Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

zitaΟ πιτσιρίκος προχθές δίπλα μου στο αστικό είχε αγχωθεί. Του λέει η κοπέλα μαζί του (αδερφή, ξαδέρφη, θεία) «ρε συ, τι φοβάσαι, φοβούνται οι Παοκτσήδες»;

Δεν έπιασε το κόλπο, συνέχισε να κάθεται σφιγμένος ο μικρός, στη διαδρομή για να του πάρουν αίμα για εξετάσεις. Έτσι πρόχειρα στο μυαλό μου θυμάμαι τρεις φορές που όχι μόνο φοβούνται οι Παοκτσήδες, αλλά κλασαμέντες κανονικά. Για μένα μιλάω, φυσικά, εσείς οι υπόλοιποι μπορεί να είστε ατρόμητοι αθηνών και να μη φοβάστε ποτέ. Δικαίωμα.

Τόσες εκδρομές, τόση αστυνομία, τόσοι δικοί μας επικίνδυνοι, ντου, πέτρες, τρεξίματα, πούλμαν, επαρχία, Αθήνα, Πειραιάς, ηλεκτρικός, ό,τι θες, αλλά οι δύο φορές που πραγματικά μου έφυγε η ψυχή ήταν μετά από ματς στην Τούμπα. Και μια στην Ομόνοια, αλλά εκείνη ήταν για άλλο λόγο, ήταν ψυχολογικό το θέμα. Εντός έδρας, δηλαδή, ήταν τα χειρότερα.

Κάπου στο τρίτο γκολ της γριάς, το 1991 (βλέπω τώρα στο αρχείο μου πως ήταν το ματς μετά τη ρεβάνς στο Βέλγιο με τη Μαλίν), άρχισαν τα «πάμε ρε να τους σπάσουμε το σύνδεσμο στην Παπάφη τις κωλόγριες» και τα σχετικά. Δεν αντεχόταν αυτό το 0-3, ρε κωλόγριες, ήρθαμε να γιορτάσουμε την πρόκριση στην Ευρώπη, τόσες χιλιάδες κόσμος, παίζουμε και καλύτερα από εσάς, τι θέλετε τώρα και μας βάζετε τρία γκολ από το πουθενά, με ποιο δικαίωμα, δηλαδή. Και, όπως είναι λογικό, το ανφέρ της γριάς προκάλεσε γενική αναστάτωση, μαζεύτηκε πριν τη λήξη στο πέταλο ένα μεγάλο μπούγιο και ξεκίνησαν για το σύνδεσμο της γριάς στην Παπάφη.

Για μας από την επαρχία, είτε απέναντι στην Αγιά-Βαρβάρα να ήταν η Παπάφη είτε στη Σίνδο, ένα και το αυτό. Ιδέα δεν είχαμε πού πήγαινε ο λαός. Αλλά γενικώς δε μας έπαιρνε να κάνουμε πολλά-πολλά μετά τα ματς όταν ερχόμασταν Τούμπα με οτοστόπ ή ΚΤΕΛ, 15-16 χρονών, έπρεπε να γυρίζουμε νωρίς να μη μας παίρνουν χαμπάρι οι δικοί μας πως δεν παίζαμε μπάσκετ όλη μέρα στο πάρκο ή Amigaστη σπίτι του Μ, όπως ήταν οι πιο συνηθισμένες δικαιολογίες που λείπαμε από το σπίτι τις Κυριακές. Καμιά ώρα περπάτημα θέλαμε μέχρι το ΚΤΕΛ, άλλες 2-3 ώρες ταξίδι, οπότε έπρεπε με τη λήξη να φεύγουμε αμέσως.

Έτσι, αφήσαμε το μπουλούκι που είχε πάρει το δρόμο για το σύνδεσμο του Ηρακλέους και κόψαμε από Λαμπράκη για να φτάσουμε με τα πόδια στη Λαγκαδά –η μόνη διαδρομή που ξέραμε. Μισό λεπτό, τώρα που έχουμε και την τεχνολογία, να δω πόσα χιλιόμετρα κάναμε με τα πόδια τότε. Επιστρέφω. (τρία λεπτά αργότερα) Έξι χιλιόμετρα λέει. Δηλαδή όταν κάναμε πήγαινε-έλα, κάναμε 12 χιλιόμετρα συν τα χοροπηδητά στην Τούμπα. Θα μου πεις άλλα πνευμόνια, πιτσιρίκια ήμασταν. Πάμε παρακάτω.

Τότε, για να μας διαλύσει η αστυνομία είχαν ένα κόλπο με τους ζητάδες. Έτρεχαν οι ζητάδες με 100 ανάμεσά μας με τις μηχανές, ίου-ίου, έφευγε ο κόσμος δεξιά-αριστερά, έτρεχαν οι άλλοι ζητάδες από αντίθετη κατεύθυνση, πάνω-κάτω, μετά από δέκα δρομολόγια μας έβγαζαν από το δρόμο. Προφανώς κάποιο επιχειρησιακό πρόβλημα θα έβγαλε το σχέδιο κάπου και το σταμάτησαν πλέον, ίσως που καβαλάνε τώρα τις μηχανές δυο-δυο, δεν ξέρω, αλλά τότε αυτό κάνανε. Με τον Ν, αν και δεν είχαμε καμία σχέση με τους επίδοξους καταστροφείς του συνδέσμου, τρέξαμε να μπούμε σε μια άχτιστη οικοδομή, καθώς ναι μεν οι ζητάδες μας έβγαζαν από το δρόμο, αλλά στην άκρη του δρόμου ήταν οι συνάδελφοί τους με τα μαγικά ραβδιά και είχαν αρχίσει τα ταχυδακτυλουργικά στους πιο κοντινούς.

Μπαίνουμε στην οικοδομή, η οποία είναι σε ακτίνα 500 μέτρα από το γήπεδο σε απροσδιόριστη κατεύθυνση. Ψιλοκρυβόμαστε ψιλοαντρίκεια, δηλαδή ναι μεν δε μας βλέπουν, αλλά δεν πάμε και μέσα-μέσα, προσπαθούμε να καταλάβουμε αν έχει τελειώσει το πανηγύρι, να βγούμε και να φύγουμε για ΚΤΕΛ, εμείς οι φιλήσυχοι απλοί φίλαθλοι που τι σχέση να έχουμε με τους χουλιγκάνους. Και βλέπουμε εκεί μέσα από τα τούβλα να έρχονται προς εμάς τα πεζοπόρα τμήματα της αστυνομίας, κάνουμε λίγο πίσω, βρίσκει ο Ν μια τρύπα που μετά είδαμε πως ήταν το μέρος όπου θα έμπαινε το ασανσέρ, όταν θα τη χτίζανε. Σκοτάδι μαύρο. Καβατζωθήκαμε εκεί μέσα μέχρι να περάσει το κακό.

Κι όπως είμαστε χωμένοι στην τρύπα, παρκάρει ένας ζητάς απ’ έξω τη μηχανή. Ακούμε τον ασύρματο, κάτι ασυναρτησίες, «έφυγαν από τα στενά, ανεβείτε στην εκκλησία, έχει κόσμο στη γέφυρα, υποχωρήστε προς Λαμπράκη» κάτι τέτοια, από το μυαλό μου τα βγάζω τώρα, αλλά σ’ αυτό το στιλ. Εμείς μούγκα. Θα φύγει, λέμε, πόσο θα κάτσει εδώ έξω. Και τότε ακούμε τα βήματα. Τακ, τακ, τακ, εμείς στο σκοτάδι, στην τρύπα, ούτε ανάσα, από την άλλη πλευρά του ντουβαριού τακ, τακ, τακ. Ερχόταν. Εμείς καθισμένοι κάτω. Ακόμα και σήμερα τον φαντάζομαι, δύο τακ-τακ ακόμα να έκανε και να μας έβλεπε έτσι χωμένους εκεί μέσα, καθισμένους κάτω στο τσιμέντο της οικοδομής, ανήμπορους, ηττημένους, στο πιάτο. Ιδρώναμε. Χεστήκαμε πάνω μας. Με τον Ν ένα ύψος είμαστε, στο 1,90 και οι δύο, αλλά θα τονε βλέπαμε σα γίγαντα έτσι που ήμασταν διπλωμένοι στο λαγούμι, ωχ, μάνα μου, μετά ακούστηκαν κι άλλα τακ, τακ, τακ, έβαλε μπρος τη μηχανή κι έφυγε. Εκπνεύσαμε. Κλασαμέντες.

Γυρίσαμε στην πόλη το βράδυ, βρεθήκαμε με την παρέα, τι έγινε ρε, είχε σκηνικά μετά; Μπα, είπαμε εμείς, χαμπάρι δεν πήραμε, φύγαμε καρφί με τη λήξη να προλάβουμε το λεωφορείο.

Στράβωμα

Στράβωμα

ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός 2-3. Το ξέρω πως μερικοί πιστεύουν ότι καμιά φορά γράφω υπερβολές για τη μικρή χου ...

Read more
Μπάι-Μπάι

Μπάι-Μπάι

Στο γήπεδο είναι πι&o ...

Read more
Συνθέτες (1)

Συνθέτες (1)

Οι συνθέτες των συνθημάτων μας Μέρος 1ο ...

Read more
Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016 έ&l ...

Read more
Δεύτερο

Δεύτερο

Το σχέδιο ήταν οργα&nu ...

Read more
Εγκλεισμός

Εγκλεισμός

- Πείτε μου το όνομά σ&alp ...

Read more
Τεσσάρα

Τεσσάρα

Ήταν μία από τις τελευταίες έδρες-πραγματικές τρομοκρατίες και μία από τις καλύτερες εμφανίσεις ομάδ ...

Read more
0021

0021

Μπορεί σε λίγα χρόνι&alph ...

Read more
Αγγελίδης

Αγγελίδης

Δεκαπέντε χρόνια είχε κολλήσει το μυαλό μου στο όνομα «Αγγελίδης» και δεν πήγαινα στο μπάσκετ. ...

Read more
Επανάσταση

Επανάσταση

“Won’t Bow, Don’t Know How”«Δε θα σ&ka ...

Read more
Σιγή

Σιγή

Με τον Αλφαβήτα έχο&upsi ...

Read more
Ελλείψεις

Ελλείψεις

Προς ΚΑΕ ΠΑΟΚ, κύριο Μπράνισλαβ Πρέλεβιτς Αγαπητέ Πρόεδρε, καταρχάς να σε συγχαρώ για την πορεία τη ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.