Ένσταση

Ένσταση

H KAE ΠΑΟΚ επέλεξε να...

Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

Τόνοι

Τόνοι

Από τη μία, έχουμε έναν...

Θαύμα

Θαύμα

Η φετινή...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

Βάρος

Βάρος

Η προσωπική μου...

Παππούς

Παππούς

Πέρασε η τετραετία...

Ήρεμα

Ήρεμα

Σαν σήμερα, στις 11...

Κυριακή

Κυριακή

Κερδίσαμε στην...

Χειρονομίες

Χειρονομίες

Κάπου υπάρχει μια...

  • Ένσταση

    Ένσταση

    Saturday, 19 December 2020 19:38
  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16
  • Τόνοι

    Τόνοι

    Monday, 03 February 2020 16:57
  • Θαύμα

    Θαύμα

    Monday, 03 February 2020 08:25
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Tuesday, 24 December 2019 13:12
  • Βάρος

    Βάρος

    Saturday, 14 December 2019 20:21
  • Παππούς

    Παππούς

    Thursday, 12 December 2019 21:39
  • Ήρεμα

    Ήρεμα

    Wednesday, 11 December 2019 13:58
  • Κυριακή

    Κυριακή

    Monday, 25 November 2019 00:33
  • Χειρονομίες

    Χειρονομίες

    Monday, 04 November 2019 15:02

040404aΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός 2-3. Το ξέρω πως μερικοί πιστεύουν ότι καμιά φορά γράφω υπερβολές για τη μικρή χουλιγκάνα. Τι μας λέει αυτός τώρα, πέντε χρονών κοριτσάκι και τόση καψούρα με τον ΠΑΟΚ, δε γίνεται.

Λογικό το επιχείρημα, δεν το συζητάω. Αλλά για όσους έτυχε να τη γνωρίσουν εν δράσει, τα λόγια είναι περιττά. Όπως ο φίλος μου, ο Βαγγέλης, χθες, μετά το βόλεϊ, που προσπαθούσε να την κατεβάσει από την κερκίδα να φύγουμε. «Έλα τώρα, ρε Ηλέκτρα, πώς κάνεις έτσι, δεν πειράζει που χάσαμε, πάλι πρώτοι είμαστε». Μούτρα η δικιά μου, ένα στράβωμα από εδώ μέχρι την Κούβα. «Δεν πάω πουθενά, στενοχωρήθηκα πάρα πολύ σήμερα». «Ρε καλή μου, σήμερα χάσαμε, αλλά την άλλη φορά θα κερδίσουμε, κατέβα». «Όχι, σας λέω, εδώ θα μείνω για πάντα, δεν ήταν σωστό που χάσαμε. Και δεν έπρεπε να χάσουμε στα 15, κανονικά μέχρι τα 25 παίζουνε κάθε σετ, γιατί να μας κερδίσουν στα 15, δεν είναι δίκαιο».

Κάνα εικοσάλεπτο αυτή η ιστορία. Βαρέθηκε ο Βαγγέλης, έφυγε. Έφυγε κι αυτός, όπως έφυγαν και όλοι οι άλλοι από κοντά μας στη διάρκεια του αγώνα, καθώς τους είχε σπάσει τα τύμπανα από τις φωνές. Τέτοια χαρά δεν είχε ξαναζήσει στο γήπεδο, έλεγαν το αγαπημένο της σύνθημα σε λούπα, είκοσι φορές σερί, τρελάθηκε, έκσταση η μικρή, Παοκάρα, είμαι χάλια, ξανά, ξανά, ξανά, μπαμπά, είδες που σήμερα το φωνάζουν συνέχεια; Όντως, ο πυρήνας των φωνακλάδων πιο κάτω έπαθε μια παράκρουση με το σύνθημα, κόλλησαν τα μυαλά τους και το λέγανε σε ό,τι ρεμίξ υπήρχε, μόνοι τους, με τους διπλανούς, με τους απέναντι, βρήκε τη χαρά της η μικρή χουλιγκάνα, άλλο που δεν ήθελε. Έπεφταν τα ποπ-κορν από το χοροπηδητό, έριξε και το νερό πάνω στα τσιγάρα και ευτυχώς είχα μαζί μου δεύτερο πακέτο γιατί από το άγχος με έπιασε μια υπόταση, καβάλησε το κάγκελο και, όπως τραγουδούσε με το χέρι σφιγμένο μου θύμισε ένα γραφιστικό αριστούργημα από τα νεανικά μου, άγρια χρόνια: The Battle Of Los Angeles. Ευτυχώς, πρόλαβα να το φωτογραφήσω.

