Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

tel013Την προηγούμενη φορά που πήραμε Πρωτάθλημα, κερδίζοντας πάλι τον Ολυμπιακό, βρισκόμουν σε ένα τρένο από Ορμένιο για Θεσσαλονίκη και άκουγα το ματς από το ραδιόφωνο.

Απρίλης του 1992, με ένα φαντάρο, τον Θωμά, καλή του ώρα, που από τα μούτρα με κατάλαβε και με ρώτησε «αν κατεβαίνω κι εγώ για τα πανηγύρια».  Είχα ανεβεί για το Πάσχα στη γιαγιά αλλά την παράτησα τη Μεγάλη Τετάρτη, δε χανόταν αυτό, πρώτη φορά πρωταθλητής θα ήμουν σε λίγες ώρες και δεν άντεξα μακριά από το Λευκό Πύργο. Αυτός είχε πάρει άδεια, μεγάλη μούρη ο τύπος, έκανε το τρένο άνω-κάτω επειδή δεν προλαβαίναμε να δούμε το ματς στην τηλεόραση.

Η «ταχεία» ξεκινούσε νωρίς από το Ορμένιο, έπιανε Δίκαια όπου ενωνόταν με τα υπόλοιπα βαγόνια και, βάσει προγράμματος, έφτανε το απόγευμα Θεσσαλονίκη. Δίχως καμία καθυστέρηση, προλαβαίναμε να δούμε τον αγώνα στην πόλη και, εφόσον συνέβαινε αυτό που ενδόμυχα παρακαλούσαμε να μη συμβεί, κατεβαίναμε Πύργο για τα πανηγύρια. Γιατί από μέσα μας δεν το θέλαμε το διπλό στο ΣΕΦ, 3-1 ήταν η σειρά στις τέσσερις νίκες, ας χάναμε σήμερα και το σηκώναμε σε λίγες μέρες μέσα στο Παλέ, παρόντες, να τους παίρναμε με τριάντα-σαράντα πόντους διαφορά και να μπαίναμε μέσα, να κόβαμε και τα διχτάκια, να παίρναμε φανέλες -όπως και να ‘χει, άλλο να το σηκώνεις μέσα στο σπίτι σου κι άλλο να περιμένεις την αποστολή στο αεροδρόμιο. Αλλά από τις δηλώσεις των γάβρων φαινόταν το πράμα, «ποτέ δεν είπαμε πως πάμε για το Πρωτάθλημα», «η χρονιά για μας είναι πετυχημένη και μόνο που παίζουμε τελικό». Βρωμούσε το διπλό, από το Ορμένιο μέχρι το Φάληρο.

Το τρένο έμεινε στο Πύθιο πάνω από μία ώρα. Μετά, ξανάμεινε πριν την Αλεξανδρούπολη, στην ερημιά, δίχως καμία εξήγηση γιατί σταματήσαμε ή τι συμβαίνει. Ο Θωμάς είχε ανοίξει το παράθυρο στο κουπέ και έριχνε εμετούς, εεε, γαμημένοι τρενατζήδες, ρε θα χάσουμε τον ΠΑΟΚ, σε λέω, ρε θα σας βάλω φωτιά το τρένο και όλους τους σταθμούς στη διαδρομή ρε, καριόλεεες και τέτοια. Δεν είχε τολμήσει να κάτσει άνθρωπος μαζί μας, εγώ με τα περίεργα μαλλιά και τα ραφτά, αυτός ξυρισμένος με τις αρβύλες και τα μαύρα, ούτε ελεγκτής δεν έμπαινε να μας πει οτιδήποτε. Όλα μας πήγαν ανάποδα, κάθε τόσο και στάση και καθυστέρηση -δεν προλαβαίναμε.

tel010Κάπου ανάμεσα σε Ξάνθη και Δράμα άρχισε το παιχνίδι. Έβγαλα τις καβατζωμένες, καινούργιες μπαταρίες και προσπαθούσαμε να το ακούμε στο ραδιόφωνο του γουόκμαν. Κόρφας, περνάει στον Πρέλεβιτς, σηκώνεται για το τρίποντο, γαλαρία, χάναμε το σήμα, βρίζαμε, ουρλιάζαμε, τελείωνε το τούνελ και ήμασταν μπροστά πέντε πόντους, Φασούλας, καρφώνει την μπάλα στο καλάθι, κι άλλο τούνελ, δεν ακούγαμε τίποτα, ξαναβρίσκαμε το σήμα μετά από πέντε λεπτά, η διαφορά στους δέκα. 82-97 τελικό σκορ, αγκαλιές, πανηγύρια μέσα στο τρένο, πιάσαμε να χοροπηδάμε στο διάδρομο, χαίρονταν οι γριούλες, χειροκροτούσαν κι αυτές, άντε, μπράβο στον ΠΑΟΚ, φτάσαμε πολύ αργά στο Σταθμό κι εκεί χώρισαν οι δρόμοι μας, για να ενωθούν πάλι στον Πύργο λίγο μετά.

Αλλά αυτήν τη φορά θα το σηκώναμε μέσα στο σπίτι μας. Η μικρή χουλιγκάνα είχε άγχος από το πρωί, «σήμερα δε θα κουραστώ πολύ στο σχολείο για να αντέξω στο Παλατάκι μέχρι το βράδυ». Εγώ μια δουλειά είχα αναλάβει, να βάλω τις φανέλες μας να στεγνώσουν, τις φανέλες τις γούρικες που μας έφεραν στην πρώτη θέση στην κανονική περίοδο, μετά απέκλεισαν τον Παναθηναϊκό και τώρα μας είχαν σε απόσταση τριών σετ από το πρώτο Πρωτάθλημα της ιστορίας μας στο βόλεϊ και το πρώτο νταμπλ σε επαγγελματικό άθλημα από το 1926. Έζεχνε ιστορία η μέρα, δεν ήταν να κάνεις λάθη. Κι όμως, το ξέχασα, τις άπλωσα το μεσημέρι. Ευτυχώς είχε ήλιο και αεράκι, αλλιώς θα έπρεπε να τις στεγνώνουμε με το πιστολάκι και θα αργούσαμε -αν δεν τις φορούσαμε και χάναμε δε θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου.

tel003Φτάσαμε νωρίς, αλλά και πάλι σχεδόν γεμάτο το γήπεδο. Η μικρή έφαγε το πρώτο στράβωμα με τον σεκιουριτά που δε μας επέτρεψε να μπούμε από την κύρια είσοδο, «τα διαρκείας από πάνω». Γιατί, ρε μπαμπά, από πάνω, σε κάθε αγώνα από ‘δώ μπαίνουμε, τι πράματα είναι αυτά. Τα σιχαίνεται τα τουρνικέ, έχει μια ανασφάλεια όταν χωρίζουμε για να μπούμε ένας-ένας, αν και τα παλικάρια είναι ωραίοι και της λένε καθησυχαστικά «να, τώρα θα μπει κι ο μπαμπάς σου» εκείνα τα πέντε δευτερόλεπτα που είμαστε χώρια. Είχε αποθεωθεί και στο αστικό, δυο στάσεις απόσταση αλλά όλο το λεωφορείο της φώναζε «έτσι μάθαμε από παιδιά», αυτή κουνούσε τη σημαία, έβγαλε και το μπουφάν για να φαίνεται η μπλούζα του ΠΑΟΚ, φούσκωσε. Κάθισε απέναντι από έναν μαυρούλη που φορούσε πράσινη μπλούζα, μου λέει δυνατά «μπαμπά, αυτός είναι Παθαναϊκός» και απάντησε ο Αφρικανός, «Παογκάρα είμαι, Παογκάρα». Του ‘σκασε χαμόγελο.

Κερδίζουμε σήμερα τρία σουτ και παίρνουμε το μεγάλο Πρωτάθλημα. Χοροπηδούσε στην ανηφόρα για το γήπεδο, δεν κρατιόταν, τι ενέργεια αυτό το παιδί. Όλα τα ‘μαθε, αυτό το «σουτ» δε λέει να το αλλάξει, πρώτο σουτ, δεύτερο σουτ, τρίτο σουτ, κερδίσαμε τρία-μηδέν σουτ. «Όταν τελειώσει το σουτ στους 25 πόντους θα πάμε να μου πάρεις πατατάκια». Πέντε άνθρωποι μου είχαν κλείσει ραντεβού «να το δούμε μαζί», αλλά ποιον να βρεις μέσα στο χαμό, είχαν κλείσει οι σεκιουριτάδες τις γνωστές διόδους, δεν μπορούσαμε να πάμε στο κυλικείο της εισόδου από όπου παίρναμε τις προμήθειες, στράβωσε πάλι, «τι ήρθαν όλοι αυτοί και δεν μπορούμε να πάμε στο εστιατόριο να πάρουμε ποκόρν». Πού να κάτσεις. Να πας χαμηλά, κάγκελο, με το παιδί -δεν έλεγε. Να πας πάνω, ψηλά, όπως ήθελε το παιδί «για να τα βλέπουμε όλα» -θα χάσεις το τζέρτζελο.

tel005Με παίρνει ο Θ, «μαλάκα, έχω καβάτζα να το δούμε από μέσα». Τι καβάτζα, τι μέσα, τι εννοείς. «Έμεινε μια καρέκλα άδεια, πάρε τη μικρή κι ελάτε μέσα, είμαστε ακριβώς πίσω από τον διαιτητή». Κατεβαίνουμε χαμηλά, η δικιά μου μουλάρωσε. Όχι, δε θέλω να μπω μέσα, θέλω να το δούμε από τις κερκίδες, ψηλά, στις μπλε, όπως την άλλη φορά. Επειδή «την άλλη φορά» είχε καβατζώσει το κάγκελο και έκανε καφριλίκια, της άρεσε. Μα καλή μου, θα είμαστε δίπλα στους παίκτες, έλα, να δεις τι ωραία  που θα ‘ναι. Δεν την έπειθε ο Θ, γκρίνιαζε, αλλά ο έμπειρος πατέρας είχε το επιχείρημα που έληξε τη συζήτηση: «Άμα πάμε στις κερκίδες με τόσο κόσμο δε θα μπορείς να μπεις μέσα μετά. Ενώ αν κάτσουμε μέσα, θα μπεις από τους πρώτους». «Πάμε».

Βέβαια, είχα κι εγώ τις επιφυλάξεις μου. Ρε φίλε, πρώτη φορά σηκώνουμε κούπα στο σπίτι μας και δε θα είμαστε στο κάγκελο; Αλλά ο Θ είχε αντίλογο, ρε μαλάκα, πρώτη φορά σηκώνουμε κούπα στο σπίτι μας και θα είμαστε ένα μέτρο απόσταση από την ομάδα, ξεκόλλα. Και κάτσαμε πίσω από τον διαιτητή, ανάμεσα σε δύο ιστορικούς αρχηγούς: Δεξιά μου ο Χαραλαμπίδης με τα παλικάρια του, αριστερά μου ο Λαγωνίδης. Στη μέση εγώ με τη χουλιγκάνα, μπροστά μου ο Άρης ο Καρακούσης. Πίσω μου, ο ξελαρυγγιασμένος Λαός που πλακωνόταν από νωρίς. Πάνω στο κάγκελο όπου ακουμπούσα, ένας δικός μας με σκισμένο παντελόνι από τις κλωτσιές, ο οποίος ζητούσε από τον σεκιουριτά «έχεις καμιά φόρμα να φορέσω, δες πώς έγινα».

tel002Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσα πριν 20-25 χρόνια αν με βάζανε λίγα μέτρα απόσταση από την ομάδα του Ολυμπιακού. Θες η ηλικία, θες η πατρότητα, το είδα ψύχραιμα το θέμα. Αλλά δεν είχε σημασία, από την προθέρμανση, από τις φάτσες τους και τον τρόπο που κοιτούσαν τον κόσμο ανάμεσα στις μανσέτες και τα καρφιά οι ολυμπιακοί φαινόταν πως δεν έχουνε τύχη. Σα να είχαν αποδεχτεί πως απόψε τελειώνουνε όλα, είχαν έρθει απλώς για να χάσουν. Άρχισαν τα τηλέφωνα, «μαλάκα Ισοβίτη, σε βλέπω στους επίσημους, χαχαχα, ωραίο κοστούμι». Μια σειρά σοβαροί άνθρωποι καλοντυμένοι κι εγώ με την μπλούζα του ΣΦ Χαλκίδας, απίστευτο γούρι για φέτος. «Επίσημος», τι να σε πω.

Ωραία δεν είναι εδώ; «Ωραία, μπαμπά, αλλά κατουριέμαι». Πλάκα μας κάνεις. «Πάμε να κατουρήσω, να πάρουμε και τίποτα να φάμε». Πάμε. Άντε να δούμε πώς πάμε. Μπαρδόν, συγγνώμη, λίγο έτσι, λίγο αλλιώς, πέντε λεπτά ιστορία, ενοχλήσαμε όλο τον κόσμο, στην παρουσίαση των ομάδων. Φτάνουμε τουαλέτα, «α, λάθος έκανα, τελικά δεν κατουριέμαι, αλλά μια που ήρθαμε ως το εστιατόριο, ας πάρουμε μωρέ και τίποτα να φάμε, κανένα γλυκάκι». Ξανακάτσαμε ακριβώς την ώρα του πρώτου σερβίς. Της λέω πως αν ξανασηκωθούμε δε θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε και θα πρέπει να πάμε στην κερκίδα. «Όχι, δε θα ξανασηκωθούμε, θα κρατηθώ».

