Ψυχές

Ψυχές

Στις 8...

Νύχτα

Νύχτα

Οι ανακοινώσεις...

Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

  • Ψυχές

    Ψυχές

    Thursday, 08 February 2018 10:29
  • Νύχτα

    Νύχτα

    Wednesday, 24 January 2018 22:16
  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30

11vs11vsΗ προσωπική μου κορυφαία στιγμή για το 2015 δε θα μπορούσε να είναι άλλη από τη μέρα που πάτησα το χορτάρι της Τούμπας ως ποδοσφαιριστής του ΠΑΟΚ.

Ήταν η 6η Μαΐου 2015 όταν έκανα προθέρμανση, έκατσα κάτω από την εστία μπροστά στη Θύρα 4 και δεν επέτρεψα σε κανέναν πούστη να μου βάλει γκολ ενόσω φορούσα το Δικέφαλο Αετό στο στήθος. Και σα να μην έφτανε αυτό, πήραμε και το παιχνίδι στα πέναλτι, πανηγυρίζοντας μια τεράστια πρόκριση, έχοντας τις κόρες μου, τη γυναίκα μου και όλο μου το σόι στην κερκίδα να με χειροκροτάει και να με καμαρώνει. Δηλώσεις στο Novasports, μετάλλια και συγχαρητήρια από τον Κώστα Ιωσηφίδη, αποδυτήρια Τούμπας, φωτογραφίες, ζωντανή μετάδοση του αγώνα, μετακίνηση με το κανονικό πούλμαν της ομάδας και, το κυριότερο, σούπερ εμφάνιση που ακόμα αναρωτιέται ο κόσμος γιατί εγώ είμαι στον ΟΑΕΔ και ο Γλύκος με τον Όλσεν στον ΠΑΟΚ.

Η Άννα με είχε πρήξει με τα Προνόμια της Φόρθνετ, «να μπαίνεις στους διαγωνισμούς, να κερδίσουμε κανένα ταξίδι», έβαζα κι εγώ το όνομά μου, κέρδισα μια πρόσκληση για την Τούμπα και πήγα για πρώτη φορά στη ζωή μου στο σκεπαστό. Καιρό μετά, είχε ένα διαγωνισμό «11 vs. 11», δήλωσα κι εκεί συμμετοχή χωρίς να πολυκαταλαβαίνω τι παίζει. Βάλε, ρε παιδί μου, τσάμπα είναι. Και κέρδισα. Χτυπάει το κινητό ένα απόγευμα, ο κύριος Ιωαννίδης, ο ίδιος, που το κινητό σε άγνωστα νούμερα δεν το σηκώνω επειδή όλο τράπεζες με ψάχνουν για κάποιο λόγο που δεν είναι της παρούσης. Κερδίσατε, λέει. Τι κερδίσαμε, παλικάρι μου; Κερδίσατε να παίξετε μπάλα στην Τούμπα, 11 εναντίον 11 και τα λοιπά. Θέλετε; Αν θέλουμε; Εννοείται πως θέλουμε. Πότε είναι. Είναι στις 6 Μαΐου. Ναι, αλλά 6 Μαΐου παίζουμε με την ΑΕΚ στο μπάσκετ, τι ώρα θα γίνει ο αγώνας που λέτε; Έκανε κάτι νοήματα η Άννα από δίπλα, ντάξει, ντάξει, γράψε πως δέχομαι. Θα με ξανάπαιρναν για τις λεπτομέρειες.

Εξηγώ στην Άννα τι παίχτηκε, ψάχνουμε και στο ίντερνετ να δούμε τι είναι αυτό το 11 εναντίον 11. 11 Παοκτσήδες συνδρομητές της Φόρθνετ εναντίον 11 κατόχων διαρκείας του ΠΑΟΚ. Κανονικός αγώνας στην Τούμπα, στολές, παπούτσια, όλα κομπλέ. Θα γίνει μακελειό. «Και με το πόδι»; Μου θύμισε η Άννα πως δεν μπορούσα να περπατήσω. «Δε γαμιέται, θα παίξω με ένα πόδι, μια φορά μας είπαν να παίξουμε στην Τούμπα, σιγά μην πω όχι».

Βγαίνοντας ένα πρωί στο μπαλκόνι, με το φραπέ στο ένα χέρι και το λάπτοπ στο άλλο, προσπαθώντας να ανοίξω την μπαλκονόπορτα με το δεξί πόδι και κόντρα το αριστερό, μου έπεσε ο φραπές. Ευτυχώς δεν έπεσε το λάπτοπ. Θρύψαλα τα τζάμια, βάφτηκαν καφετιές οι κουρτίνες, τα παράθυρα, οι καναπέδες, τα παιχνίδια των παιδιών, δηλαδή πόση ζημιά κάνει ένας φραπές, μου τα έλεγε ο παθολόγος να τον κόψω και δεν τον πίστευα. Η ηλεκτρική δούλευε για ώρες μέχρι να μαζέψουμε κάθε γυαλάκι από το σαλόνι, τα παιδιά καραντίνα στα δωμάτιά τους, αλλά το βράδυ ένιωθα έναν πόνο κάτω από την πατούσα. «Να δεις που μου μπήκε κάνα γυαλί από το φραπέ». Το δείχνω στην Άννα, γιατί σαράντα χρονών πόσο κοντά στα μάτια σου να φέρεις την πατούσα άμα είσαι 1,90, το βλέπει προσεκτικά και βγάζει τη διάγνωση: «Χμ, ναι, όντως, φαίνεται πως έχει μέσα κάποιο ξένο σώμα, πρήστηκε, πρέπει να πας στο γιατρό».

Παίρνω στο ΙΚΑ και μου κλείνουν ραντεβού για τη μεθεπόμενη μέρα, καταρρίπτοντας το μύθο περί πολύμηνης αναμονής που έλεγαν κάτι γιαγιάδες στη στάση. Ξυπνάω νωρίς, πλένω το πονεμένο πόδι που, πραγματικά, κούτσαινα και δεν μπορούσα με τίποτα να το πατήσω, το τρίβω όσο γινόταν καλύτερα να μην έχει μπίχλες γιατί στο γιατρό θα πας, δεν μπορείς να του δείξεις την πληγωμένη πατούσα με μπίχλα, άσε που στάνταρ θα με κρατούσαν για επέμβαση να αφαιρέσουν το γυαλί, έπρεπε να είμαι σένιος. Έκοψα νύχια με πρωτοφανή έμφαση στη λεπτομέρεια, έβαλα αιθέρια έλαια και, το κυριότερο, καινούργια μαύρη κάλτσα του κουτιού, για να μη ρισκάρουμε τίποτα κούκου-τζα από κανένα δαχτυλάκι και ξεφτιλιστούμε.

Μπαίνω στο χειρουργό, με ξαπλώνει στο κρεβάτι. Του λέω τα βασικά, δηλαδή για το φραπέ που έπεσε και έσπασε το ποτήρι και μπήκε κάποιο γυαλάκι στο πόδι και από εκείνη τη στιγμή δεν μπορώ να περπατήσω και πότε θα γίνει η εγχείρηση και πόσες μέρες θα μείνω στο νοσοκομείο. Μου λέει να βγάλω την κάλτσα, τη βγάζω και ξεφτιλίζομαι, γαμώ τη βλακεία μου, αλλά και πώς να το έχεις σκεφτεί κάτι τέτοιο. Πλυμένα πόδια, ευωδιαστά, καθαρή καινούργια κάλτσα, αποτέλεσμα όλη η πατούσα γεμάτη μαύρα χνούδια. Κόλλησαν τα χνούδια στο πόδι. Σίχαμα. Πω, ζημιά. Ντράπηκα. Αλλά πριν το πολυσκεφτώ, ο ντόκτορ έβγαλε έναν αλαζονικό ήχο και ψιθύρισε «ρε ποιο γυαλί μου λες τώρα, δεν είναι τίποτα τέτοιο, μια απλή υπερκεράτωση». Υπερκεράτωση; Ναι, υπερκεράτωση. Και τι πάει να πει αυτό, ρε γιατρέ; Θα ζήσω; Δεν είχε χιούμορ ο γιατρός, γιατί είχα κι άλλα να πω, πως με κερατώνει η γυναίκα και τέτοια, αλλά μου το ‘κοψε. «Θα το πλένεις κάθε μέρα, θα το μουλιάζεις και θα το τρίβεις και θα φύγει». Φάρμακα; «Όχι, δε χρειάζεται φάρμακα, θα φύγει από μόνο του».

