδεί ζιλέτ μπλε, κύριε αστυνόμε μου; Διπλή λεπίδα, απίστευτη αίσθηση, να, πιάστε να δείτε τι ξύρισμα κάνουν», λέω και του δείχνω το μάγουλο. Ψέματα, δεν το είπα αυτό, εννοείται, είπα κάτι ας πούμε «τι να είναι, τα ψώνια μας είναι, υπάρχει πρόβλημα»;

Ζορίζεται λίγο, μου λέει «δεν μπορείς να περάσεις ξυραφάκια στο γήπεδο». «Μα τι να τα κάνω τα ξυραφάκια στο γήπεδο, κύριε όργανο, σε ποιον να επιτεθώ; Σήμερα όλοι φίλοι δεν είμαστε; Δεν έχει αντιπάλους σ’ αυτό το παιχνίδι». Λογική η απάντησή μου, τον ξανάβαλε σε σκέψεις. Το συζητάει με άλλους δυο-τρεις, τη βρίσκουν τη λύση. «Πήγαινε κάτω στην κοπέλα στα εισιτήρια, άσε εκεί τις σακούλες και θα τις ξαναπάρεις μετά το ματς». «Α, πολύ ευχαρίστως, κύριε αστυνομικέ, πολύ καλή ιδέα, πάω αμέσως».

Κατεβαίνω πάλι τα σκαλιά, πάω στην κοπέλα. «Α, τι με λες τώρα, εγώ μόλις αρχίσει το ματς το κλείνω το εκδοτήριο, α πα πα πα, δεν γίνεται αυτό να τους πεις. Δε θα κάτσω μέχρι το βράδυ» και τα λοιπά. Μάλιστα. Ανεβαίνω πάλι, του μεταφέρω όσα μου είπε. Κατεβαίνει κάτω το όργανο, προφανώς του λέει τα ίδια, ξανανεβαίνει. Εμείς τώρα τρία άτομα εκεί στην είσοδο με τις σακούλες. Το συζητάνε οι αστυνομικοί, κανονική σύσκεψη. «Λοιπόν», μου λέει τελικά, «θα τα πάρεις μέσα μαζί σου, αλλά πρόσεξε, κακομοίρη μου, αν γίνει οτιδήποτε σε έχουμε σταμπάρει ποιος είσαι».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB