Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08

6-1Το ταξίδι μου με τον ΠΑΟΚ έχει ημερομηνία έναρξης. Σαν σήμερα, πριν από 28 ακριβώς χρόνια στις παγωμένες Σέρρες, έγινα μάρτυρας μιας απίστευτης παράστασης κόντρα στη σιχαμένη ομάδα του Κοσκωτά.

Ονομαστική μου εορτή ήταν, δεν μπορούσε ο βάζελος πατέρας να μη με πάρει μαζί του στο γήπεδο -εκείνη τη μέρα με έχασε για πάντα. Όχι εξαιτίας της ιστορικής ταπείνωσης του Ολυμπιακού με το ανεπανάληπτο 6-1 μέσα στη λάσπη, αλλά επειδή αυτό που είδα απέναντί μας, στο τιγκαρισμένο πεταλάκι αριστερά, μου πήρε το μυαλό μια για πάντα. Εκεί ανήκω. Μ’ αυτούς. Αυτό είναι το πεπρωμένο μου. Δεν έχασα χρόνο -η μεθεπόμενη χρονιά με βρήκε μέσα στο εκδρομικό πούλμαν για άλλες βροχές κι άλλες λάσπες. Ακόμα δεν είχα ξυριστεί καν, είχα ένα χνούδι πάνω απ’ το χείλος. Βλέπω δεκατετράχρονα στο δρόμο σήμερα και τρομάζω -έτσι ήμουν κι εγώ όταν ταξίδευα με τον ΠΑΟΚ;

Αλλά ένα από τα πιο Παοκτσήδικα κόλπα μου το είχα κάνει ακριβώς ένα χρόνο νωρίτερα. Το Δεκέμβρη του 1986. Έκτη Δημοτικού. Είχαμε τότε το έθιμο όποιος γιορτάζει να φέρνει γλυκά στο σχολείο και να του τραβάνε το αυτί. Παραμονές του Αγίου Νικολάου, με είχε ρωτήσει η μάνα μου τι θέλω να κεράσω για τη γιορτή μου, με πήγε στο παντοπωλείο της γειτονιάς και διάλεξα είκοσι τεμάχια για τους είκοσι συμμαθητές μου. Ο κυρ-Γιώργος μου έδωσε ολόκληρο το κουτί για να τα κουβαλάω -είκοσι Κουκουρούκου.

Η Κουκουρούκου ήταν η πιο άθλια γκοφρέτα της εποχής. Άγευστη, σκληρή, σχεδόν μπαγιάτικη. Την έτρωγες από υποχρέωση κι όταν δε σ’ έβλεπε η μάνα σου την πετούσες στα σκουπίδια, κάτω-κάτω, έβαζες από πάνω άλλα σκουπίδια για να μη δει πως της έδωσες δρόμο ώστε να σου ξαναγοράσει. Η Σερενάτα κι η Σοκοφρέτα ήταν σαφώς καλύτερης ποιότητας, χόρταινες, ευχαριστιόσουν γλυκό -αλλά δεν είχανε αυτοκόλλητα. Η Κουκουρούκου μπορεί να ήταν για πέταμα, αλλά είχε πάντα δώρο αυτοκόλλητο. Συνεπώς, η επιλογή ήταν εύκολη: Προτιμούσες αυτή με το αυτοκόλλητο για να κάνεις συλλογή.

