Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06

0404dΠΑΟΚ-Αναγέννηση Βύρωνα 26-21. Τώρα βρήκαμε καινούργιο μπελά. Ξέρουμε ανάγνωση. Όπου πάμε, ό,τι κι αν δούμε, πρέπει να το διαβάσουμε. ΠΟΥ-Α-Ο-ΚΟΥ, ΠΟΥΑΟΚ, ΠΑΟΚ.

ΓΟΥΑΛΟΥΟΠΟΥΟΥΟΥΛΟΥΑ, ΓΟΥΑΛΟΠΟΥΛΟΥΑ, ΓΑΛΟΠΟΥΛΑ, α, εδώ είναι η γαλοπούλα, το ανοίγω να φάω πέντε φέτες, μπαμπά, α, έχει μόνο τέσσερις, μπαμπά, θα πας μέχρι το Μασούτη να μου πάρεις κι άλλη γαλοπούλα επειδή έχει τέσσερις φέτες κι εγώ θέλω να φάω πέντε. Μην ανησυχείς, παιδί μου, θα σου τις κάνω πέντε αμέσως. Κόβεις μία στη μέση, μαγεία, μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πέντε. Ευχαριστώ, μπαμπά.

Ε, ΓΟΥ, ΜΟΥ, Ι, ΚΟΥ, ΡΟΥ, Α, ΣΟΥ. ΕΓΜΟΥΙΚΡΟΥΑΣ, ΕΓΜΙΚΡΑΣ. Τι σημαίνει «ΕΓΜΙΚΡΑΣ», μπαμπά; Σημαίνει «Εθνικό Γυμναστήριο Μίκρας». Δηλαδή εδώ μπορεί να γυμνάζεται όποιος θέλει, να παίζει όποιο άθλημα θέλει και βρίσκεται στη Μίκρα. «Α, ωραία. Και τι αθλήματα έχει εδώ»; Πάμε να σου δείξω, της λέω και μπαίνουμε από δεξιά. Εδώ παίζουνε τένις. «Α, πολύ ωραίο το τένις. Έχεις παίξει τένις, μπαμπά»; Έχω παίξει. Κι εδώ παίζουνε μπάσκετ. «Α, πολύ ωραίο το μπάσκετ. Έχεις παίξει μπάσκετ, μπαμπά»; Ναι. Εδώ παίζουνε ποδόσφαιρο, έχω παίξει, εδώ παίζουνε βόλεϊ, έχω παίξει κι απ’ αυτό. «Μπράβο, ρε μπαμπά, όλα τα ξέρεις εσύ». Α, εδώ είναι το γήπεδο του χάντμπολ, «ξέρω, ρε μπαμπά, τους ακούω τους Παοκτσήδες που φωνάζουνε, το ξέρω πως εδώ μέσα παίζουμε το χάντμπολ. Χαντ είναι το χέρι, μπολ είναι η μπάλα, άρα παίζουν μπάλα με τα χέρια, σωστά»; Σωστά. Άντε, πάμε να μη χάσουμε το ματς.

0404aΞέρουμε και αγγλικά τώρα, μη χέσω. Ψιθυρίζει η Άννα «έχει μια μεγάλη σπάιντερ στον τοίχο, σκότωσέ την πριν τη δει η μικρή και φοβηθεί» και πετάγεται η δικιά μου «πού, πού είναι η αράχνη, θέλω να τη δω». Παρασκευή μου λέει «τέλειωσαν οι στρόμπερις, αύριο έχει λαϊκή, να πας να της πάρεις» και η μικρή χουλιγκάνα ουρλιάζει «τέλειωσαν οι στρόμπερις; Ποιος μου τις έφαγε; Σας είπα, είναι δικές μου οι στρόμπερις και μην τολμήσετε να τις φάτε», άνοιξε το ψυγείο, δε βρήκε μέσα καμία στρόμπερι, έγινε χαμός. Κλάμα, φωνές, είστε οι χειρότεροι γονείς του κόσμου, οι γονείς δεν πρέπει να τρώνε τα φαγητά των παιδιών και τα λοιπά. «Θα πάμε να σου πάρω αύριο άλλες, μη φωνάζεις». Αλλά θα μου πάρεις δύο τάπερ με στρόμπερις, επειδή μου έφαγες  τις δικές μου. «Ρε παιδί μου, δύο φράουλες ήταν, ψιλοσάπιες», όχι, μπαμπά, γι’ αυτό που έκανες θα πρέπει να μπεις τιμωρία και να μου αγοράσεις δύο τάπερ. Λευτεριά στους εργάτες της Μανωλάδας, αλλά τι να κάνω, δεν μπορούσα να τ’ αποφύγω.

Πάμε λαϊκή, που η λαϊκή του Αγίου Νικολάου είναι δυο-τρία χιλιόμετρα, με τη μικρή χουλιγκάνα και με την εκκολαπτόμενη χουλιγκάνα στο καροτσάκι, η μεγάλη ήξερε τα κατατόπια και πήγαινε μπροστά, έψαχνε τον στρομπερέμπορα με τις καλές τις στρόμπερις, φώναζε, «μα πού είναι, εδώ ήταν την άλλη φορά», έσπρωχνε κάτι γριές με τα καροτσάκια τα ψώνια, «κάντε στην άκρη, περνάει ο μπαμπάς μου με την αδερφή μου», στο ένα χέρι ο Σον το Πρόβατο, στο άλλο χέρι ένα ολόκληρο τετράδιο με τη λίστα για τις αγορές. ΣΤΡΟΜΠΕΡΙΣ, ΜΠΑΝΑΝΕΣ, ΝΤΟΜΑΤΕΣ, ΑΓΓΟΥΡΙΑ. Από κάτω ΧΑΣΑΠΗΣ, ΕΝΑ ΚΙΛΟ ΚΡΕΑΣ και πιο κάτω ΜΑΣΟΥΤΗΣ και είκοσι πράματα, που για να τα γράψει κάνουμε τρεις ώρες και για να τα ψωνίσουμε ένα τέταρτο. Βρίσκουμε τον μανάβη με τις φράουλες, «βάλτε εκείνο το τάπερ, το τεράστιο» και μας βάζει ο τύπος ένα πυργάκι, ένα δάκρυ κύλησε από την τσέπη μου, μαζί με το τάλιρο. «Τώρα πάμε για μπανάνες». Έχουμε και μπανάνες, καλή μου, της λέει ο μανάβης, «όχι, ο μπαμπάς μου είπε να μην παίρνουμε από τον ίδιο μανάβη για να δίνουμε σε όλους λεφτά». Μαθαίνει.

Τα παίρνουμε όλα, βρίσκω έναν που πουλούσε αυγά, βάλτε μια δωδεκάδα. «Μπαμπά, τι λέει εδώ, βλέπεις καλά, μήπως σε ενοχλεί ο ήλιος»; Τι λέει, παιδί μου; «Λέει Μασούτης και από κάτω αυγά, δε λέει πως θα τα πάρουμε από τη λαϊκή, τι χαζομάρες είναι αυτές». Μα, παιδί μου, στη λαϊκή έχει πιο φρέσκα και πιο φτηνά αυγουλάκια, αφού βρήκαμε ας πάρουμε τώρα. «Αν είναι έτσι, να μου έλεγες να γράψω ΑΥΓΑ κάτω από τη ΛΑΪΚΗ, όχι κάτω από τον ΜΑΣΟΥΤΗ. Τώρα, πάει, δε γίνεται τίποτα». Και πήρε ένα ύφος καταστροφής. Επεμβαίνει ο αυγουλάς, μικρή μου, αυτά είναι αυγά ημέρας, φρεσκότατα, έχει δίκιο ο μπαμπάς σου, είναι πιο νόστιμα και πιο φτηνά, ο Μασούτης δεν έχει τόσο καλά αυγά, έλεγε, έλεγε, η δικιά μου ούτε που τον κοιτούσε, τον έφτυνε κανονικά. Πήραμε δώδεκα αυγά για δύο ευρώ, αν και έγραφε 0,20 το τεμάχιο, ήταν τα δύο ευρώ που κουράστηκε περισσότερο στη ζωή του για να τα βγάλει ο έμπορας, ίδρωσε. «Τέλος πάντων, επειδή βιαζόμαστε, μπαμπά, σου το επιτρέπω».

0404bΗ μικρή στο καροτσάκι άρχισε να διαμαρτύρεται. Σου λέει, ρε παιδιά, τι με κουβαλήσατε ως εδώ, φαΐ δεν έχει, κούνιες δεν έχει, τι πορτοκάλια και κουνουπίδια και κουραφέξαλα είναι αυτά που βλέπω, φέρτε κάτι να φάω ή να κουνηθώ ή γυρίστε με σπίτι να σπάσω τίποτα. «Κουκούλι, κουκούλι», φώναζε, και ο οργανωμένος πατέρας βγάζει ένα κουλούρι από την τσάντα. Σκάσε και τρώγε. Η μεγάλη τα έβαλε με τους ψαράδες, «βρωμάει, μπαμπά, να τους πεις να μη φέρνουν τα ψάρια τους στη λαϊκή, θα μου βρωμίσουν τις στρόμπερις». Κι όπως το έλεγε, είδε τους γαύρους, «α, αυτά είναι τα ψάρια που τηγανίζω με τη μαμά, μπαμπά, πάρε μου είκοσι κιλά». Πήρα μισό κιλό γαύρο. Μετά, μπήκαμε στο αστικό για το σπίτι, η χουλιγκάνα με τη μίρλα και το τεφτέρι με το μολύβι στο χέρι, η μικρή στο καροτσάκι με το κουκούλι που γέμισε σουσάμια να μας ακολουθήσει ο κοντορεβυθούλης σε όλη τη διαδρομή, τα ζαρζαβατικά, τα ψάρια να μυρίζουν, μια ομορφιά. Ήταν και γεμάτο το αστικό, όλα υπέροχα.

Φτάνουμε στη γειτονιά, περνάμε από την παιδική χαρά. Λάθος. Θα το πληρώσεις. «Τσουίτα, μπέλα, ντόινγκ-ντόινγκ, παπάκια». Τσουλήθρα, κούνια, τραμπάλα, τα παπάκια δεν ξέρω πώς τα λένε κανονικά, η μεγάλη τα λέει «σούστες», μια μαλακία είναι που η μικρή για να ανεβεί κάνει τρία λεπτά σκαρφάλωμα για να κουνηθεί δύο δευτερόλεπτα και μετά βαριέται. Είχε πάει δύο παρά. «Τελειώνετε γιατί πρέπει να πάμε για ψώνια και μετά σπίτι και δε θα προλάβουμε το χάντμπολ». Η μεγάλη κάνει όλα τα παιχνίδια σε λίγα λεπτά, η μικρή να μην ξεκολλάει. «Άντε, αδερφούλα, πάμε, πρέπει να πάμε σε δύο αγώνες με τον μπαμπά σήμερα, εσύ θα μείνεις στο σπίτι με τη μαμά, καλά»; Η μικρή δεν τη δέχτηκε τη συμφωνία, «ντόινγκ-ντόινγκ» φώναζε και κουνιόταν μόνη της στην τραμπάλα, η μεγάλη φώναζε, αναστατώθηκε ο νεαρόκοσμος στην παιδική. Τέλος πάντων, την άρπαξα με το ζόρι, πλησίαζε η ώρα του ματς, φύγαμε. Μόλις της ξανάχωσα το κουλούρι στο στόμα, σταμάτησε και το κλάμα.