Όλος χαρά, παίρνω στον κολλητό μου το γιατρό, να πάρω τη δεύτερη γνώμη που είναι και Παοκτσάκι και μετράει πιο πολύ. «Υπερκεράτωση, ε; Τον ήπιες, μαλάκα, θα υποφέρεις». Ρε τι να υποφέρω, κόψε τις χαζομάρες, αυτός μου είπε ούτε φάρμακα ούτε τίποτα, να το μουλιάζω και θα φύγει από μόνο του. «Ναι, έτσι είναι, αλλά σου είπε και πόσο χρόνο θα χρειαστεί»; Όχι. «Ε, αυτό εννοώ. Ετοιμάσου να πονάς κάνα χρόνο». Και λίγες μέρες μετά, σκάει το τηλέφωνο από την ΠΑΕ πως θα παίξω στην Τούμπα. Πονάει, δεν πονάει, σε τέτοια ευκαιρία δεν αρνείσαι. «Πώς θα παίξεις μπάλα που δεν μπορείς καν να το πατήσεις το πόδι»; Θα κάνω ένεση, σαν τον Μπάνε.

Με παίρνουν λίγες μέρες μετά να με ρωτήσουν τις λεπτομέρειες. Τι θέση παίζω. Τι θέση να παίζω, σεντεφόρ από τα λίγα, με τεράστιο ρεπερτόριο, δε μου λες, μάστορα, θα έχει και οφσάιντ; «Μα φυσικά, θα έχει κανονικούς διαιτητές, επόπτες, τα πάντα, σαν κανονικός αγώνας». Το σκέφτομαι λίγο, σου λέει θα έχει και οφσάιντ, άρα να κάθομαι εκεί πέρα έξω από την περιοχή και να περιμένω δεν παίζει, όπως έκανα στο Δημοτικό. Θα παίξω τέρμα. Αυτό είναι. Πόσο να τρέξει ο τέρμας, πιο λίγο απ’ όλους θα τρέξει, καμιά έξοδος, κανένα ελεύθερο, ως εκεί. Στο τέρμα θ’ αντέξω -άσε που έχω και το know-how, την έπαιζα τη θέση μικρός, μετά που είχα σπάσει το πόδι και μέχρι να με διώξουν επειδή δεν κουρευόμουν και λόγω της φράντζας έχανα την μπάλα στις σέντρες. «Τερματοφύλακας», λέω στον τύπο, το σημειώνει. «Νούμερο παπουτσιού»; 46-47, του λέω, «νούμερο φανέλας; Εδώ είμαστε. Τι νούμερο να διαλέξεις. Τέρμα θα κάτσεις, ούτε Μαγκντί, ούτε Σκαρτάδος, ούτε Μπορμπόκης μπορείς να είσαι. Και μου ‘ρθε η έμπνευση, «γράψε 61», του λέω. «Εξήντα ένα», επαναλαμβάνει αυτός, «όχι εξήντα ένα, διαβάζεται έξι-ένα». «Εξήντα ένα». «Έξι-ένα». Τέλος πάντων. Ναι. Πάμε παρακάτω. «Και τι να γράφει η φανέλα; Ιωαννίδης»; Όχι, ρε, τι «Ιωαννίδης», να φάμε δέκα γκολ κάτω απ’ τα πόδια μας να ξεφτιλιστεί όλο το σόι, γράψε «Τζο», μπορούμε να γράψουμε «Τζο»; Μπορούμε να γράψουμε ό,τι θες, λέει ο τύπος. «Τζο», μια χαρά είσαι. «Και τι χρώμα φανέλας θέλεις; Οι τερματοφύλακες θα φοράνε δικά τους χρώματα». Κάντε μου έκπληξη, είπα, διαλέξτε εσείς. Και αφήνει για το τέλος το καλύτερο, πως τη στολή και τα παπούτσια τα κρατάμε εμείς, ακόμα τα έχω, εκτός τα παπούτσια που τα έδωσα σε ένα ανιψάκι που θέλει να παίξει στον ΠΑΟΚ όταν μεγαλώσει.

Το ραντεβού ήταν στο Μακεδονία Παλάς. Εμένα κάπου με είχε πιάσει η αηδία με το τελετουργικό, φοβόμουν μη βγει κανένας Ιβάν να μας πει για το πριμ ή τίποτα χαζομάρες να τιμήσουμε τη φανέλα του ΠΑΟΚ και τέτοια. Ή κάνας Αγγελίδης. Ή οποιοσδήποτε, τέλος πάντων, το φοβόμουν το πράμα. Σκάει κι ένας δικός μας, «ρε Ισοβίτη, κι εσύ εδώ, να πούμε», σκάσε, ρε μαλάκα, «τι φοβάσαι, ρε», τίποτα, αλλά τώρα τελευταία πολύ τα χώνω στην ΠΑΕ και θα δώσει κάνα χαρτάκι ο τύπος να μη με βάλει, ξέρω ‘γώ. Μπαίνουμε στο πούλμαν της ΠΑΕ, το αυθεντικό, με κάτι πολυθρόνες ΠΑΟΚ εκδρομές έτσι μάθαμε από παιδιά μέχρι και στην Αργεντινή οδικώς πας και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Απίστευτη άπλα, τα κωλοπαίδια, διαβάζουμε εμείς τα ρεπορτάζ πως «η αποστολή πήγε οδικώς ως τη Βέροια» και λέμε αχ, πιάστηκαν οι μεσούλες τους, παπάρια, μέσα στη χλίδα είναι, με τέτοιο πούλμαν ούτε στάση για κατούρημα δεν κάνεις στην Εθνική, πιο καλά κι από αεροπλάνο. Από δίπλα ο Φάνης με το σκουτεράκι να μας κάνει δρόμο, μέχρι και δυο ζητάδες φωνάξανε, άλλο και τούτο, θα φοβήθηκαν τίποτα δικούς μας που χάσανε στην κλήρωση και θέλουν να μας το σπάσουν, δεν ξέρω, πάντως μας πήγανε μέχρι την Τούμπα.

Μπαίνουμε στα αποδυτήρια και με πιάνει ένα άγχος μην ακουμπήσω πουθενά που έχει ακουμπήσει ο Γλύκος και πάθω ανεμίτιδα και τρώω τα γκολ από μακριά, αλλά ευτυχώς μας βάζουν στους φιλοξενούμενους. Βλέπω τη φανέλα που γράφει «ΤΖΟ» με το νούμερο 61 να είναι πράσινη, έτσι, όλη η ειρωνεία της ζωής σου στα μούτρα σου, Ισοβίτη, εσύ δε γράφεις συνέχεια πως η ΠΑΕ ΠΑΟΚ είναι βαζελοκρατούμενη, ορίστε τώρα, παίξε με την πράσινη τη φανέλα να μάθεις. Αλλά είχε τον Δικέφαλο στο στήθος, οπότε τι να σε νοιάξει το χρώμα, τον Δικέφαλο τον Κυριλλικό, δε γαμιέται, ας μην κολλάμε στις λεπτομέρειες, πάμε να πατήσουμε το χορτάρι που έχουμε να το πατήσουμε από το 3-0 με τον Ολυμπιακό το 1991 με τις πατερίτσες. Μας είχανε και προπονητές και σχέδια και πλάνα και όλα κανονικά, όλοι οι ποδοσφαιριστές Παοκτσάκια, είχε και μια κοπέλα, ωραία ατμόσφαιρα, αν και από ένα σημείο και μετά το μόνο που μας ένοιαζε ήταν το ματς με την ΑΕΚ και περιμέναμε το τελικό στο ΟΑΚΑ για να συγκεντρωθούμε. Το πήραμε το ματσάκι στο μπάσκετ, ανέβηκε η ψυχολογία.

11vs11Βγήκαμε για προθέρμανση, η Άννα με τη Χουλιγκάνα και τη Λιλιγκάνα στην κερκίδα να χαιρετάνε και να φωνάζουνε, ωραία πράματα. Με ρώτησαν οι δικοί μου «αν είμαι καλός τερματοφύλακας» και απάντησα πως «έχω να φάω γκολ είκοσι τρία χρόνια». Αλλά το θέμα δεν ήταν αν ήμουν εγώ καλός, αλλά αν ήταν ο άλλος, που τον έλεγαν κι αυτόν Ιωαννίδη, το σόι μου μέσα. Λέω στην ομάδα μου «μισό, να τον τσεκάρω», τον πλησιάζω όπως καθόταν στα αποδυτήρια και του πετάω μια μπάλα στα μούτρα. Και προλαβαίνει απότομα και την πιάνει με μια κίνηση έτσι, δίχως να κοπιάσει, σταθερά. «Μάγκες, τον ήπιαμε, καλός είναι».