040404bΘα έχω δει καμιά δεκαριά ματς της ομάδας φέτος. Τέτοιο σοφτ παιχνίδι πρώτη φορά. Βουτυρομπεμπέδες οι Κυπελλούχοι, κάτι καρφιά πλέισκουλ, από πλαστικό, μην τραυματίσουμε κανέναν αντίπαλο. Γκρίνιαζαν οι τριγύρω πως «διαλέγουμε αντίπαλο» και πως «καθόμαστε να το χάσουμε». Δεν ξέρω. Δεν έχω τόση εμπειρία για να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω, αλλά σίγουρα τόσο χάλια δε μας έχω δει φέτος. Να μην το προσωποποιήσω, όλοι το ίδιο χάλι είχανε χτες, από τις πριμαντόνες μέχρι τους παγκίτες, λίγο σοβαρευτήκανε στα δύο σετ που πήραμε και ήταν σα να παίζαμε με αντιπάλους από σχολική ομάδα. Τέλος πάντων, τερματίσαμε πρώτοι, παίζουμε ξανά με τον Παναθηναϊκό για τα πλέι-οφ, αυτοί ξέρουν τι πρέπει να κάνουν και θα το κάνουν.

Μπαίνοντας στο Παλατάκι, μου ζήτησε με τη μία να πάμε απέναντι. «Εκεί που φωνάζουν». Είδε τον Σήφη, που του έχει και αδυναμία επειδή «φωνάζει πολύ», αλλά δεν ήθελε να κάτσουμε απ’ τα «επίσημα». Κάναμε το γύρο του θριάμβου, πήγαμε από το κυλικείο για ποπ-κορν, νερό και «καφέ για τον μπαμπά μου», πόσο γαμάτος ο καφές στο Παλατάκι με δύο ευρώ, τι να λέμε, αξίζει κάθε ρουφηξιά, ξαναμπαίνουμε μέσα και ζητάει να πάμε «στα κόκκινα, που δεν κάθεται κανένας, να φωνάζουμε μόνοι μας». Δεν πήγαμε τελικά, είναι φρέσκο ακόμα το έγκλημα και δεν ήθελα να προσβάλω τη μνήμη των αεκτσήδων, μια βδομάδα πέρασε μόλις από την οδυνηρή απώλεια του πανιού σ’ εκείνο το σημείο, θεώρησα πως έπρεπε να σεβαστώ τον πόνο τους και αφήσαμε το μνημείο στην ησυχία του. Μπορεί να είμαστε οπαδοί, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε άνθρωποι.

040404cΟύρλιαζε η μικρή, έχανε ο ΠΑΟΚ, μετρούσε ανάποδα. Μπαμπάααα, άλλα πέντε και πάνε στα είκοσι πέντεεε! Μπαμπάααα! Θα μας κερδίσουνεεε! Δεν πειράζει, κορίτσι μου, πρέπει να κερδίσουνε τρία, ας πάρουνε το πρώτο, θα πάρουμε εμείς τα υπόλοιπα. Περάσαμε 2-1, κάπως ηρέμησε, αν και είχε καταφέρει να διώξει από τριγύρω τους πάντες -στην αρχή γελούσαν μαζί της και την καμάρωναν, αλλά πόσο να την αντέξεις, πού τα βλέπω, τ’ άλλα έξι, Παοκάρα είμαι χάλια τα ‘χω παίξειιιι. Ανέβαινε, κατέβαινε τα σκαλιά, κουνούσε τη σημαία, τραγουδούσε, στο 2-2 όμως της έφυγε η μαγκιά. «Δηλαδή άμα κερδίσουνε αυτό το σετ χάνει ο ΠΑΟΚ»; Ναι, αλλά μην ανησυχείς, θα το κερδίσει ο ΠΑΟΚ. Παπάρια κέρδισε ο ΠΑΟΚ, 11-15 για πλάκα ο βάζελος, έπεσε θλιμμένη και δακρυσμένη στο καρεκλάκι της και δε μιλούσε.

Εν τω μεταξύ, έχουμε πάει για κατούρημα στις γυναικείες τουαλέτες και βλέπω στη διπλανή έναν δικό μας, έτσι κάπως πιτσιρικά, να την τινάζει. Ευτυχώς δεν τον είδε η μικρή χουλιγκάνα, να κάνει την κλασική ερώτηση που από διακριτικότητα δε μας περισσεύει στην οικογένεια, «μπαμπά, αυτός είναι αγόρι, γιατί κατουράει στις τουαλέτες των κοριτσιών»; Και τι να της απαντήσεις εκεί, να της πεις κανένα «επειδή μπορεί να είναι αγόρι, αλλά στην ουσία είναι ένα κορίτσι παγιδευμένο σε σώμα αγοριού» και να δούμε πώς θα αντιδρούσε ο ζάβλακας. Τη γλίτωσε, βγήκε όσο ήμασταν μέσα εμείς, δεν τον είδε.

Άδειασε το γήπεδο, η μικρή ακόμα εκεί. Έφυγε ο Βαγγέλης, ήρθε ο Μιχάλης, δεύτερη προσπάθεια αποκόλλησης. Ευτυχώς, μου ήρθε η σούπερ ιδέα να της φωνάξω «έλα κάτω να δεις πώς βγάζουν το γήπεδο του βόλεϊ να το ξανακάνουν γήπεδο μπάσκετ» και η περιέργειά της κέρδισε το στράβωμα. Κατέβηκε, είδε που έκαναν ρολό το γήπεδο, της κίνησε το ενδιαφέρον. «Θέλω να μπω μέσα, να δω από κοντά». Και, τσουπ, βρέθηκε μέσα. Μεγάλο λάθος. Γούσταρε. Άντε να τη βγάλεις μετά.