Πάμε χασάπη, παίρνουμε κρέας, που έχουμε συνεννοηθεί με το χασάπη και δε λέμε τη λέξη «ποντίκι» για ευνόητους λόγους αλλά «ένα κιλό από το γνωστό», να μας ακούσει και κανένας να έχουμε μπλεξίματα. Και μετά, πάμε στη χειρότερη φάση απ’ όλες: Στο Μασούτη. Εμπειρία μεγάλη. Παίρνει καθεμιά από ένα καροτσάκι και «κάνουνε ψώνια». Πώς κάνουνε ψώνια: Η μεγάλη διαβάζει από το τεφτέρι της «ΓΑΛΑ». Πάνε στα ψυγεία, παίρνει καθεμιά από ένα γάλα, ό,τι να ‘ναι. Μετά, «ΨΩΜΙ ΤΟΣΤ». Τρέχουν στα ψωμιά, παίρνουν ό,τι βρουν, πολύσπορα, ολικής, ψίχα-ψίχα. Και ούτω καθεξής, με όλη τη λίστα. Εγώ από πίσω αφαιρώ τα παρείσακτα αντικείμενα και βάζω τα σωστά, αλλά όλο και κάτι ξεφεύγει, οπότε στο ταμείο ξεχωρίζω συνήθως καμιά δεκαριά άσχετα, κονσέρβες, σερβιέτες, κατσαριδοκτόνα, γκοφρέτες, μπέικιν-πάουντερ, ό,τι βρίσκεται στα χαμηλά ράφια το έχουν σουφρώσει. Μας έχουν μάθει τόσα χρόνια, οπότε η διαδικασία έχει γίνει μια σχετική ρουτίνα -αν βρει η ταμίας κανένα εντελώς άσχετο αντικείμενο, με ρωτάει πριν το χτυπήσει, «αυτή η σκυλοτροφή είναι σίγουρα δική σας»; Όχι.

Φτάνουμε σπίτι τρεις παρά τέταρτο. «Βγάλτε τα παπούτσια σας, μόλις σκούπισα», μας έπιασε απ’ τα μούτρα η Άννα. «Δε θα κάτσουμε, θα φύγουμε αμέσως». Κι αρχίζει τα μητρικά ένστικτα, πρέπει να φάει το παιδί, πώς θα πάει σε δύο αγώνες με άδειο στομάχι, θα πάτε με τα πόδια στη Μίκρα κι από εκεί Παλατάκι και πάλι πίσω, δε γίνονται αυτά τα πράματα, καθίστε να φάτε λίγα γιουβαρλάκια, έχει και λίγο αρακά, κάτι να βάλει στο στόμα της και τα σχετικά. Ως υπεύθυνος πατέρας, της απάντησα «ΠΑΟΚ είσαι», έφτιαξα ένα τοστ στα γρήγορα και φύγαμε για το χάντμπολ. Δεν έχει ανάγκη. «Ναι, ρε μαμά, δεν έχω ανάγκη, άμα αργήσουμε κι άλλο θα τελειώσει το χάντμπολ κι εγώ δεν έχω ξαναπάει στο χάντμπολ, κρίμα δεν είναι»;

0404cΗ διαδρομή είναι μια ευθεία. Με τη σημαία να κυματίζει από τον αέρα στα στενά για τη Μίκρα, όποιος μας προσπερνούσε κόρναρε, φώναζε «άιντε Παοκάρα», σκεφτόμουν εγώ «θα έχει κόσμο σήμερα, τσάμπα είσοδος, θα σηκώσουνε και το Κύπελλο, καλή φάση». Ανοίξαμε το βήμα, κυρίως επειδή η χουλιγκάνα με έτρεχε, άντε, ρε μπαμπά, θα αργήσουμε. Τελικά, όλοι αυτοί που μας κόρναραν και χαιρετούσαν στο Lidl πήγαιναν, μετά το σούπερ-μάρκετ μόνο εμείς κατευθυνόμασταν για το γήπεδο. Μισογεμάτο, μισοάδειο, όπως το δει κανείς.

Έπαθε σοκ η μικρή. «Μπαμπά, πού είναι οι άλλες κερκίδες»; Δεν έχει άλλες κερκίδες αυτό το γήπεδο, μόνο από τη μία πλευρά. «Κι ο Σήφης πού κάθεται»; Δεν είναι σ’ αυτό το γήπεδο ο Σήφης, είναι μόνο στο Παλατάκι. «Δε μου αρέσει». Δεν πειράζει, μετά θα πάμε σ’ αυτό που σου αρέσει, θα πάρουμε και πατατάκια. «Ποκόρν θέλω σήμερα». Εντάξει. «Και μετά πατατάκια». Εντάξει. «Και νερό». Εντάξει. «Και καφέ». Καφέ; «Για σένα». Εντάξει.