Σα χθες το θυμάμαι. Είχα πέσει για ύπνο αλλά το στομάχι μου δεν με άφηνε ήρεμο. Όλη η οικογένεια κοιμόταν, ησυχία στο σπίτι, το μυαλό μου τριγύριζε. Το έθιμο λέει να κάνουμε δώρο γλυκάκι. Δε λέει να κάνουμε δώρο και αυτοκόλλητο. Γιατί να τους δώσω το αυτοκόλλητο, τι σχέση έχει αυτό με τον Αϊ-Νικόλα, γιορτάζουμε, χαιρόμαστε, κερνάμε γλυκό. Το αυτοκόλλητο δεν είναι γλυκό, δεν έχει καμία σχέση με τη λαϊκή παράδοση και τις θρησκευτικές μας τελετουργίες. Και, στο κάτω-κάτω, τόσα λεφτά δώσαμε για τις Κουκουρούκου, ας μας μείνουν τα αυτοκόλλητα. Δικά μου δεν είναι; Άμα θέλω τα δίνω, άμα δε θέλω δεν τα δίνω. Κι άμα τύχουν οι άλλοι τα σπάνια που δεν τα βρίσκω με τίποτα τι θα γίνει; Θα έχουν αυτοί τα σπάνια και σ’ εμένα θα πέσει κανένα τριπλό που δεν το θέλει κανείς ούτε τσάμπα; Προβληματισμοί, αγωνίες και εφιαλτικές στιγμές με είχαν πιάσει στο κρεβάτι μου και δεν μπορούσα να κοιμηθώ.

Δεν ξέρω τι ώρα είχε πάει, αλλά όταν το αποφάσισα ήταν νύχτα. Οι γέροι ροχάλιζαν, η αδερφή μου κοιμόταν, το σπίτι παγωμένο. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι έβγαλα την κούτα με τις γκοφρέτες από το ντουλάπι όπου τις είχε καβατζώσει η μάνα μου για να τις πάω την επόμενη μέρα στο σχολείο. Αν αποτύχει το σχέδιο στην πρώτη γκοφρέτα δεν υπάρχει πρόβλημα, σκέφτηκα, θα την κρατήσω για μένα και κανείς δε θα πάρει χαμπάρι. Προσεκτικά, βάζοντας όλη την τέχνη μου, πάτησα την Κουκουρούκου από το πλάι να βγει από το περιτύλιγμα -ήταν η κυρίως γκοφρέτα μέσα σε ένα ασημί περιτύλιγμα και από πάνω είχε ένα κάλυμμα που δεν έπιανε, όμως, όλο το περιτύλιγμα, άφηνε τις δύο πλευρές έκθετες. Πάνω στο ασημί περιτύλιγμα ήταν το αυτοκόλλητο. Πάτησα την άκρη, βγήκε το ασημί με το αυτοκόλλητο, μου έμεινε το κάλυμμα στο άλλο χέρι. Έβγαλα το αυτοκόλλητο, ξαναέβαλα το περιτύλιγμα μέσα στο κάλυμμα συρταρωτά, έτοιμο. Την κοίταξα μέσα στο σκοτάδι, κομπλέ, δε φαινόταν τίποτα.

Συνέχισα. Είκοσι φορές. Πατούσα την άκρη, έβγαινε το αυτοκόλλητο, το αφαιρούσα, την ξαναέβαζα μέσα. Δεν μπορούσα και να ξεχωρίσω μέσα στο σκοτάδι τι αυτοκόλλητα τύχαινα, αγωνιούσα να τελειώνω, να πάω για ύπνο με τα αυτοκόλλητα κρυμμένα στο γραφείο μου, να ξημερώσει, να τα δω. Αδρεναλίνη. Ακουγόταν θόρυβος και ίδρωνα, δεν είχα εναλλακτικό σχέδιο, δεν ήξερα τι θα πω αν εμφανιζόταν η μάνα μου από πίσω. Συνέχισα ως το τέλος. Τις τακτοποίησα στο κουτί, το έβαλα στο ντουλάπι, έχωσα τα χαρτάκια στην εφηβική καβάτζα των απαγορευμένων αντικειμένων και χώθηκα στο πάπλωμα. Ήρθαν κάτι απρόσκλητες τύψεις για λίγο, αλλά νύσταζα πολύ και δεν ασχολήθηκα.