Στο γήπεδο, με θεωρώ πολύ ήρεμο άνθρωπο πλέον. Ίσως να φταίει η ηλικία, ίσως η κούραση, δεν εκδηλώνομαι όπως παλιά. Δεν τρελαίνομαι. Έτσι το πίστευα μέχρι χθες, που ξαναείδα το ματς από την τηλεόραση. Μεγάλος κάγκουρας, τι να λέμε. Σε κάθε φάση γκρίνια, χειρονομίες, χειροκρότημα, εεε, τι έδωσες ρεεε και τέτοια. Σοκαρίστηκα με την εικόνα μου. Δεν αλλάζει ο κάφρος, όσο κι αν μεγαλώσει, όπου κι αν κάθεται, ό,τι άθλημα και να βλέπει. Η μπάλα έσκασε κάνα μέτρο άουτ κι εγώ όρθιος να διαμαρτύρομαι, μέσα ρεεε, εεε, τι είναι αυτά ρεεε.

tel004Το πράμα έδειχνε από νωρίς πού θα πήγαινε. Αγωνιστικά, δηλαδή, δεν υπήρχε ελπίδα για τον Ολυμπιακό, φαινόταν πως κι αυτοί το είχαν πάρει απόφαση, να χάσουμε, να τελειώνουμε. Και του χρόνου. Η κερκίδα ασταμάτητη, «όπως παλιά», όλο το γήπεδο, μέση, πέταλα, πάνω, κάτω, μέσα, μία φωνή. Τον χαμηλώσανε τον ήχο στην τηλεόραση αλλά και τι να κάνουν, δε θα ακουγόταν ο σπίκερ αλλιώς. Κατέβηκε και ο δικός μου στα πανηγύρια, ρε βλάκα, σε φωνάζω μια ώρα από πάνω, δε με ακούς; Τι να ακούσω, ρε φίλε, με τον διπλανό μου δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε, εσένα θα ακούσω;

Μου την είπε κι η χουλιγκάνα, αυτό μόνο δεν είχε γίνει ως τώρα, καρφώνει ο γάβρος, κάνει τη βουτιά του θανάτου ο Χαβιέ και τη βγάζει, στη συνέχεια χάνουμε τον πόντο αλλά εγώ σηκώνομαι και χειροκροτάω για την προσπάθεια. Πανηγυρίζουν τον πόντο οι ολυμπιακοί, «μπαμπάααα, γιατί χειροκροτάς τον Ολυμπιακό, δεν είναι σωστό αυτό που κάνεις»! Μα, καλή μου, χειροκροτάω τον Χαβιέ που προσπάθησε να προλάβει την μπάλα, «δεν είναι σωστό και να μην το ξανακάνεις αυτό». Πήγα να το συνεχίσω, αλλά με έγραψε στα παπάρια της, πήρε τις γκοφρέτες που είχε καβατζώσει στην τσάντα Φραουλίτσα και άρχισε να μασουλάει ντεμέκ αδιάφορη και στραβωμένη.

tel006Κι εκεί που το ματς πήγαινε για το άνετο 3-0, σου λέει ο δικός μας «ας ανάψω ένα καπνογόνο, τσάμπα είναι». Όποιος έβλεπε τηλεόραση θα αναρωτιόταν εκείνη τη στιγμή, γιατί δεν κάνει το σερβίς ο Τακουρίδης, τι πρόβλημα έχει και περιμένει, να, αυτό ήταν το πρόβλημα, περιμένανε να σβήσει ο κάγκουρας το καπνογόνο. Ίσως να πίστευε πως το τρίτο σετ ήταν το λεγόμενο «ντάι-μπρεγκ» και λήγει στα 15, δεν ξέρω, πάντως η διακοπή έκοψε το ρυθμό, το έκανε ντέρμπι ως το τέλος το σετ. Ή το «σουτ», αναλόγως με ποιον μιλάς. Δε σταματιόταν, όμως, ο ΠΑΟΚ στον τελικό, το γύρισε πάλι στο τέλος, έκλεισε η σειρά με τον Σαφράνοβιτς πρωταγωνιστή, αυτόν που ο Καζάζης συνεχώς έλεγε «να τον αφήνουν με μονό μπλοκ, δεν μπορεί το παλικάρι», πάρε να ‘χεις να τον θυμάσαι. Ο «βόλεϊ προφέσορ», που έλεγε μετά κι ο πρόεδρος, ο οποίος πρόεδρος έζησε μεγάλες στιγμές αποθέωσης.

Μπλοκ του Κουρνέτα, τι ειρωνεία, τέλος, η κούπα σ’ εμάς. Ντου, εννοείται, όλοι μέσα, άιντε τα πανηγύρια και τα χοροπηδητά. Όρμησε κι η μικρή χουλιγκάνα με το Λαό, πανηγύριζε, «πήραμε το μεγάλο Πρωτάθλημα», κέρδισε και το παγωτό που της είχα υποσχεθεί αν πάρουμε τον τίτλο, αλλά εκείνη την ώρα δε ζήτησε παγωτό, απλώς χόρευε και έκανε γύρους μέσα στο γήπεδο με τους ημίγυμνους τρελαδέρες. Απίστευτα πράματα, δεν τα είχαμε ξαναζήσει. Λίγο πριν τη λήξη άδειασε η θέση δίπλα μου στα «επίσημα» και τσουπ, από πάνω, γλίστρησε ένας κιμπάρης από το κάγκελο στην καρέκλα και ένα δευτερόλεπτο μετά φώναξε στον σεκιουριτά μπροστά του «εεε, ρε ψηλέεε, κάτσε κάτω να βλέπουμε ρεεε».

tel007Ο Σήφης ούρλιαζε από το μικρόφωνο, «ρε βγείτε έξω να γίνει η απονομή», ναι, καλά, πες μου έναν άνθρωπο στην ιστορία του ΠΑΟΚ που κατάφερε να βγάλει έξω τον κόσμο για να γίνει απονομή. Προηγουμένως, είχε φωνάξει την ιστορική ατάκα «δεν απαντάμε στις προκλήσεις κανενός Προύσαλη», δηλαδή πιο ΠΑΟΚ εκφωνητής δεν υπάρχει, ρε παιδιά, έβριζε όλο το γήπεδο τον αχώνευτο παίκτη των αντιπάλων και ο Σήφης αυτό βρήκε να πει, «δεν απαντάμε στις προκλήσεις κανενός Προύσαλη», αυτός φταίει, ας πούμε, που τον βρίζουμε, αλλά ας μη τον βρίσουμε, που είναι και τιποτένιος, κανένας, χέσ’ τονα τώρα να τελειώνουμε, να το σηκώσουμε.

Γενικώς, η κερκίδα ήταν αυτό που περίμενες πως θα ήταν και λίγο καλύτερη. Διαρκές λαρύγγι, εμφανώς βελτιωμένη αναλογία υπέρ του ΠΑΟΚ και λιγότερο κατά των γάβρων και των μανάδων τους. Και πολύς κόσμος από τα παλιά. Πολλές φάτσες που είχα χρόνια να δω, λογικά ένιωσαν το κενό, ήρθαν να δώσουν το παρόν στην ιστορική στιγμή, να σηκώσουν μια κούπα που ποτέ δεν τους έκατσε στα χρόνια που έτρεχαν αυτοί. Με γκρίζα μαλλιά, μεν, με ασπρόμαυρη ψυχή, δε.

Κάπου εκεί, άρχισαν πάλι οι ομορφιές. Ξύλο ανελέητο, κλωτσομπούνια, σφαλιάρες, σκισμένα ρούχα, ένα μπούγιο ο Λαός του ΠΑΟΚ μέσα στο γήπεδο να πλακώνεται. Έπεσε πάνω μας το τσούρμο είκοσι άτομα, ο Λαγωνίδης, τι παλίκαρος, με τράβηξε με τη μικρή στον ώμο και μπήκε μπροστά, από ένστικτο. «Μπαμπά, γιατί μαλώνουν»; Έλα, ντε, τι να σου πω τώρα. «ΠΑΟΚ είσαι», της είπα και συμφώνησαν όλοι τριγύρω, καλύτερο επιχείρημα απ’ αυτό δε θα βρεις. Κόπασε λίγο το ξύλο, ξανάρχισε λίγο μετά, συνεχίστηκε στην κερκίδα όπου ανέβηκαν οι εμπλεκόμενοι, ξανά μανά λίγο πιο πάνω, ακουγόταν το κλασικό «πόσο μαλάκες είσαστε», τα γνωστά «ρεεε, μεταξύ μας ρεεε», τέλος πάντων, κάποια στιγμή ηρέμησαν.

tel014Έβαλα χέρι σε ένα καρτελάκι «Στέλεχος ΚΑΕ ΠΑΟΚ» για να μην έχουμε τίποτα «περάστε έξω, κύριε, με το κοριτσάκι σας» και κόντεψα στην απονομή. Μόλις είδα και το μηχάνημα με τα χαρτάκια τρελάθηκα, της λέω, όπως την είχα στον ώμο, «ετοιμάσου για μια έκπληξη», αλλά η έκπληξη ήρθε από αλλού και δεν ήταν ευχάριστη. Βγαίνει ο Γαλατσόπουλος με τη σαμπάνια και μας κάνει λούτσα, αρχίζει να ουρλιάζει η δικιά μου, να κλαίει και να χτυπιέται, αλλά με δάκρυ κανονικό, γούρλωσε, όχι τα συνηθισμένα ντεμέκ κλάματα για να της πάρω γλειφιτζούρι ή πατατάκια, αυτήν τη φορά έκλαιγε γνήσια. Την πήρα πιο πέρα, βρε τι έγινε, τι έπαθες τώρα, «λερώθηκε η μπλούζα του ΠΑΟΚ». Τι να της πεις. Δεν πειράζει, θα τη βάλουμε στο πλυντήριο, δεν είναι τίποτα, «όχι, μα γιατί να μου κάνει αυτός ο κύριος τέτοιο πράμα, γιατί μου έριξε αυτό το μπουκάλι στην μπλούζα, δεν είναι σωστό», κλάμα, κλάμα, κλάμα. «Ωραία», της λέω, «ή γυρίζουμε σπίτι να αλλάξουμε μπλούζες, ή καθόμαστε εδώ στα πανηγύρια με βρεγμένες μπλούζες και περιμένουμε τη μεγάλη έκπληξη». Τσακ, τέλος το κλάμα, κόπηκαν τα δάκρυα. Ανέβηκε πάλι στον ώμο και την πήγα ακριβώς δίπλα στο μηχάνημα.

Εκείνη την ώρα, φυσικά, δεν είχα ιδέα πως ο σκηνοθέτης την έδειχνε σε κοντινά με τα κοτσίδια της όπως χοροπηδούσαμε. Ευτυχώς της είχα σκουπίσει τις σοκολάτες που είχε γίνει γουρούνι, αλλιώς θα με κυνηγούσε η Άννα, το έδειξαν το παιδί στην τηλεόραση μούρτζο, ρεζίλι γίναμε στο πανελλήνιο σε ζωντανή μετάδοση. Σηκώνει ο Κουρνέτας την τεράστια κούπα, αρχίζουν τα χαρτάκια να πέφτουν από ψηλά και η δικιά μου έχει μείνει με το στόμα ανοιχτό. «Αααα! Τέλειααα! Μπαμπάααα! Άσε με κάτωωω»! Την αφήνω κάτω από την ασημόλευκη βροχή με τα χαρτάκια ευτυχισμένη και δεν την ξαναπήρα από εκεί μέχρι που έσβησαν τα φώτα, τελευταίοι φύγαμε από το γήπεδο, έχω και ντοκουμέντα. Έμεινε ακίνητη, τρισευτυχισμένη, να λούζεται με τα χαρτάκια της αποθέωσης, της απόλυτης ευτυχίας, πόση ώρα να κράτησε όλο αυτό, πανηγύριζαν οι χιλιάδες κάγκουρες γύρω της κι αυτή τους είχε όλους γραμμένους, περνούσε η ομάδα μπούγιο με το τρόπαιο και έκανε έτσι να μην τη χτυπήσουν. Κι όταν τελείωσε η βροχή, έδωσε εντολή «τρέχα να μου φέρεις μία σακούλα, να τα μαζέψω».

tel011Ευτυχώς, ο Σήφης είχε μια σακουλάρα. Έτρεξα, την πήρα, ξαναγύρισα στο γήπεδο κι άρχισε να βάζει τα χαρτάκια «για να τα πάρει στο σπίτι, να θυμάται για πάντα το μεγάλο Πρωτάθλημα». Και τα μάζεψε σχεδόν όλα, αν δεν έκλειναν τα φώτα το γήπεδο θα ήταν έτοιμο για νέο παιχνίδι, πεντακάθαρο. Μάζευε τα χαρτιά, έπαιζε μαζί τους, κυλιόταν όπως ο Σκρουτζ στο θησαυροφυλάκιο με τα νομίσματα. Γύρω της, ο κόσμος είχε παλαβώσει, την έβγαζαν φωτογραφίες, της ζητούσαν να ποζάρει στο φακό -ένας δε νομίζω να το κατάφερε. Μέχρι και στις φωτογραφίες των άλλων έμπαινε μέσα για να μαζέψει κι άλλα χαρτάκια, έβγαζαν σέλφι με τους παίκτες και στα πόδια τους η δικιά μου μάζευε το υλικό. Το οποίο υλικό, όπως αποδείχτηκε, το ήθελε τελικά για τον εξής λόγο: «Εγώ θα χοροπηδάω στο κρεβάτι κι εσύ θα μου πετάς από πάνω τα χαρτάκια». Τι λες τώρα.

Μόλις έκλεισαν τα φώτα παραδόθηκε. «Πάμε, μπαμπά, θα κλείσει το γήπεδο. Πάμε για το παγωτό». Στο εστιατόριο, άλλο σοκ όταν αντιλήφθηκε πως έχει και πολύχρωμα τρουφάκια να της βάλουν στο παγωτό, ευχαρίστησε την καλή κυρία για την απρόσμενη έκπληξη, μπούκωσε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Τη χαιρετούσε όλος ο κόσμος, αυτή έσταζε παντού σοκολάτα και βανίλια -είχε αρχίσει να μην επικοινωνεί, είχε πάει σχεδόν δέκα και μισή. «Πολλή αστυνομία έχει σήμερα», έκανε και την παρατήρηση έξω απ’ το γήπεδο. Και  λίγο μετά, χωρίς να της πω τίποτα, συμπέρανε σοβαρά «τελικά, ρε μπαμπά, σήμερα ήταν η ωραιότερη μέρα της ζωής μου».

tel009Τη λυπήθηκα. Πέρναγε ένα ταξί, το σταμάτησα, τρία ευρώ είναι, ας πάμε κυριλέ μη μου μείνει στα χέρια. Φτάνοντας σπίτι έψαξα το κινητό για να θαυμάσω τις εκατοντάδες φωτογραφίες που έβγαλα με τη μικρή και την κούπα και τα χαρτάκια και το Λαό -το κινητό πουθενά. Πλάκα μας κάνεις τώρα. Ανεβαίνουμε, ψάχνω τσέπες, τσεπάκια, ψάχνω στη σακούλα με τα χαρτάκια, στην τσάντα τη Φραουλίτσα, τίποτα. Πάει το κινητό, το ‘χασα, δεν είναι δυνατόν τέτοιο πράμα -πού θα τις ξαναβρώ τέτοιες φωτογραφίες, από τέτοιο ματς. Καταστροφή. Σε δευτερόλεπτα, η Άννα πήρε και στις τρεις εταιρείες ταξί, ένας κύριος με ένα κοριτσάκι, πριν λίγα λεπτά, το ταξί πήγαινε διπλοκούρσα στην Τούμπα, οδηγός σαραντακάτι, είναι πολύ σημαντικό να βρεθεί.

Γάμα τα. Χάλασε η μέρα μου. Η μικρή κλαψούριζε, «μπαμπά, πολύ λυπάμαι που έχασες το κινητό σου», της έλεγα δεν πειράζει, θα πάρουμε άλλο -αν και ήξερα πως για να πάρω άλλο κινητό θα πρέπει να πάρω κανένα της πλάκας, δεν περισσεύει φράγκο για καλό τηλέφωνο αυτό τον καιρό. Αλλά δεν ήταν το Samsung το πρόβλημα, το υλικό ήταν, η Ηλέκτρα στη βροχή με τα χαρτάκια, οι λήψεις δίπλα από τους παίκτες, ο Λαός που πανηγυρίζει, η κούπα. Θλίψη. Αλλά δεν τα παράτησα. Πήρα έναν δικό μου ταρίφα, ήταν κοντά. «Έλα τώρα να με πας στο Παλατάκι, είναι επείγον». Ήρθε αμέσως. «Θα έρθω κι εγώ, μπαμπά, να σε βοηθήσω να ψάξεις». Έλα. Είχε πάει σχεδόν έντεκα.

