Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26

paokinterΚριτική ΠΑΟΚ-Ίντερ 0-0

Τέτοιο πρόλογο δεν έχω ρίξει στη ζωή μου ούτε σε γκόμενα στο σχολείο, τότε που ο πρόλογος ήταν μέρος της διαδικασίας, δεν είχαμε κινητά να ανταλλάσσουμε μηνύματα και καρδούλες.

Από τη Δευτέρα την είχα στο μπίρι-μπίρι τη μικρή, την Πέμπτη ο μπαμπάς πρέπει να φύγει το μεσημέρι, να πάει να βοηθήσει τη μαμά να γυρίσει, εσύ θα μείνεις με τη γιαγιά αλλά μην ανησυχείς, θα σου πάρει και παγωτό και καλαμπόκι και μαλλί της γριάς και μπαλόνι και θα σε πάει στις κούνιες και στα αυτοκινητάκια και βόλτα και άμα έχεις όρεξη θα σου πάρει κι ένα προφιτερόλ. Έτσι, στο μετέωρο, «θα πάω να βοηθήσω τη μαμά να γυρίσει», ούτε πού θα πάω, ούτε γιατί να τη βοηθήσω, το ψιλοέφαγε. «Η μαμά είπε πως θα μου φέρει ένα δώρο όταν γυρίσει», εντάξει, αφού το είπε η μαμά να σου φέρει ένα δώρο.

Κάνω την παπαριά και τηςsmartphones αγοράζω δύο smartphone, ένα γι’ αυτήν κι ένα ντεμέκ για την αδερφή της που της το ψείρισε, επειδή λέει είναι μικρή για να παίζει με κινητά η αδερφή της, έχει ένα κεντρικό κουμπί μενού που το πατάς και βάζεις κάτι κρίκους, όλη μέρα μ’ αυτά έπαιζε, από ένα κινητό σε κάθε χέρι, έβαλα πέντε κρίκους, έβαλα έξι κρίκους, έκανα ρεκόρ, μια το ένα, μια το άλλο. Αυτή είναι ψυχαγωγία, η Vodafone πουλούσε το παιχνίδι 6 ευρώ με το ΦΠΑ, ενώ από το περίπτερο αγοράζεις με ένα ευρώ και το παιχνίδι και ολόκληρο το κινητό. Αλλά κάποια στιγμή κάνει «μπιπ-μπιπ», απαντάει στο ψεύτικο κινητό, μπαμπά, δε θα το πιστέψεις, με πήρε η μαμά στο κινητό και μου είπε πως θα μου αγοράσει δύο δώρα! Μετά από λίγο ξαναχτυπάει ντεμέκ το κινητό της, πιάνει κανονική βίρτουαλ συζήτηση, ναι, μαμά, εδώ είμαι, με τον μπαμπά, το μεσημέρι θα έρθει να σε βοηθήσει να γυρίσεις, α, πώς είπες, θα μου πάρεις τρία δώρα, απίστευτο, μπράβο, ρε μαμά, είσαι υπέροχη.

«Και δε μου λες, ποιος θα με πάει σήμερα για μπάνιο», ρωτάει κατά τις 11 που ξύπνησε. Εγώ πρέπει να είμαι στη στάση κατά τις 15:00, να κατεβώ στην πόλη να φύγω με την εκδρομή. Θα σε πάω εγώ, της λέω, τι να κάνω. Παρατάω τα πάντα, βάζουμε μαγιό, φουσκώνουμε μπρατσάκια και σαμπρέλα, που τη λέει «κουλούρα» επειδή έτσι τη λέει η Ντόρα, έτσι θα τη λένε και οι Αθηναίοι που το μεταγλωττίζουνε, υποθέτω. Παίρνουμε πετσέτες, κουβαδάκια, τη Σοφία την πριγκίπισσα και την αδερφή της την Άμπερ και τη Σοφία τη γοργόνα και την Ούνα τη γοργόνα και δέκα πλέι-μομπίλ που τα βάζει στην άμμο και τα ψάχνουμε μια ζωή κάτω από τον ήλιο, έχω καεί φέτος να ψάχνω πλέι-μομπίλ, παίρνουμε μπάλα, βάζουμε αντηλιακό, δεύτερο μαγιό, το πράσινο φουστάνι που θέλει να φορέσει μετά το μπάνιο, νέο κόλλημα αυτό, το ένα, το άλλο, πιάνουμε 12. Πάμε παραλία, α, σήμερα είναι πολύ ρηχή η θάλασσα, τέλεια, θα κάτσουμε μέχρι το βράδυ. Νομίζεις.