Της εξήγησα στα γρήγορα τα βασικά, εμείς βάζουμε γκολ από εκεί, αυτός είναι ο τερματοφύλακας, φάουλ, φωτεινός πίνακας, τα ψιλοέπιασε. Διαμαρτυρήθηκε γιατί στον πάγκο των αντιπάλων υπήρχε ένας διαιτητής, επειδή φορούσε ο κόουτς του Βύρωνα μπλε μπουφάν, όπως τα κοράκια του ματς. Η ομάδα αέρας, για πλάκα τους έπαιζε, όποτε θέλαμε σκοράραμε κι όποτε βαριόταν ο τερματόρος έτρωγε γκολ. Μεγάλη η διαφορά. Από ματς είδα μόνο το δεύτερο ημίχρονο, γιατί στο πρώτο έπρεπε να γυρίσουμε την κερκίδα να βρούμε πού θα κάτσουμε, τελικά ήθελε τέρμα πίσω για «να βλέπει καλά». Πήρε το κινητό, έβγαλε και φωτογραφίες, σε όλες το δάχτυλο στο φακό.

Δεν ξέρω την ομάδα ακόμα για να σας πω ποιος έπαιξε καλά και ποιος δεν έπαιξε, αλλά αυτό που κατάλαβα είναι πως κάνουμε ό,τι θέλουμε. Θέλουμε από τα πλάγια; Τους βάζουμε γκολ από τα πλάγια. Θέλουμε στα ίσα; Το βάζουμε από τα ίσα. Θέλουμε προσποίηση και ασίστ να χαθεί η μπάλα στην άμυνά τους; Άνετα. 26-21, με πολύ χαλάρωμα στο τέλος και με ένα μεγάλο τσούρμο κάτω αριστερά να μην το βουλώνει σε όλο το ματς.

Σε όποιο γήπεδο πάω και έχει δικούς μας, μια ζωή η πρώτη σκέψη είναι «καλή ακουστική έχει αυτό το γήπεδο». Μέχρι και τη Μίκρα, εκατό-διακόσια άτομα που φωνάζανε την κάνανε να ακούγεται σαν Θύρα 4 σε ντέρμπι, ασταμάτητοι. Το χάρηκε κι η χουλιγκάνα, αν και δε φώναξαν κάποιο από τα δικά της συνθήματα, κατέβηκε κάτω, έβγαζε φωτογραφίες. Μπήκε μέσα και με τη λήξη, να φωτογραφίσει τα χαρτάκια, το Κύπελλο και τον αστυνόμο, μεγάλο κόλλημα οι αστυνόμοι, όλο τους φωτογραφίζει, δεν ξέρω πώς θα εξελιχθεί αυτό όταν μεγαλώσει. Μπήκε, βγήκε, φωτογραφίζονταν όλοι με την κούπα και με τους παίκτες κι εκεί που σκεφτόμουν «τους έχουμε πρήξει τους ανθρώπους», φώναξε ένας παίκτης μας στην κερκίδα «ρε ελάτε μέσα να βγείτε φωτογραφίες με το Κύπελλο, άιντε ρεεε». Άμα είσαι Παοκτσάκι, είσαι Παοκτσάκι, είτε φοράς τη στολή είτε όχι.

0404eΑναγκαστικά, τη μάζεψα από τον αγωνιστικό χώρο για να προλάβουμε και το βόλεϊ. Άντε, πάμε στο Παλατάκι να πάρουμε και ποπ-κορν. Πύραυλος η δικιά σου, πήραμε το δρομάκι για το δεύτερο ματς. Στο δρόμο πολλοί θαυμαστές, κόρνες, τιρινίνι-τιρινίνι, λογικά όλοι πήγαιναν στον ίδιο προορισμό. Δυο τύποι με ένα παπί ούρλιαζαν, μπράβοοο, ρε Παοκτσάκιιιι, ψηλά τη σημαίααα κι άρχισε η δικιά μου να την κουνάει πιο δυνατά. «Μπαμπά, ευτυχώς αυτοί με τη μηχανή δεν ήταν Άρης, γιατί τότε θα φώναζαν ‘κάτω τη σημαία’, σωστά»;  Κάπως έτσι.

Πήγαμε παράλληλα με τον Ποταμό Φοίνικα, βγήκαμε στον κεντρικό, περπατήσαμε μέχρι το Παλατάκι. Εγώ ήδη είχα αρχίσει να αφήνω κομμάτια από τα πνευμόνια στην άσφαλτο, αυτή έτρεχε μπροστά, ωωω Παοκάρα, έχω τρέλα, μέσ’ στο μυαλόοοο, κουνούσε τη σημαία, φτάνουμε, φτάνουμε, βγάλαμε εισιτήριο πέντε ευρώ, ντράπηκα, ρε παιδιά, πέντε ευρώ εισιτήριο, τι να λέμε τώρα, μπήκαμε Παλατάκι, βγήκαμε φωτογραφίες με φόντο τον Κλιφ και βρεθήκαμε στην κερκίδα. Ο πίνακας έγραφε 00-00. «Πάμε να πάρουμε ποκόρν και να κάτσουμε απέναντι που φωνάζουν, από εδώ δε μ’ αρέσει».

ΠΑΟΚ (Νίκος Γεωργιάδης): Ζάγκας, Παλάσκας 4, Γουργούμης, Τσίλης 3, Νικολαϊδης 1, Κοκκώνης 3, Τσαμουρίδης 1, Ιωαννίδης 1, Μπουκοβίνας, Πετρίδης 2, Αλβανός 6, Τσακίρης 3, Κωστακίδης, Κεσίδης Β., Τσεσμετζίδης, Κεσίδης Σ. 2.
Αναγέννηση (Παναγιώτης Ιατρούδης): Μαγκαφουράκης, Γεωργίου 4, Π. Στούμπης 3, Βασιλόπουλος 1, Αργυράκης, Φάμπατς 1, Τσεύλικος, Δ. Στούμπης 2, Αντωνιάδης, Μυλωνάς 2, Καραστέργιος, Λάσιτσα 3, Λεωνίδας 5, Λάκοβιτς, Βλαχοθανάσης.

Γροθιά

Γροθιά

Όλο το πούλμαν έπινε καφέ και μπύρες πριν την αναχώρηση στην Ερυθρού Σταυρού. Στην Μπαλλάντα οι μικρ ...

Read more
Φιλανθρωπία

Φιλανθρωπία

«Εμείς βοηθάμε όλο τον κόσμο τόσα χρόνια και δεν το ξέρει κανείς, αυτοί μια φορά έκαναν φιλανθρωπία ...

Read more
Κινέζος

Κινέζος

Μάλιστα. Τ’ ακούσαμε κι αυτό. Έχουμε και τέτοιους συνοπαδούς, τι να κάνεις. Η ατάκα, αυτολεξεί, ...

Read more
Ρομποτάκι

Ρομποτάκι

Δε βρήκα τίποτα στη ζ ...

Read more
Σάμπρι

Σάμπρι

Ο Αμπντέλ Σατάρ Σάμπρι &A ...

Read more
Γκαργκίνος

Γκαργκίνος

Ο Ντάριλ Μπράιαντ είνα&i ...

Read more
0045

0045

Το ασπρόμαυρο ταξίδ&i ...

Read more
Λουκέτο

Λουκέτο

Τελευταία ζακέτα. Π ...

Read more
Παράσιτα

Παράσιτα

Η προσωπική μου πο&lambda ...

Read more
Όραμα

Όραμα

Το όραμά μου για τον &al ...

Read more
Αθηναίος

Αθηναίος

Σαν τον Αθηναίο Παοκτσή δεν έχει. Τον γηγενή Αθηναίο, εννοώ, όχι κάτι δικούς μας που κατέβηκαν για δ ...

Read more
Επιστολή

Επιστολή

Προς ΠΑΕ ΠΑΟΚ, Κύριο Σαββίδη Ιβάν Αγαπητέ Πρόεδρε, στο ματς της Λεωφόρου για τα play off βάλε ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.