Το πρωί ξύπνησα κι η μάνα μου ήδη είχε βάλει το κουτί στην τσάντα για να τα πάρω μαζί μου. Όλα συνέβαιναν όπως κάθε μέρα, κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα. Αγχωνόμουν μην καρφωθώ, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να γίνει αυτό, πώς να το καταλάβουν, είχα κάνει επαγγελματική δουλειά μέσ’ στο σκοτάδι.

Και έφτασε η ώρα του κεράσματος. Χρόνια Πολλά, Νικόλα, να σε χαιρόμαστε και τα λοιπά ο δάσκαλος, ο κυρ-Ανέστης, χαρά οι συμμαθητές που θα τους κερνούσα Κουκουρούκου, που κανείς δε θα την έτρωγε ολόκληρη αλλά όλοι αδημονούσαν για το αυτοκόλλητο, κουδούνι, διάλειμμα, κεραστείτε και βγείτε να παίξετε. Τους κέρασα όλους, έναν-έναν, πήρα τις όμορφες ευχές τους και τρέξαμε στο γηπεδάκι του σχολείου για την κλασική μπάλα.

Έγινε ένα σχετικό σούσουρο, η δική μου δεν έχει αυτοκόλλητο, και από τη δική μου λείπει, μα τι έγινε, τι συνέβη, είπα εγώ «ναι, μου έχει συμβεί κι εμένα, καμιά φορά το μηχάνημα δεν κολλάει αυτοκόλλητο, ας παίξουμε μπάλα τώρα, δεν έχουμε πολλή ώρα μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι», τσάτρα-πάτρα το κουκούλωσα, δε με πίστεψε κανείς, στα παπάρια μου, μου έμειναν είκοσι αυτοκόλλητα, ρε πλάκα με κάνετε, λιγούρια, δε φτάνει που σας κεράσαμε τσάμπα γκοφρέτες, μου θέλετε και έξτρα δωράκι. Φώτη, Λευτέρη, που από τότε ήμασταν κολλητοί και είμαι σίγουρος πως με διαβάζετε, δεν ξέρω αν θυμάστε την ιστορία, αλλά κάποτε έπρεπε να τα πω.

Συνθέτες (1)

Συνθέτες (1)

Οι συνθέτες των συνθημάτων μας Μέρος 1ο ...

Read more
Ιστορίες

Ιστορίες

Η πιο συγκλονιστ&iota ...

Read more
Χάσαμε

Χάσαμε

Επιστρέφαμε στην Καβάλα με τον Θοδωρή κι έναν ακόμα, νομίζω ήταν ο Μιχαλάκης. Το αμάξι πήγαινε μόνο ...

Read more
Μίκρα

Μίκρα

ΠΑΟΚ-Αναγέννηση Βύρωνα 26-21. Τώρα βρήκαμε καινούργιο μπελά. Ξέρουμε ανάγνωση. Όπου πάμε, ό,τι κι αν ...

Read more
Ροδοπέταλα

Ροδοπέταλα

Σαν σήμερα, στις 18 Μαΐ&omi ...

Read more
Λάπτοπ

Λάπτοπ

(Και λέμε πως πάμε εκδρομές τώρα εμείς)Αυτό μπροστά του λάπτοπ είναι; Πόσο προχωρημένοι ήμασταν; ...

Read more
0010

0010

Από το ξύλο στα σκο&upsil ...

Read more
Παρασκευή

Παρασκευή

Θα ήμουν στην ηλικία ...

Read more
Ατζέντης (2)

Ατζέντης (2)

- Hello.- Hello, Mr. Agent, we talked and yesterday, I’m calling from PAOK…- Oh, God, i ...

Read more
Επιλοχίας

Επιλοχίας

Στο στρατό με σέβονταν και με φοβόντουσαν για τους λάθος λόγους. Λόγω ηλικίας και βαθμού, ένα και το ...

Read more
Πάπιγκo

Πάπιγκo

Οι άνθρωποι που μας πάντρεψαν δε νιώθουν από μπάλα κι αυτό φάνηκε όταν μας έκαναν δώρο ένα τετραήμερ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.