tel008Μου ‘ρθε το φλας στον εγκέφαλο, είχα απλώσει όλη την πραμάτεια στον πάγκο του εστιατορίου, στο γήπεδο, για να βρω ψιλά στις τσέπες για το παγωτό. Δεν είχα βρει κι είχα δώσει το τελευταίο μου χαρτονόμισμα για το μήνα που τέλειωνε, ένα ταλαιπωρημένο, βρεγμένο εικοσάευρω στην κοπέλα, «μυρίζει σαμπάνια», της είπα, «αλλά δεν έχω άλλο». Υπήρχε ένα ενδεχόμενο να το είχα ξεχάσει εκεί, χωρίς μπαταρία, αδύνατο να επικοινωνήσεις μπας και το σηκώσει κάποιος να του πω πως είναι δικό μου. Μπαίνουμε μέσα, φτάνω στο μπαρ, μήπως βρήκατε κανένα κινητό. «Ναι, βρήκαμε, αυτό εδώ ψάχνεις»; Κι εκεί, η μέρα ξανάγινε τέλεια, βγήκε ο ήλιος, άνθισαν τα λιβάδια κι οι πεταλούδες πετούσαν πάνω απ’ τα λουλούδια. «Ναι, μπαμπάαα, το βρήκαμεεε»!

Ευχαρίστησα το παλικάρι, το ίδιο παλικάρι που μια εβδομάδα πριν έκραζε η μικρή επειδή «δεν έφερε γλειφιτζούρι φράουλα που είχαν τελειώσει». Και είχε δίκιο, τον είχα ενημερώσει, «αδερφέ, τελειώσαν οι φράουλες, να φέρετε για το επόμενο ματς γιατί θα γκρινιάζει». Δεν έφεραν, συμβιβάστηκε με άλλη γεύση, το έγλειφε και γκρίνιαζε σε όλη τη διαδρομή ως το σπίτι με τα πόδια, στον πρώτο τελικό, «μα γιατί να μου το κάνει εμένα αυτό το πράμα, ρε μπαμπά, αφού του το είχες πει», σλουρπ, γκρίνια, σλουρπ. «Δεν έχεις ιδέα πόσο σημαντικό ήταν να βρω το κινητό, έχω όλες τις φωτογραφίες από το ματς». Και μου λέει «α, σε παρακαλώ, το μαγαζί είναι σοβαρό».

Πέσαμε για ύπνο μεσάνυχτα. «Μπορώ να φοράω το καρτελάκι»; Μπορείς. «Διάβασέ μου κι ένα παραμύθι». Εντάξει. Μια φορά κι έναν καιρό… Αυτό ήταν, κοιμήθηκε. Πρωταθλήτρια. Ένα χρόνο οπαδός και σήκωσε δύο κούπες -μακάρι να συνεχίσει σ’ αυτόν το ρυθμό.

tel015

Eπιστολή

Eπιστολή

Προς ΓΤΠΑΕ ΠΑΟΚ, Κύριο Σαββίδη Ιβάν Αγαπητέ Πρόεδρε, μετά τον τελικό του ΟΑΚΑ, πριν δύο χρόνια, σου ...

Read more
Απογοήτευση

Απογοήτευση

Από εμπιστοσύνη και &ups ...

Read more
Επέτειος

Επέτειος

Η Σ έχει ένα κατάστημα με είδη περιποίησης για γυναίκες. Και για μερικούς άντρες. Εισαγωγές, δηλαδή ...

Read more
2016-Βόλεϊ

2016-Βόλεϊ

16 πράγματα που θα θυ&m ...

Read more
Παράσιτα

Παράσιτα

Η προσωπική μου πο&lambda ...

Read more
Ονομαστικό

Ονομαστικό

Όλοι πιστεύουν πως τους τρώει η γκαντεμιά. Στέκονται σε μια ουρά, προχωράει η άλλη. Πηγαίνουν για μπ ...

Read more
Μάνου

Μάνου

Στα τέλη της δεκαε&t ...

Read more
Λέιζερ

Λέιζερ

Η μεγαλύτερη φλωριά ...

Read more
Μάνα

Μάνα

Όποτε με ρίχνει κάτι ασπρόμαυρο, θυμάμαι την πιο συγκινητική στιγμή της ζωής μου στα κάγκελα. Το πι ...

Read more
Μαλένα

Μαλένα

Υπάρχει μια σκηνή στη ...

Read more
Ντίσνεϋλαντ

Ντίσνεϋλαντ

Εννοείται πως όλα αυτά που αναφέρει έγιναν τελικά έτσι κάπως στο περίπου, με Παοκτσήδικη διασκευή. ...

Read more
Μήλο

Μήλο

Από συνήθεια, ψάξαμε τις τσέπες για τίποτα ξεχασμένα ψιλά. Προχωρούσαμε από Λαμπράκη για την 4, περν ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.