Ξεκινάει το ματς, εγώ είμαι στην εστία μπροστά στην 4, που είναι άδεια επειδή έχει αποχή. Από τα επίσημα ακούγεται διαρκώς η Χουλιγκάνα, που τη βλέπω και στο μεγάλο πίνακα απέναντι στην 8, δηλαδή απίστευτη κατάσταση, να έρχονται οι αντίπαλοι καταπάνω σου κι εσύ να βλέπεις στο βάθος την κόρη σου να χαιρετάει στο φωτεινό πίνακα που την έπαιρνε η κάμερα και να την ακούς κιόλας, «μπαμπάααα, μπαμπάααα, πρόσεχεεεε, μη φας γκοοολ». Ε, πώς να φας γκολ, δεν τρως. Γενικώς, δεν μπορείς να φας γκολ όταν παίζεις τερματοφύλακας για τον ΠΑΟΚ. Τώρα έχω την εμπειρία, μπορώ να ξέρω και το δηλώνω δημόσια, δεν τρως γκολ, δεν υπάρχει τρόπος να φας: Τα μακρινά σουτ έρχονται επί ώρα, έχεις χρόνο να υπολογίσεις πού θα πάει και να τη βγάλεις. Στα κοντινά σουτ βγαίνεις όσο προλαβαίνεις και ξαπλώνεις, δυο μέτρα κορμί έχεις συν τις χερούκλες, δεν μπορεί να σου την περάσει. Στα τετ-α-τετ ρίχνεις γαμοσταυρίδια και κοροϊδεύεις, ή θα τρομάξει ή θα γελάσει. Στις σέντρες και τα κόρνερ βγαίνεις και τη μαζεύεις. Δηλαδή πώς τρώνε γκολ τα δικά μας τα ταγάρια μέσα στην Τούμπα δεν μπορώ να το καταλάβω, έπρεπε να παίξω ο ίδιος για να επιβεβαιώσω πως όποιος τερματοφύλακας του ΠΑΟΚ δέχεται γκολ είναι άχρηστος. Τέλος.

Το ματς τελείωσε 0-0 επειδή και ο άλλος ήταν καλός ο τερματοφύλακας. Έβγαλα καμιά σαράντα φάσεις, ίσως και περισσότερες, υπάρχουν τα σχετικά βίντεο αν θέλει κάποιος να τις μετρήσει, εγώ βαριέμαι. Εντάξει, λέμε, ισοπαλία, ΠΑΟΚ-ΠΑΟΚ 0-0, πάμε για ντους. Όχι, λένε οι άλλοι, να παίξουμε πέναλτι. Να παίξουμε, ρε μεγάλε, έχεις το Χι και δεν το εκτιμάς, θέλεις να ξεφτιλιστείς. Και παίζουμε πέναλτι. Τα οποία πέναλτι δεν είναι καμιά απλή ιστορία, δηλαδή πέφτεις και αποκρούεις, όχι, θέλει επιστήμη, θέλει σχέδιο πολύπλοκο και ψυχολογικό. Και η επιστήμη με δικαίωσε, που άφησα πέντε πέναλτι να μπούνε από την άλλη πλευρά και στο έκτο έκανα το μεγαλύτερο κόλπο του αιώνα, που λέω στον αντίπαλο «ρε δεν μπορείς, ρε αυτός δεν μπορεί ρε, τι μου τον στείλατε τώρα αυτόνανε ρε, δεν μπορεί ρε, ου ρε, άχρηστε» και τα λοιπά, κάνω μια κίνηση ντεμέκ πως θα πέσω αριστερά, ψαρώνει αυτός, πάω αριστερά αλλά δεν πέφτω, το ρίχνει δεξιά μου, άουτ, πήραμε την πρόκριση, τέλος.

Μόλις είχα γράψει ιστορία ως ο μοναδικός τερματοφύλακας στην ιστορία του ΠΑΟΚ που πήρε πρόκριση στα πέναλτι μέσα στην Τούμπα. Ο Τάκης Παντέλης αποκλείστηκε από την Άιντραχτ, ο Γιάννης Γκιτσιούδης αποκλείστηκε από τη Σεβίλλη, ο Νίκος Μιχόπουλος αποκλείστηκε από τον Παναθηναϊκό, αυτά είναι όλα κι όλα τα πέναλτι που παίχτηκαν μέσα στην Τούμπα, όλοι αποκλείστηκαν εκτός από εμένα. Συν τοις άλλοις, μαζί με τον άλλο Ιωαννίδη είμαστε οι μοναδικοί τερματοφύλακες στην ιστορία του ΠΑΟΚ που δεν έχουν φάει γκολ στην καριέρα τους με τον Δικέφαλο στο στήθος, στην ισοβαθμία κερδίζω εγώ, βέβαια, που πήρα τα πέναλτι. Και πολλά άλλα ρεκόρ που βαριέμαι τώρα να αναλύω. Αυτά φαίνεται πως έλεγε η Novasports που έστειλε τον Κωστή Μπότσαρη να μου πάρει συνέντευξη με τη λήξη του αγώνα. Το πρώτο πράμα που ρώτησα ήταν αν είναι ζωντανή η συνέντευξη, ευτυχώς που δεν ήταν γιατί μου ξέφυγαν κάτι καφριλίκια για τα πεθαμένα της κανονικής ομάδας, μετά μπήκε στο γήπεδο η Χουλιγκάνα που σιγά να μη δεν έμπαινε και έκανε σουλάτσο. Κάτσαμε στον πάγκο των γηπεδούχων για ώρα, γέμισα, στο τέλος της έδωσα το μετάλλιο που μου είχε περάσει στο λαιμό ο Ιωσηφίδης νωρίτερα, το έπιασε ένας φωτογράφος που της έβαζα το μετάλλιο, «τέλειο», φώναξε, αλλά δεν την είδα πουθενά τη φωτογραφία.

Άργησα με τις δηλώσεις και τη μικρή μέσα στο γήπεδο που δεν ήθελε να φύγουμε. Η Άννα με ρώτησε «το πόδι πώς είναι» κι εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα πως δεν μπορώ να περπατήσω, το είχα ξεχάσει, από την πρώτη στιγμή που πέρασα το τούνελ κι ανέβηκα εκείνες τις σκάλες, ποιος πόνος, ποιο πόδι, δεν υπάρχει κανένας πόνος όταν παίζεις για τον ΠΑΟΚ -από εκείνη τη μέρα, αντί να καταλαβαίνω περισσότερο τους ποδοσφαιριστές, πιο πολύ τους βρίζω και τους ρίχνω κράξιμο από την κερκίδα, ρε πλάκα με κάνετε, εγώ κουτσός πήρα την πρόκριση κι εσείς ζητάτε αλλαγή, φλώροι, άχρηστοι, ταγάρια, το μπούλο ρε από τον ΠΑΟΚ, να πούμε.

Ροδοπέταλα

Ροδοπέταλα

Σαν σήμερα, στις 18 Μαΐ&omi ...

Read more
Τελικό

Τελικό

Ο Παναγιώτης το σκ&omicr ...

Read more
Γκαργκίνος

Γκαργκίνος

Ο Ντάριλ Μπράιαντ είνα&i ...

Read more
0027

0027

Είχα να δω παίκτη-προ&p ...

Read more
ACAB

ACAB

Η είδηση είναι αληθ&iot ...

Read more
Νόβασπορτς

Νόβασπορτς

Δε μου αρέσει να μηδενίζω, ούτε να αδικώ. Η καφρίλα, η ολοκληρωτική απαξίωση και η μηδενική σκέψη-αυ ...

Read more
0037

0037

Και πάνω που είχαμε &ka ...

Read more
Αξιοποίηση

Αξιοποίηση

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, ο Ιάκωβος Αγγελίδης, στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου, μίλησε για αρκετά θέμ ...

Read more
Περίεργο

Περίεργο

Έγραψα ένα κατεβατό τρία πέιτζ ντάουν για τη μεταγραφή Παπαδόπουλου και τα έσβησα. Δεν έχει σημασία ...

Read more
Κατεδάφιση

Κατεδάφιση

47 αγώνες. 22 νίκες, 25 ήττε&s ...

Read more
Tελικός

Tελικός

Επειδή όλες οι μεγάλες ιδέες ξεκινούν από το μυαλό ενός ανθρώπου, ποιος μου λέει εμένα πως δεν είμαι ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.