boatw

Και κάνουμε όσα πρέπει να κάνουμε στη θάλασσα μέσα σε μία ώρα, που κανονικά θέλει τέσσερις. Για παράδειγμα, να καταλάβετε τι εννοώ, πρέπει εγώ να έχω τη Σοφία την πριγκίπισσα και την αδερφή της, την Άμπερ, να τις πετάω όσο πιο μακριά μπορώ μέσα στη θάλασσα και να τρέχει η μικρή με τις δύο γοργόνες της να σώζουν τις πριγκίπισσες να μην πνιγούν. Αυτό εξήντα πέντε φορές, με παραλλαγές, τώρα έχει κύμα, τώρα έχει φουρτούνα, τώρα να τις πετάξεις έτσι να πάνε προς το νησί, τώρα η μία από εδώ και η άλλη από εκεί, όλα αυτά για το ένα παιχνίδι. Μετά πρέπει να παίξουμε το άλλο που κάνω βουτιές και πρέπει να με βρει πού είμαι στο βυθό, επί ένα τέταρτο αυτό, έχω που έχω κόκκινα μάτια, έγινα βαρδούλακας με τις βουτιές, γενικώς το μπάνιο με τη μικρή είναι όλες οι παρενέργειες των ναρκωτικών δίχως τα ναρκωτικά. Κόκκινα μάτια, ταχυπαλμία, ζαλάδες, παραισθήσεις, τάση για εμετό, ακατανίκητη ανάγκη να πας στην Τούμπα το συντομότερο.

Κάνουμε ένα μεγάλο άλμα στο χρόνο και πολλά, πολλά καραγκιοζιλίκια μετά, πιάνουμε 2 παρά το μεσημέρι. Άιντε να φύγουμε. Τα χώνω όλα μέσα στην τσάντα, παιχνίδια, μπρατσάκια, πετσέτες, άμμο, αποτσίγαρα, ό,τι είχε τριγύρω μας, γυρνάμε στη γιαγιά, της λέω η τσάντα έχει μέσα τη μισή παραλία, κάνε κουμάντο, δεν προλαβαίνω, πρέπει να φύγω. «Πριν φύγεις πρέπει να μου κάνεις μπάνιο», της κάνω μπάνιο, βάζουμε ενυδατικές να μη την πιάνει φαγούρα μετά τη θάλασσα, «να με ταΐσεις», είχε πάει σχεδόν 3, θα σε ταΐσει η γιαγιά, όχι, εσύ να με ταΐσεις, μα δεν προλαβαίνω, πρέπει να πάω να φέρω τη μαμά, α, μπιπ-μπιπ, η μαμά, έλα, μαμά, τι είπες, θα μου φέρεις τέσσερα δώρα; Μπράβο, ρε μαμά. Παίρνω μόνο λεφτά, τσιγάρα, κινητό, ταυτότητα (πώς μου ‘κοψε) και τρέχω να προλάβω το ΚΤΕΛ που έχει κάθε μια ώρα. Με βλέπει από το μπαλκόνι που τρέχω, μπαμπάααα, πήρε η μαμάααα και είπε θα μου φέρει πέντε δώρααααα. Προλαβαίνω ίσα-ίσα το λεωφορείο, στέλνω στη σύζυγο μήνυμα να πάει Τζάμπο πριν το ματς, να της πάρει πέντε δώρα μη χέσω, γαμώ τον ΠΑΟΚ μου και την ταλαιπωρία μου μέσα. Φτάνω στην πόλη, στην πατρίδα, κατά τις 4, πηγαίνω στο σημείο συνάντησης για την εκδρομή, αυτό ήταν, τέλος η ταλαιπωρία, από τώρα αρχίζει η δική μου ψυχαγωγία.

Στο σημείο που μου είχανε πει πως θα αναχωρήσει το πούλμαν, βλέπω ένα λεωφορείο έτσι κάπως των εκπτώσεων. Δεν μπορεί να είναι αυτό το δικό μας, σκέφτομαι, θα περιμένουν κανένα ΚΑΠΗ, να πάνε να προσκυνήσουν στην Παναγιά Σουμελά, μέρες που είναι. Με κοντεύει ένας τύπος, ζητάει φωτιά, τον είχα δει να βγαίνει από το πουλμανάκι πριν λίγο, δε μου λες, για πού είσαι, για τον ΠΑΟΚ, μου λέει, εσύ; Κι εγώ για τον ΠΑΟΚ, μ’ αυτό θα πάμε; Ναι, μ’ αυτό, δεν έχεις ξαναπάει με 28άρι; Και κάπου σε ξέρω εσένα, κι εγώ εσένα, τελικά στο ίδιο σχολείο πηγαίναμε με τον οδηγό, ίδια σειρά ήμασταν στο Τεχνικό Λύκειο. Τρέχω παίρνω ένα φραπέ που από το πρωί είμαι με δύο αυγόφετες και κανέναν καφέ (σημείωση για νότιους αναγνώστες: Αυγόφετα = ψωμί που το βουτάμε σε αυγό και το τηγανίζουμε, δυναμωτικό πρωινό διαίτης για φιλάθλους, δοκιμάστε το), πλησιάζω στο μπασμένο λεωφορείο, σκάει από το πουθενά και ο κόσμος, γεμάτο το πούλμαν, φεύγουμε. Καλή φάση.

Τρομερές εντυπώσεις το reunion ανάμεσα σε εμένα και το παρελθόν μου. Το Καβάλα-Τούμπα-Καβάλα με εκδρομή είχα να το κάνω 20 χρόνια, από την τελευταία που είχα οργανώσει εγώ, Ηρακλής-ΠΑΟΚ 1-2 (και όχι 2-2, όπως έγραψα σε προηγούμενο σημείωμα), στις 2 Οκτωβρίου 1994, έτσι λένε οι σημειώσεις μου. Αλλά τίποτα δεν ήταν το ίδιο, ακόμα και ο δρόμος έχει αλλάξει, τώρα έχουνε καινούργια Εθνική Οδό και διόδια και διπλή λωρίδα, μπορείς να κάνεις προσπέραση δίχως να βγαίνουμε από τα παράθυρα να κάνουμε νόημα και κωλοδάχτυλα στους προπορευόμενος, άκρη ρεεε, περνάει ο Λαός ρεεε και τέτοια. Μόνο διαφορές είδα, καμία ομοιότητα. Και κόντρα σε παρελθοντολαγνείες και νοσταλγίες, πιστεύω πως η σημερινή εμπειρία είναι καλύτερη. Μακάρι κι εμείς να πηγαίναμε έτσι στον ΠΑΟΚ.

busw

Καταρχάς, αν είχαμε τέτοιο μισό πούλμαν τότε στη διάθεσή μας θα είχαμε γυρίσει τη μισή Ελλάδα. Μια ζωή είκοσι-είκοσι πέντε άτομα ήμασταν, δεν έβγαινε η εκδρομή με το κανονικό λεωφορείο. Αυτό που είχανε οι Καβαλιώτες την Πέμπτη έκανε όλη τη δουλειά με το μισό μέγεθος, 28 θέσεις, σου λέει, αλλά και ψυγειάκια, ερκοντίσιον, άνεση, μέχρι και άνοιγμα στην οροφή για να φεύγει ο καπνός από τα Μάρλμπορο που είναι και πηχτός είχε, μοναδικό μειονέκτημα τα παράθυρα, εννοείται, άλλη μαγκιά τα παράθυρα τη δεκαετία του ’90, άνοιγες, έβγαινες όλος έξω και κρεμόσουν με τα Παοκολέ από την Ασπροβάλτα μέχρι το Λευκό Πύργο και σε κρατούσαν τρεις να μην πέσεις στην άσφαλτο.

Βασική διαφορά ο κόσμος. Όλοι με τα μπλουζάκια του Συνδέσμου, σοβαροί, μετρημένοι, ξεκίνησαν αυγουστιάτικα να πάνε εκδρομή στο φιλικό να δούνε τον ΠΑΟΚ και πήγαν να δούνε τον ΠΑΟΚ. Αυτός ήταν η αιτία. Στα δικά μας χρόνια είχαμε δέκα άτομα που δεν ήξεραν όχι πού πήγαιναν, αλλά ούτε το όνομά τους δεν ήξεραν, τους αφήναμε στο Λευκό Πύργο και τους βρίσκαμε στο ίδιο παγκάκι τέσσερις ώρες μετά.  Και συνεννόηση κανονική, είναι όλοι εδώ, ναι, εδώ είναι όλοι, πάμε. Εγώ, ας πούμε, μόλις έβαζε μπρος ο οδηγός το 1992 ρωτούσα είναι όλοι εδώ, όχι, απαντούσε ένας, λείπει ο τάδε, κάτσε να τον φωνάξω, έφευγε ο ένας να βρει τον τάδε, μετά έφευγαν τέσσερις να βρουν τους πρώτους, μετά άδειαζε το μισό πούλμαν που πήγαινε ένας για χέσιμο στο σπίτι του είκοσι λεπτά απόσταση με το μηχανάκι, γκρίνιαζαν οι πιτσιρικάδες, θα χάσουμε το ματς, έφευγα κι εγώ και πήγαινα για ένα ούζο ακόμα, ανακοίνωνα επίσημα, παιδιά, αντί για 3 θα φύγουμε στις 4:30, όποιος θέλει να κατεβεί για ξεμούδιασμα. Δηλαδή, εμείς κάναμε μια στάση για κατούρημα και μια στάση για φαγητό πριν καν ξεκινήσουμε τότε.

Πού θα μας αφήσει το πούλμαν, ρώτησα το παλικάρι που τα λέγαμε. Τι εννοείς, με κοίταξε περίεργα, έξω από το γήπεδο θα μας αφήσει. Μάλιστα, άντε να του εξηγήσεις τώρα, που εμάς μας σταματούσε η τροχαία στη στροφή για Λαμπράκη και μας γύριζε πίσω, αναγκαστικά αφήναμε το πούλμαν στο Λευκό Πύργο, σειρά τα λεωφορεία, Ξάνθη, Καβάλα, Καστοριά, Κοζάνη, γέμιζε η παραλία. Το παίρναμε με τα πόδια, και το πήγαινε και το έλα, ολόκληρη ιστορία τότε το εντός έδρας. Μια φορά μόνο μας πήγε το πούλμαν κατευθείαν στο γήπεδο, στο Καυτανζόγλειο, περνούσαμε αργά-αργά ανάμεσα από τις γριές στην Αγίου Δημητρίου με συνθήματα και βρισιές, μας κοιτούσαν οι καλοκάγαθοι φίλαθλοι του Ηρακλέους, κάποιοι πιο ηλικιωμένοι μας χαιρετούσαν κιόλας, ωραία χρόνια. Και, όντως, μας άφησε έξω από το γήπεδο, λίγο πιο κοντά και θα έμπαινε μέσα, καλή ιδέα, να μπεις με το πούλμαν από την είσοδο του ασθενοφόρου, να δεις το ματσάκι με ερκοντίσιον.

Και η διαδρομή διαφορετική, δύο ώρες στο χαλαρό, όχι τρεις χώρια τις συνεχείς στάσεις που κάναμε εμείς, χωρίς Ασπροβάλτα πλέον και πατσατζίδικα και χωριά και χωριουδάκια για χαζομάρες. Συγκριτικά με την τελευταία εκδρομή που πήγα με επαρχιακό σύνδεσμο, μια μεγάλη διαφορά ήταν στη μουσική, καθώς η Καβαλιώτες είχαν σαφώς πιο εκτεταμένο ρεπερτόριο στα ρεμπέτικα από τους Κομοτηναίους, αλλά καθόλου μέταλ και καθόλου τρανς. Συν-πλην το ίδιο, δεν έχεις τον Απόστολο Νικολαΐδη κάθε είκοσι πέντε λεπτά με τα μαντάτα σου-σου-σου, έχει πιο μεγάλη ποικιλία, αλλά από την άλλη δεν έχεις και φτιάξιμο με το μέταλ και το τρανς –θα μου πεις τι φτιάξιμο να χρειαστείς για το φιλικό, σωστή κι αυτή η άποψη. Συμπερασματικά, άλλαξαν οι εποχές, αλλά εγώ προτιμάω αυτή την εποχή, πιο συμμαζεμένα πράματα, πιο επικεντρωμένος στον ΠΑΟΚ ο κόσμος, λιγότερη τρέλα μεν, αλλά είδαμε και τι κερδίσαμε με την τρέλα. Όποιος αναπολεί «εκείνα τα χρόνια» ας τα αναπολεί, θα έχει τους λόγους του.

gate4

Συμμαζεμένη κι η Τούμπα απ’ έξω, αλλά πάει το «ΝΙΚΟ ΓΑΜΑ ΤΗΝ ΕΦΗ ΓΙΑΤΙ ΧΑΝΟΜΑΣΤΕ». Πάνω που έμαθα ποιοι ήταν ο Νίκος και η Έφη και ποιος το είχε γράψει, το σβήσανε. Θα έπρεπε να έχει μπει προστατευτικό τριγύρω, σαν τις αρχαίες τοιχογραφίες, βάψτε την Τούμπα όπως θέλετε αλλά αυτό να μείνει εκεί, διατηρητέο. Τι σας πείραζε, μην έρθει ο ξένος της Ουέφα και προσβληθεί από τη βρισιά; Όου, Νίκο γκάμα το Έφη, βέρι μπαντ γουόρντ, πρέπει σβήσει εκεί δε γουόλ.

Μέσα σε είκοσι μέτρα ζω τρία πολιτισμικά σοκ. Από τη μία παίρνω το πρώτο εισιτήριο με το όνομά μου. Να ήταν που δεν είχα φάει από το πρωί, να ήταν η συγκίνηση του πρώτου ματς για φέτος, να ήταν η ζέστη, μου δίνει ο υπάλληλος δύο εισιτήρια με τυπωμένο το όνομά μου και σκέφτομαι επιτέλους, η ΠΑΕ αναγνωρίζει τους κόπους μου και τα χιλιόμετρά μου, από σήμερα θα υπάρχει η νέα Θύρα 6 Τζο Ισοβίτης ή όπως με λένε κανονικά, δε θυμάμαι τώρα. Εισιτήριο μόνο με ταυτότητα, λέει, άμα δεν είχα ταυτότητα τι θα γινόταν, δε θα μπορούσα να πάρω; Θα μπορούσες, αλλά να έχεις ταυτότητα από ‘δώ και πέρα. Ωραίος. Κι άμα κάνει τα επεισόδια το δεύτερο εισιτήριο, που έχει το όνομά μου αλλά εγώ το δίνω σε τρίτο πρόσωπο τι γίνεται; Ή μου τυπώσατε το ονοματεπώνυμο σε δύο εισιτήρια επειδή έβαλα πέντε κιλά, ντάξει, δεν πιάνουμε και δυο θέσεις, ο από πίσω μου είχε σκίσει τη βερμούδα από το πάχος στο μπούτι και έτρωγε και το βρώμικο με το ίδιο χέρι που κρατούσε τα λεφτά, αυτός πόσα εισιτήρια θα έκοβε, δηλαδή.

Πάω δέκα μέτρα πιο πέρα, βλέπω τους δικούς μας να φτιάχνουν το νέο πανί υποδοχής. ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ είχαν τελειώσει, έκανα μία έτσι να δω τι θα γράφανε και παραπέρα με το σπρέι, ΜΕ ΠΟΛΗ ΚΑΘΑΡΗ είχαν έτοιμο. Κόμπλεξ ή όχι, στα 55 χρόνια της Α’ Εθνικής πρώτη φορά η Θεσσαλονίκη έχει μία πόλη μία ομάδα κυριολεκτικά, ένα πανί έπρεπε να υπογραμμίσει το ιστορικό γεγονός, μην κράζετε τώρα πως ασχολούμαστε με τους άλλους και τα σχετικά, ή κράξτε, δικαίωμά σας. Εγώ το είδα ως ωραία καζουρίτσα, δε με χάλασε, έβγαλα και φώτο από το making of. Και πάω άλλα δέκα μέτρα πιο κάτω, προς το πέταλο, ζω την απόλυτη απόγνωση του μπερδεμένου παλιού κάγκουρα. Ήταν κάπου στα σαράντα πέντε, στεκόταν έξω από την είσοδο της 4, μπροστά του 5-6 παλικάρια με μπλουζάκια ΠΑΕ ΠΑΟΚ, αυτός κοιτούσε από ‘δώ, κοιτούσε από ‘κεί, χαμένος, τουρίστας θα είναι, σκέφτηκα, έκανα προς το μέρος του να βοηθήσω που είχα και αρκετό χρόνο, να του πω κανένα σερ, αρ γιου λούκινγκ φορ δε φανάτικς ορ δε σάιλεντ γκέιτ, ντου γιου γουόντ του γουότς δε γκέιμ γουίδ χεντ ορ γουιδάουτ χεντ, αλλά τελικά δικός μας ήταν, μπερδεμένος. Πήρε μια ανάσα, έκρυψε την ντροπή και ρώτησε στα ίσα τα παλικάρια στην είσοδο: Παιδιά, για την 4 από ‘δώ μπαίνουμε; Σου λέει τι είναι ωρέ όλα αυτά τα μαύρα σιδερικά εδώ πέρα, εγώ έχω συνηθίσει τριάντα χρόνια αυτόματα, βλέπει το μάτι το 4 και μπουκάρει, τώρα με μπερδέψανε εδώ με τον Καλατράβα της Τούμπας που φτιάξανε, μην μπω από ‘δώ και βγω σε καμιά σουίτα και μου ζητάνε κάνα χιλιάρικο για να δω το παιχνίδι.

Είχα δυο ώρες, αλλά τελικά μπήκα με την έναρξη. Μια ζωή ταλαιπωρία, μια ζωή στο παρατσάκ. Έρχεται η σύζυγος με τις τσάντες, πάμε να τις καβατζώσουμε σε κάτι δικούς μας δίπλα στο γήπεδο, Σ.Φ. Μπαλκόνι αυτοί, δε φαίνεται μέσα το γήπεδο, καλά θα ήταν. Και πιάνω κουβέντα με τον παππού, δεν το ήξερα πως ήταν τέτοιος θησαυρός, αρχίζει να μου λέει τα γνωστά τι πάτε να δείτε, όλα στημένα είναι, ρε θείο, φιλικό είναι, τι στημένο με λες, όχι, γενικά μιλάω, εγώ την έχτισα την Τούμπα και ξέρω τι σου λέω και αποδεικνύεται πως ο τύπος όντως την έχτισε την Τούμπα, βοηθούσαν τους φαντάρους και τους οικοδόμους το 1958, μου διηγήθηκε πώς σκαρφαλώνανε και μπαίνανε τσάμπα τα τσακαλάκια, που έπαιζε στα τσικό αλλά τότε ήθελε να λαδώσεις για να παίξεις πρώτη ομάδα, μου είπε για Τσίντογλου και Παρίδη και Ασλανίδη και Αφεντουλίδη και ό,τι θες, ρωτούσα κι εγώ ό,τι απορίες είχα που με τρώνε τόσα χρόνια και δε βρίσκω απαντήσεις, εκείνος ο Παναγιώτης Σιδηρόπουλος, του είπα, ο παικταράς, γιατί δεν έπαιξε χρόνια στον ΠΑΟΚ, γιατί έφυγε, ρε τον φάγανε οι κλικαδόροι, μου απάντησε, τότε είχε κλίκες στον ΠΑΟΚ, αν δεν πήγαινες με τα νερά τους σε έτρωγε μαύρη νύχτα. Έμαθα, λοιπόν, πως τη δεκαετία του ’60 είχε κλίκες στον ΠΑΟΚ, ποιος το περίμενε, μα τι εποχές τότε, όχι όπως τώρα που άμα πεις τη λέξη «κλίκα» στον ΠΑΟΚ νομίζουν πως είναι χωριάτικη λέξη κάτι για τα μποστάνια, ιδέα δεν έχουν από τέτοια.

Κι όπως τα έλεγε ο παλαίουρας, που θα τον ξεζουμίσω εγώ, δε μου τη γλιτώνει, θα του πάρω είκοσι συνεντεύξεις εν καιρώ, πήγε οχτώ και τέταρτο. Τρέχουμε με τη σύζυγο για το γήπεδο, κάτσε να πάρω πρώτα τσιγάρα. Αλλά όλα τα περίπτερα κλειστά γύρω από το γήπεδο. Πλάκα μας κάνανε, παίζει ο ΠΑΟΚ και δεν έχει να πάρεις τσιγάρα, σε έξι περίπτερα πήγα, τα πέντε κλειστά και ο ένας ανοιχτός δεν είχε τσιγάρα, «σε λίγο θα μου τα φέρουν», μου είπε, ό,τι να ‘ναι. Ευτυχώς είχα 5-6, τόσα χρειάζεσαι στις Θύρες 5-6, τσίμα-τσίμα την έβγαλα.

kont

Μπαίνουμε την ώρα που βγαίνουν οι ομάδες, πίτα το ισιάδι, ψάχνουμε να κάτσουμε και μας φωνάζουν κάτι δικοί μας, ο ένας του έχει σκοτώσει τη μάνα και όλο του το σόι ο Κοντός. Εδώ είσαι, σκέφτομαι, θα ακούμε για τον Κοντό σε όλο το ματς. Αλλά στο πρώτο ημίχρονο κάναμε επίθεση προς την 8, οπότε θα έπαιζε ο Σαλπιγγίδης απέναντι, όσο να πεις δεν προκαλεί όταν παίζει μπροστά στον πάγκο και εμείς είμαστε από εδώ. Αλλά τι γκαντεμιά, έρχεται ο Κοντός από την πλευρά μας και το παίζει αριστερός εξτρέμ, πλάκα μας κάνεις, ρε Άγγελε, ο Πόντιος Στοχ τώρα με το ανάποδο πόδι, έχει που έχει μισό δεξί, τώρα θα τον εκθέσεις και από την αντίθετη, τι σου φταίει το Παοκτσάκι, δε φτάνουν όσα έχει στο κεφάλι του που τον βρίζει η μισή κερκίδα, τώρα ούτε μπάλα να ακουμπήσει δεν μπορούσε. Τη βλέπω τη δουλειά πώς έγινε στα αποδυτήρια, Δημήτριε, σήμερα θα αγωνιστείς στα αριστερά, φόρα το κομποσκοίνι σου και στην ευχή του Θεού, μάλιστα, κόουτς, με τη βοήθεια της Παναγιάς θα καταφέρω ένα κοντρόλ με το αριστερό, μεγάλη η χάρη Της, έκανε και ο Τζαβέλλας το σταυρό του έτσι επιδεικτικά να τον δει ο Άγγελος και είκοσι μετάνοιες. Αλλά η Παναγιά είχε πάει στο πανηγύρι της και ο Σαλπιγγίδης δεν κατάφερε να κάνει ένα κοντρόλ, μια φορά του βρέθηκε η μπάλα στα πόδια σε θέση έξω Τζόνι και έκανε ό,τι έκανε και ο Τζόνι, βουρ ευθεία και αντί να την κόψει έκανε τη σέντρα πάνω στον τερματοφύλακα, κάτι που στη σύγχρονη στατιστική επιστήμη αποκαλείται ως «τελική προσπάθεια».

Σφυρίζει την έναρξη, παθαίνουμε μια πλάκα. 11 μαύροι στην εντεκάδα, δεν έχει ξαναγίνει κάτι παρόμοιο στην ιστορία του ΠΑΟΚ. Σφίγγω τα βλέφαρα να δω καλύτερα, μήπως φοράμε εμείς τα νερατζούρικα, μπα, οι ασπρόμαυροι ήμασταν. Και το 33 το φορούσε ένας μαυρούλης με μούσι, ρε πού πήγε ο Κλάους, τελικά έτσι κάπως ξεθόλωσα από τους φραπέδες που είχα πιει και δύο άφαγος, οι δικοί μας ήταν, πότε πρόλαβαν να κάνουν 100 μπάνια και 1000 ώρες ηλιοθεραπεία, όλοι μαύροι, μέχρι και ο Γλύκος ψιλοκαστανός έβγαινε, ευτυχώς δεν είμαστε καμία Λάτσιο και δεν έχουμε ρατσιστές στην κερκίδα να κράζουμε τους έγχρωμους. Μεγάλο ενδιαφέρον το 2 δεξιά-2 αριστερά μπακ, δεν το είχα ξαναδεί, κορόιδευα στην αρχή αλλά αποδείχτηκε πως ο δάσκαλος πάντα ξέρει καλύτερα, ούτε να σουτάρουν δεν μπορούσαν οι διάσημοι αντίπαλοι, άμα παίζουμε τέτοια άμυνα με Βέροιες και Πανθρακικούς θα έχουμε μεγάλο γέλιο με τις τελικές τους, από 0 μέχρι 1 κατά λάθος και θα γίνεται ήρωας ο Γλύκος που θα παίρνει μαζί του και κινητό στην εστία να περνάει η ώρα με κάνα παιχνίδι με φούσκες.

Πάω κάποια στιγμή να πάρω νερά, δεν άντεχα άλλο από τη ζέστη κι όπως περιμένω στην ουρά ακούγεται ένας χαμός και τρίζουν τα τσιμέντα. Έχασα το γκολ, σκέφτομαι, φτου, ρε πούστη, τα παίρνω άρον άρον και τρέχω ξανά έξω, τα μισά τα έχυσα στη διαδρομή από τη βιασύνη, πάω στη θέση μας, τι έχασα, ακόμα 0-0 είναι, γιατί πανηγύριζε έτσι ο κόσμος; Βγήκε αλλαγή ο Σαλπιγγίδης, με ενημερώνει η παρέα. Δεν κατάλαβα αν χειροκροτούσαν που βγήκε ή επειδή βγήκε, έλειπα, οπότε δεν έχω άποψη για το θέμα. Αλλά αυτό που διάβασα μετά σε ρεπορτάζ Παοκτσήδικου σάιτ, πως στη «γραμμή κρούσης» Αθανασιάδης και Σαλπιγγίδης δεν παίζει, κανέναν δεν έκρουσε ο Κοντός, μια χαρά το πάλεψε, όπως πάντα, έτρεξε, πήδηξε, έπεσε, σηκώθηκε, μπάλα δεν ακούμπησε, έλειπε και η Παναγιά, τι να κάνεις.

g4

Τα ‘παιξα με τον Ρουμάνο, που τον είχα και μπροστά μου στο πρώτο, μεγάλος παίκτουρας. Έχει να καλύψει το μύθο του Λίνο, δε λέω, αλλά σε καλό δρόμο είναι. Ο Περέιρα, που από σήμερα θα τον αποκαλώ Κοντεόν, με απογοήτευσε, τίποτα δεν του βγήκε, αλλά, ρε Κίτσιου, παίρνεις όλη την πλευρά, φτάνεις στο κόρνερ, έχει μέσα στην περιοχή Κοντό και Κοντεόν και κάνεις σέντρα γιατί; Γιατί, ρε μικρέ, πες μου έναν λόγο που κάνεις σέντρα, στον ώμο να πάρει ο ένας τον άλλο κεφαλιά δεν παίρνουν από τους κατενάτσιους, ελπίζω ο Άγγελος να τον τιμώρησε με πολλά πατερημά να βάλει μυαλό. Ο Μαντούρο πλάκα μας κάνει, εννοείται, ή έκοψε ή άρχισε το φραπέ, ένα από τα δύο, τέτοια διαφορά μόνο ο φραπές την κάνει από εκείνο το σούρσιμο πέρσι με το αρχοντιλίκι του φέτος. Γενικώς, αν και γκρινιάρης, δε με χάλασε η εμφάνιση, δεδομένων των συνθηκών που ήταν παραμονή της Παναγιάς και είχε αυτή τόσα πανηγύρια να επισκεφτεί και μας άφησε μόνους μας.

Να σε παίρνει το πούλμαν στην επιστροφή της εκδρομής από τη Λαμπράκη, τι να λέμε τώρα, ούτε στα όνειρά μας με τη σύζυγο. Μεγάλο τσακαλάκι και ο οδηγός, χώθηκε μέσα στα στενά με το 28άρι, που εγώ ούτε με το ποδήλατο δεν μπορώ να κάνω μανούβρες εκεί πάνω στην Τούμπα, πήγε έτσι, αλλιώς, μας έβγαλε από το μποτιλιάρισμα στα γρήγορα και μας είχε 1 το βράδυ στο σπίτι. 10 ώρες συνολικά, μια χαρά η επαρχία για το φιλικό. Μας περίμενε η μικρή, πήρε και τα πέντε δώρα της, το πλήρωσα ακριβά, όλη την Παρασκευή στη θάλασσα με τη βάρκα και τις πριγκίπισσες και τις γοργόνες, τώρα, μπαμπά, θα κάνουν βουτιά από τη βάρκα και εσύ θα κάνεις τις φωνές τους και θα λες βοήθεια, γοργόνες ελάτε να μας σώσετε, μετά θα πρέπει να μάθω ρακέτες μέχρι να ξέρω να παίζω σαν εκείνους εκεί που παίζουν όλη μέρα, μετά θα βουλιάζει η βάρκα και εσύ θα τους σώνεις και θα τους βγάζεις στην άμμο να ξεκουράζονται και θα ξαναμπαίνεις, μετά θα πάμε για παγωτό, μετά θα ξαναμπούμε με την καινούργια σανίδα να μάθω να κολυμπάω σαν τη Μερλία, αλλά πάνω στη σανίδα, να κάνω σέρφιν στα κύματα και να φτάσω μέχρι το νησί και μετά θα έρθεις να με πάρεις, μπαμπά, πόση ώρα χρειάζεται για να μάθω σέρφιν, πάνω από πέντε λεπτά;

Συνθέσεις:
ΠΑΟΚ: Γλύκος, Κίτσιου (77' Τζανδάρης), Κατσικάς (77' Ποζατζίδης), Σκόνδρας (78' Παναγιωτούδης), Τζαβέλλας (68' Βίτορ), Ρατς (70' Σπυρόπουλος), Τζιόλης (57' Κάτσε), Μαντούρο (68' Σαββίδης), Γκολάσα (51' Μάρτενς), Σαλπιγγίδης (64' Κουλούρης), Αθανασιάδης (35' Περέιρα)
Ιντερ: Χαντάνοβιτς (68' Καρίσο), Ζόναθαν, Χουάν Ζέσους (87' Σιλβέστρ), Ικάρντι, Κόβασιτς, Βίντιτς (68' Αντρεόλι), Ρανόκια, Ντ' Αμπρόσιο (56' Οσβάλντο), Ναγκατόμο (79' Ομπι), Χερνάνες (79' Γκουαρίν), Μ' Βιλά

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038