Όρθιοι

Όρθιοι

Πρώτη φορά στις...

Θετικό

Θετικό

Αναμενόμενο και...

Πανεπιστήμιο

Πανεπιστήμιο

Μπήκα στο...

Βαγόνι

Βαγόνι

Ίσα να κάνεις ένα...

Εσύ

Εσύ

Δεν έχεις πάει ποτέ...

Άκου

Άκου

Άκου, ανθρωπάκι...

Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

Μαγκντί

Μαγκντί

Είχα πάρει τηλέφωνο...

Διπλανός

Διπλανός

Στο Γυμνάσιο είχα...

  • Όρθιοι

    Όρθιοι

    Tuesday, 21 May 2019 14:35
  • Θετικό

    Θετικό

    Tuesday, 14 May 2019 12:48
  • Πανεπιστήμιο

    Πανεπιστήμιο

    Monday, 06 May 2019 11:53
  • Βαγόνι

    Βαγόνι

    Sunday, 28 April 2019 22:50
  • Εσύ

    Εσύ

    Saturday, 27 April 2019 23:50
  • Άκου

    Άκου

    Monday, 22 April 2019 13:30
  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20
  • Μαγκντί

    Μαγκντί

    Wednesday, 03 April 2019 12:16
  • Διπλανός

    Διπλανός

    Tuesday, 02 April 2019 00:39

margaritisΣτις 17 Δεκεμβρίου 1992, ο δεκάχρονος Βαγγέλης Μαργαρίτης προσπαθούσε να μείνει ξύπνιος για να δει όλο τον αγώνα του ΠΑΟΚ κόντρα στην Μπανταλόνα. Ήταν καλός μαθητής, διάβαζε και κοιμόταν νωρίς, οπότε του ήταν δύσκολο να κρατηθεί μέχρι τόσο αργά, αλλά η εξέλιξη του σκορ του έδινε την απαραίτητη υπερένταση για να αντέξει. Στην τελευταία φάση του ματς, έσφιξε τα δόντια από αγωνία: Ο Κλιφ Λέβινγκστον είχε κερδίσει βολές, με το σκορ στο 81-81 και το χρονόμετρο να δείχνει λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Έψαξε στα τυφλά το τάπερ με τα πατατάκια, δίχως να πάρει το βλέμμα του από την οθόνη, αλλά ψηλάφισε μόνο κάτι απομεινάρια.

Το ίδιο και στο άλλο τάπερ με τα ποπ-κορν. Αλλά και το πιατάκι με τα μήλα, τα πορτοκάλια και τα μανταρίνια ήταν κενά. Όπως άδεια ήταν τα μπολάκια με τα φιστίκια, τα στραγάλια, τα αμύγδαλα και τις σταφίδες. Έκανε μια κίνηση να πάρει ένα κεφτεδάκι, αλλά διαπίστωσε πως είχε φάει ολόκληρο το πιάτο με την τριπλή μερίδα, κάπου ενάμισο κιλό κιμά, που είχε ζητήσει πριν το ματς, όλες τις πατάτες, περίπου μισό κιλό φέτα, τη σαλάτα, αλλά και καμιά εικοσαριά φέτες παστουρμά. Αναγκαστικά, έφαγε την τελευταία από τις δώδεκα σοκολάτες της βραδιάς, για να πνίξει το άγχος των κρίσιμων βολών. Έτρωγε πολύ ο Βαγγέλης μικρός, έτσι έγινε δυο μέτρα παλικάρι και βάλε.

Ο Κλιφ ευστόχησε στην πρώτη βολή, το Αλεξάνδρειο πήρε φωτιά και ο Βαγγελάκης πανηγύρισε φωνάζοντας «μπβββ Κκκλφφφ», πνιγμένος από τη σοκολάτα. Μπασκετικό μυαλό από μικρός, απευθύνθηκε στον εκτελεστή και του είπε «χχχσσσ τττβββφφφ δδδφφφρρρ μιαμ-μιαμ», δηλαδή να χάσει τη δεύτερη βολή. Το σκορ είχε ήδη γίνει 82-81 και το λογικό ήταν να χαθεί η δεύτερη βολή ώστε να κυλήσουν αυτά τα δέκατα του δευτερολέπτου χωρίς οι Ισπανοί να προλάβουν να σουτάρουν -αν ευστοχούσε ο Λέβινγκστον, θα έκαναν σουτ και, ΠΑΟΚ είσαι, ποιος ξέρει τι άλλο θα δουν τα μάτια μας. Μαζί με τον μικρό συμφωνούσε κι ο προπονητής, ο οποίος έδωσε τη σχετική εντολή «να πάει η μπάλα στο σίδερο», την οποία φώναξε προς τον Κλιφ αλλά και προς τους υπόλοιπους, να του το μεταφέρουν, τέτοιος τρελάρας που ήταν αυτός. Ο Κλιφ έκανε ένα καθησυχαστικό νεύμα και το γήπεδο πάγωσε για μια ακόμα φορά όσο εκτελούσε τη δεύτερη των βολών. Κόντρα στη λογική (αλλά εντελώς μέσα στο Παοκτσήδικο νόημα της ζωής), η βολή μπήκε. Ο Ίβκοβιτς έπιασε τα μούτρα του, οι συμπαίκτες του Αμερικανού πάγωσαν και ο ίδιος φαινόταν να χαίρεται με την κατάσταση, ενώ το μισό γήπεδο τον έβριζε και το άλλο μισό δεν ήξερε τους κανονισμούς και δεν τους ένοιαζε, χειροκροτούσαν τα πάντα. Ο Βαγγελάκης σκουπίστηκε από τις σοκολάτες που είχε γίνει μούρτζος και διαμαρτυρήθηκε με Παοκτσήδικη κομψότητα προς την τηλεόραση, «ρε πλάκα μας κάνεις, ρε Κλιφ, είσαι σοβαρός, να πούμε να πούμε» κι εκεί δέχτηκε μια παρατήρηση από τους δικούς του «πού έμαθες να μιλάς έτσι, παιδάκι μου, και λες τέτοιες πρόστυχες λέξεις, από πού το άκουσες αυτό το να πούμε να πούμε»;

Ήταν η στιγμή που ο Μαργαρίτης αποφάσισε να γίνει καλαθοσφαιριστής. Τι άλλο να γινόταν, δηλαδή, αλλά τότε ήταν που το πίστεψε μέσα του. Θα έτρωγε ακόμα περισσότερο (και όταν το είπε αυτό οι δικοί του σφίχτηκαν, τους είχε καταστρέψει ήδη και πού θα πήγαινε πια αυτή η κατάσταση), θα ψήλωνε, θα γινόταν μπασκετμπολίστας και μια μέρα, πού θα πάει, θα βρισκόταν κι αυτός στην ίδια κατάσταση, να πρέπει να βάλει την πρώτη και να χάσει τη δεύτερη, να δείξει στον Λέβινγκστον και σε όλο τον κόσμο πώς γίνεται το κόλπο με τις βολές σε ισοπαλία με δέκατα του δευτερολέπτου στο χρονόμετρο. Απόψε ήρθε αυτή η στιγμή, που την περίμενε τόσες δεκαετίες, μετά από χρόνια άσκοπης καριέρας με χιλιάδες πόντους και ριμπάουντ και τάπες και κλεψίματα και προπονήσεις και τόσα βαρετά πράγματα που είχε υπομείνει για την κορυφαία ώρα της ζωής του. Ως φόρος τιμής, η πρώτη βολή, αυτή που δίνει το προβάδισμα, χτύπησε δύο φορές στο στεφάνι και καρδιοχτύπησε τους θεατές μέχρι να μπει -αλάνθαστη αναπαράσταση εκείνης της πρώτης βολής, είκοσι έξι χρόνια πριν. Αλλά η δεύτερη, αυτή που δίνει τη νίκη, τη σίγουρη νίκη, έφυγε με τη βεβαιότητα του ανθρώπου που ξέρει τι πρέπει να κάνει ακριβώς επειδή το υπολόγιζε σε όλη του τη ζωή, με τέλεια τροχιά να βρει το στεφάνι και να επιτρέψει στο ρολόι να μηδενίσει πριν καταφέρουν οι αντίπαλοι να σουτάρουν μετά το ριμπάουντ (επειδή θα το πάρουν το ριμπάουντ, δεν είναι κανένας χθεσινός ο Βαγγέλης, ξέρει σε ποια ομάδα παίζει τόσα χρόνια). Και κατάφερε να σπάσει τη φετινή κατάρα του «81», αλλάζοντας το σενάριο στο πιο ιστορικό «81-81» του μπασκετικού ΠΑΟΚ. Απόψε το βράδυ, ο Βαγγέλης Μαργαρίτης θα φάει την πιο γλυκιά σοκολάτα της ζωής του.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB