Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

aekpaok83Πριν λίγες μέρες έλαβα μία από τις καλύτερες ερωτήσεις που μου έχουν κάνει ποτέ: «Ποια είναι η δική σου εκδοχή για τα επεισόδια στον τελικό του ’83, εσύ πού βρισκόσουν»;

Ωραίος ο φίλος, είπαμε, ασπρόμαυρο μαλλί έχουμε, αλλά για πόσο με κάνεις, ρε μεγάλε. Έχω απάντηση, πάντως. Τυχαίνει να θυμάμαι τον τελικό με την ΑΕΚ, πού ήμουν, τι έκανα, την τραγωδία την οικογενειακή που μου συνέβη εκείνο το βράδυ. Σφίγγεται η ψυχή μου, μεγάλο το τραύμα του τελικού. Οκτώ χρονών λίγο ζόρικο να με παίρνανε μαζί τους οι κάγκουρες των 80ς, αλλά όποιος ενδιαφέρεται για το τι έκανα στον τελικό της 29ης Ιουνίου 1983, ας συνεχίσει την ανάγνωση.

Την ώρα που οι μελλοντικοί συνοδοιπόροι μου χόρευαν κάτω από την τσιμεντοβροχή μέσα και έξω από το ΟΑΚΑ, εγώ ετοιμαζόμουν να πάω στην καφετέρια της γειτονιάς, στου Ζήση, να δω τον αγώνα με την τσακαλοπαρέα. Οι μισοί παναθηναϊκοί, οι άλλοι μισοί Παοκτσήδες. Δεν είχε γίνει ακόμα το πογκρόμ του πάτερ-Εφραίμ που έβαψε ασπρόμαυρη όλη τη γειτονιά. Συνεπώς, όποτε έπαιζε ο Παναθηναϊκός υποστηρίζαμε όλοι Παναθηναϊκό, όποτε έπαιζε ο ΠΑΟΚ υποστηρίζαμε όλοι ΠΑΟΚ, έτσι πήγαινε, αθώα χρόνια τότε, ενδεχομένως εκεί βρίσκεται η πηγή για τις αγκαλίτσες του Ιβάν με τον Αλαφούζο, θα είχε περάσει από τη γειτονιά μας ο πρόεδρος και θα του είχε έρθει η έμπνευση, μια μέρα θα γίνω πρόεδρος στον ΠΑΟΚ και θα συμφιλιώσω τους δύο λαούς, όπως συμβαίνει μ’ αυτά τα αθώα παιδάκια, αχ, τι όμορφη εικόνα.

Η μάνα μου δεν είχε ψιλά να μου δώσει για την καφετέρια. Τοστ ανάμικτο και βυσσινάδα, πόσο να έκανε η έξοδος του οκτάχρονου πιτσιρικά, κάνα πενηντάρικο, πάνω-κάτω. Το κουλούρι είχε δέκα δραχμές. Μου κουνούσε ένα πεντακοσάρικο μέσα στα μούτρα, «πρόσεχε, κακομοίρη μου, δεν έχουμε άλλα λεφτά, το πεντακοσάρικο και τα μάτια σου, μόλις πάρεις τα ρέστα από το Ζήση θα τα βάλεις στην μπροστινή τσέπη να μην τα χάσεις». Με τρομοκράτησε. Πήρα το πεντακοσάρικο, περπάτησα εκατό μέτρα μέχρι την παραλία, μετά άλλα πενήντα μέχρι την καφετέρια του Ζήση και σε όλη τη διαδρομή έπιανα το πεντακοσάρικο πάνω από το κοντό παντελονάκι, να το νιώθω, μην εξαϋλωθεί.

Η πιτσιρικαρία ήταν αραγμένη πρώτη σειρά. Στις ταινίες του Μπρους Λι μας έβγαζαν έξω για πέντε λεπτά, όταν έδειχνε τσόντα, δηλαδή κανένα βυζί τρία δευτερόλεπτα, «έλα, έξω οι μικροί, ακατάλληλον» και όταν έφευγε το βυζί από την οθόνη μας σφύριζαν κλέφτικα και ξαναμπαίναμε τρέχοντας για να συνεχίσει το ξυλίκι του μεγάλου μας ήρωα. Εκεί ήταν η θέση μας και στους αγώνες, εκεί είδαμε τα Μουντιάλ, το Ευρωμπάσκετ του ’87, τον επόμενο τελικό με τη Λάρισα, πολύ γκαντέμης ο Ζήσης, αν εξαιρέσεις την Εθνική του μπάσκετ, όλο έχανε ο ΠΑΟΚ εκεί πέρα. Παράγγειλα την κλασική βυσσινάδα και το τοστ ανάμικτο, πήγα να πληρώσω με το πεντακοσάρικο, με έλουσε ο ιδρώτας. Το χαρτονόμισμα πουθενά. Ούτε τρύπια τσέπη, ούτε τίποτα, απλώς δεν ήταν εκεί. Έριξα μια ματιά στην παρέα, κάποιος θα το είχε βρει, δεν μπορεί, αλλά κανείς δεν ήξερε τίποτα. Την είχα γαμήσει. Με κάλυψε ο Ζήσης, «δεν πειράζει, την άλλη φορά», αλλά για μένα ο κόσμος είχε γκρεμιστεί. Ω, ρε φίλε, πώς γυρίζουμε σπίτι.

Ξεκίνησε το ματς, έβαλε το πρώτο γκολ η ΑΕΚ, αγχωνόταν ο κόσμος να ισοφαρίσει ο ΠΑΟΚ, εγώ το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η μάνα μου. Μάγκα μου, τι με περιμένει στο σπίτι. Ενδεχομένως να ήταν η πρώτη φορά που θα έτρωγα ξύλο, αυτό ήταν, θα μου έριχνε στο κεφάλι κανένα γουδοχέρι, θα με έβαζε τιμωρία ένα καλοκαίρι χωρίς μπάλα, θα με έστελνε στην αχώνευτη τη θεια μου τη Σταυρούλα μέχρι να ανοίξουν τα σχολεία για να βάλω μυαλό. Έχανε ευκαιρίες ο ΠΑΟΚ, εμένα δε με άγγιζε το παιχνίδι. Έκανα πως έβλεπα, αλλά από μέσα μου έκλαιγα. Μεγάλη θλίψη, αφού όλοι πίστευαν πως στενοχωριέμαι για τον ΠΑΟΚ.

Το γήπεδο είχε διαλυθεί, οι δικοί μας με τους αεκτσήδες τα είχανε σπάσει όλα, κεφάλια ανοιγμένα, αίματα, συλλήψεις, κυνηγητά, φάγαμε και δεύτερο γκολ στο τέλος -εγώ ιδέα δεν είχα για όλα αυτά, μακάρι να μου ανοίγανε κι εμένα το κεφάλι με καμιά κοτρόνα, να ξεχάσει η μάνα μου το πεντακοσάρικο, να μου λέει «δεν πειράζει, τζιέρι μου, μη σε νοιάζουν τα χρήματα, εσύ να είσαι καλά». Αλλά κανείς δε μου το άνοιξε το κεφάλι, θα μου το άνοιγε αυτή. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος, κάποια στιγμή θα γύριζα σπίτι. Ωχ, μάνα μου, ωχ.

Το πήρε η ΑΕΚ το κύπελλο, εμείς φύγαμε στα πανηγύρια, απογοητευμένοι. Εκατόν πενήντα μέτρα πρέπει να τα έκανα σε μία ώρα, ίσως και περισσότερο. Όλη η παρέα μου έδινε κουράγιο, έλα, ρε, μην ανησυχείς, θα τις φας σήμερα, θα τις φας αύριο, θα τις τρως μια βδομάδα, ε, κάποια στιγμή θα το ξεχάσει. Ρε μαλάκες, εμένα η μάνα μου δε με δέρνει, τι με λέτε τώρα -ε, από σήμερα θα σε δέρνει κι εσένα, έτσι είναι αυτά τα πράματα. Άντε, τα λέμε το πρωί για μπάλα και τα σχετικά.

Πόση ώρα στεκόμουν στην εξώπορτα, περίμενα μπας και κλείσει το φως από το σπίτι, να πάει για ύπνο η μάνα μου, να περάσει αυτή η νύχτα κι από αύριο βλέπουμε τι θα γίνει, ξυπνάω νωρίς και φεύγω για μπάλα, εξαφανίζομαι, αλλάζω χώρα, κάτι θα έβρισκα. Από μικρός ήμουν γενναίος, όμως, πήρα μιαν ανάσα και μπήκα. Με περίμενε. Η μάνα έχει αυτή την υπερφυσική δύναμη, όλα τα ξέρει, δεν μπορείς να κρυφτείς. Έμεινα σκυμμένος στην πόρτα, αυτή άρχισε αμέσως το κήρυγμα, «πού το έχεις το μυαλό σου, πάλι ρεζίλι με έκανες, πήγες στην καφετέρια χωρίς λεφτά, εδώ το ξέχασες το πεντακοσάρικο».

Αναλγητικό

Αναλγητικό

ΠΑΟΚ-ΑΕΚ 73-71. Δε θυμάμαι από πότε έχω να δω παιχνίδι στο μπάσκετ που το πήρε η κερκίδα. ...

Read more
Μπουγάτσα

Μπουγάτσα

Ναι, εντάξει, τα ξέρου ...

Read more
Ελικοπτεράκι

Ελικοπτεράκι

Έχω οπισθοχωρήσει αρκετές φορές, είτε για ανασύνταξη είτε για επανεκτίμηση της κατάστασης, αλλά λα ...

Read more
Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016 έ&l ...

Read more
Τρία

Τρία

Στις 30 Απριλίου 2014 εμ&p ...

Read more
Χριστουγεννιάτικο

Χριστουγεννιάτικο

Σαν σήμερα, πριν από 22 χρόνια, στις 23 Δεκεμβρίου 1992, έκανε ντεμπούτο στο Πρωτάθλημα με τη φανέλα ...

Read more
Αμηχανία

Αμηχανία

Είκοσι πέντε χρόνια στην Τούμπα δεν έχω ξαναζήσει τέτοια αμηχανία σε ανταλλαγή συνθημάτων. Για πρώτη ...

Read more
Απεντόμωση

Απεντόμωση

Και οι τυφλοί είδαν εχθές. Ομάδα απαλλαγμένη από εξωαγωνιστικές έγνοιες, συγκεντρωμένη στο χορτάρι, ...

Read more
Μπιζέρα

Μπιζέρα

«Να προσέχετε τον Πά&m ...

Read more
Τζαμποσακούλα

Τζαμποσακούλα

Δεν είναι δυνατό να μεταφέρεται γονιδιακά αυτό το πράμα. Κι όμως, κάθε μέρα επαληθεύεται, αυτό το πα ...

Read more
Πληγές

Πληγές

Κρύφτηκαν όλα κάτω από τα μπουκάλια, τις πέτρες και τα ξηλωμένα καρεκλάκια. Ανακατεύτηκε η μπόχα τεσ ...

Read more
Ερασιτεχνισμοί

Ερασιτεχνισμοί

Ήμουν πιτσιρικάς όταν ένα συμβάν με οδήγησε να απομυθοποιήσω τους επαγγελματίες ζητιάνους και τα προ ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.