040404dΕπί μισή ώρα -και ίσως περισσότερη- απλώς έκανε κύκλους τρέχοντας μέσα στο γήπεδο. Βγήκαν οι παίκτες για δηλώσεις, βγήκαν οι προπονητές, έπαιρνε ο καμεραμάν της Νόβα και από πίσω, όποιος δει ρεπορτάζ του αγώνα, φαίνονται κάτι ποδαράκια που τρέχουν πάνω-κάτω και μια φωνούλα που φωνάζει «μπαμπάκα, είναι τέλεια, δε θέλω να βγω ποτέ από εδώ μέσα»! Υποθέτω πως, όπως μιλούσε ο Παντακίδης, θα ακούγεται και η φωνή της στο βάθος. Αλλά πολύ ευγενικοί αυτοί της Νόβα και ειδικά ο Ευγένης Δαδαλιάρας, έκανε τη δουλειά του ο άνθρωπος και δεν της είπε τίποτα, σου λέει παιδί είναι, μωρέ, παίζει.

Γελούσαν όλοι οι παίκτες, οι παράγοντες, οι δημοσιογράφοι. «Δικιά σου είναι»; Δικιά μου, τι να κάνω, δεν μπορώ να την ξεκολλήσω. Βρε πάμε, βρε αργήσαμε, βρε θα νυχτώσει, έχουμε και ταξίδι με τα πόδια για το γυρισμό, δεν κουράστηκες ακόμα; Κι όπως έτρεχε, χωρίς να σταματήσει, φώναξε το αποτελειωτικό «ρε μπαμπά, θα με πας μέχρι το σπίτι στον ώμο, τι με νοιάζει εμένα αν κουραστώ, εσύ κάτσε σε μια καρέκλα να μην κουράζεσαι». Από το σπίτι στη Μίκρα, πάνω-κάτω στη Μίκρα, από τη Μίκρα στο Παλατάκι, πάνω-κάτω στο Παλατάκι, από το Παλατάκι στο σπίτι με τη χουλιγκάνα στον ώμο. Συν τη λαϊκή το πρωί, τα αστικά, τα καροτσάκια, τα ψώνια, την παιδική χαρά -και όλα αυτά με ένα πρωινό, δύο καφέδες και τρία-τέσσερα ποπ-κορν που πρόλαβα να της ψειρίσω όσο φώναζε τα συνθήματα.

040404eΚάποια στιγμή σταμάτησε. Είχε πάει οκτώ και κάτι, είχαμε συμπληρώσει τρεις ώρες και βάλε στο Παλατάκι. Όπως την έντυνα για να φύγουμε, βρεθήκαμε δίπλα στον κόουτς. «Να, αυτός είναι ο προπονητής του ΠΑΟΚ, όταν μεγαλώσεις θα του πω να σε πάρει στην ομάδα». Και λέει, για να την ακούσει, «όταν θα γίνω εφτά χρονών». Δεν ξέρω αν την άκουσε, ήταν δίπλα του ένας πιτσιρίκος με μια λαμπάδα, κάτι του λέγανε -αν το άκουσε, πάντως, να είναι έτοιμος, σε δύο χρόνια θα του την πάω να την κάνει αστέρι.

Ευτυχώς ξεχάστηκε και έφυγε σφαίρα από το Παλατάκι μέχρι τον κεντρικό. Από εκεί, την έβαλα στον ώμο μέχρι το σπίτι. Περάσαμε με τη μικρή καβάλα όλο τον Φοίνικα, με τη σημαία να ανεμίζει, μας κοιτούσαν εκεί στην πλατεία τα μικρά αρειανά και γελούσαν, αυτή αγέρωχη, Παοκάρα, είμαι χάλια, βλέπω έναν αετό με οχτώ κεφάλια, ντάξει, σκέφτομαι, θα φτάσουμε σπίτι και θα πέσει ξερή. Αλλά στο σπίτι είχαμε επισκέψεις. Ο θείος ΒΑΠ, ο Βλαμμένος Αθηναίος Παοκτσής. Άντε πάλι χαρές, άντε παιχνίδια, άντε να του λέει για το παιχνίδι και πώς χάσαμε έτσι. Πιάσαμε μεσάνυχτα για να πέσει για ύπνο. «Μπαμπά, να σου πω ένα μυστικό»; Να μου πεις. «Ήταν η πιο ωραία μέρα της ζωής μου».

Τα σετ: 2-3 (21-25, 25-20, 25-20, 22-25, 11-15)
ΠΑΟΚ (Καλμαζίδης): Χιμένες 19, Παντακίδης 5, Κουρνέτας, Ρανγκέλ 12, Εφραιμίδης 17, Γκαράς, Ντίνας, Καρασαββίδης, Αναστασιάδης.
Παναθηναϊκός (Ανδρεόπουλος): Στιβαχτής 1, Κουκ 25, Πρωτοψάλτης 13, Χόι 16, Πανταλέων 7, Μπέλος 15, Πολυχρονιάδης, Μπούρας, Σαμαντάς.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB