Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26

oaka2018Στριμωγμένος μέσα στο βαγόνι του Ηλεκτρικού και καθηλωμένος από τις πέτρες που σκέπαζαν τις φωνές των αθώων επιβατών στις γωνιές, ετοιμάζοντας το ντου της αντεπίθεσης μόλις θα άνοιγαν οι πόρτες, σώνοντας ανάσες για τα κουράγια της επικείμενης μάχης με τους άγνωστους τσιμεντορίπτες όπως προσέγγιζε το τρένο στο γήπεδο, ο Βασιλάκης αποκλείεται να φανταζόταν τον εαυτό του τρεις δεκαετίες αργότερα να οδηγεί προς έναν τελικό Κυπέλλου στην Αθήνα τρώγοντας μαλακά μπισκότα βρώμης με κράνμπερι και σχολιάζοντας ως κριτικός μαγειρικής τις αναλογίες των συστατικών.

«Εμείς είμαστε οι Μάο-Μάο, ρε φίλε, που τρώμε γκουρμέ σε εκδρομή και προσέχουμε τις θερμίδες μας, να πούμε»; Πίσω του, στις αποσκευές αναπαύονταν σαντουιτσάκια με τα κλασικά αυτοκόλλητα της Άννας, «μορταδέλα-ντομάτα-φέτα» και «γαλοπούλα-γκούντα-τυροκαυτερή», μπανάνες, γαλέτες, παγωμένα νερά (με καπάκια), κρουασάν με γέμιση «απόσταγμα ξηρών καρπών», δηλαδή πραλίνα φουντουκιού, δηλαδή μερέντα. Και ένα κουτί πτι-φουρ, ειδικά για μένα, που δεν είχα σκοπό να το μοιραστώ. Όλα αυτά με προφορά, και το κrrrάνμπεrrrι στα λονδρέζικα και το πρι-φουγγγ στα παριζιάνικα, γιατί εμείς ούτε Μάο-Μάο είμαστε, ούτε τίποτε βλάχοι, όπως αποδείξαμε και στην επιστροφή, «ρε Νικόλα, πιάσε, να πούμε μία βρώμη με κrrrάνμπεrrrι, σε παρακαλώ, ξέρω ‘γώ, δηλαδή».

Το υβρίδιο που μας μετέφερε, κάτι ανάμεσα σε πενταθέσιο αυτοκίνητο και βανάκι, μας είχε ενθουσιάσει από την παραλαβή. Δεν ήταν εύκολη δουλειά να βρεις να νοικιάσεις, κανείς δεν μας έδινε μέσο για τον τελικό, με την απίστευτη αιτιολογία «φοβόμαστε μην σας το σπάσουν». Εμείς επιχειρηματολογούσαμε με ισχυρό αντίλογο, «ρε πλάκα μας κάνετε, ποιος θα μας το σπάσει» κι αυτοί έλεγαν «ε, τότε, γιατί δεν πάτε με το δικό σας αυτοκίνητο» και απαντούσαμε «για να μην μας το σπάσουν» και άκρη δεν έβγαινε, οι τύποι των ενοικιάσεων ήταν απολύτως παράλογοι κι εμείς οι λογικοί. Ευτυχώς, τα κονέ της Άννας έπιασαν τόπο και βρέθηκε ο γενναίος, ο οποίος, μάλιστα, μας ζήτησε το αστρονομικό ποσό των δεκαπέντε ευρώ. «Το άτομο»; «Όχι, ρε μαλάκα, όλοι μαζί». «Δεκαπέντε ευρώ το αυτοκίνητο»; «Ναι». «Ρε μήπως είναι κανένα σαν τους Φλίντστοουνς, να πούμε, που θα πρέπει να περπατάμε, χωρίς μηχανή». «Ας είναι, θα πάμε με τα πόδια». Αλλά δεν ήταν. Μια χαρά το Φιατάκι το πενταθέσιο, άνετο, μέχρι κι εγώ άπλωνα τις ποδάρες μου και δεν πιάστηκα, που στην τελευταία εκδρομή με πούλμαν με βγάλανε τέσσερις και τραβούσανε τα άκρα μου για να επανέλθουν κι από εκείνο το ταξίδι έχασα τέσσερις πόντους ύψος και κάνω φυσιοθεραπείες με φραπέδες για να επανέλθω.

Όταν βγήκε το πρόγραμμα στη δουλειά, με είχε να δουλεύω ως τις εννιά το βράδυ του Σαββάτου. Ωραίο αστείο, αγαπητή Διεύθυνση της επιχείρησης, θα έχει ξεκινήσει, ασούμε, ο τελικός κι εγώ θα κουβαλάω κρεμοσάπουνα και μπισκότα βρώμης με γκότζι-μπέρι, ασούμε, θα έχουμε, λέω τώρα, κερδίσει κανένα πέναλτι, θα ετοιμάζεται ο Πρίγιοβιτς να σκοράρει απέναντι στον κίτρινο λαό κι εγώ θα κάνω ριφρές στο κινητό με το ένα χέρι και με το άλλο θα κρατάω στον ώμο το τρίφυλλο χαρτί υγείας με έξτρα απαλότητα και εσάνς ροδάκινου και οι δικοί μου θα κρατάνε άλλα τρίφυλλα που είναι τώρα άλλη ιστορία να την αναλύσω. Έτσι μιλάω όταν αγχώνομαι, με «ασούμε», έχω συνδέσει τον Παράσχο με το άγχος, για κάποιο λόγο. Αλλά μάλλον γυάλιζε αρκετά το μάτι μου ώστε να γίνει η τράμπα, με βάλανε πρωινό, ξημερώματα, βάλανε στη θέση μου μια καψερή συνάδελφο που ως εκείνη τη στιγμή πίστευε πως θα έχει ελεύθερο Σαββατόβραδο να κάτσει να δει Γιουροβίζιον, την πάτησε, τι να κάνουμε, έτσι είναι ο ΠΑΟΚ, θέλει θυσίες. Από τους άλλους, ντάξει. Και ξύπνησα από τις τέσσερις και μισή, πήγα στη δουλειά, κουβάλησα τον μισό κάμπο, πατάτες, πατάτες Κύπρου, πατάτες Νευροκοπίου, παντού πατάτες βγάζουν οι καριόληδες, πατάτες διχτάκι, πατάτες χωρίς διχτάκι, φράουλες, πορτοκάλια, ραπάνια, σπαράγγια, ποιος τρώει ραπάνια και σπαράγγια, ρε φίλε, σε τι κόσμο μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, κρεμμυδάκια, πολλά κρεμμυδάκια και πολύ φρέσκα τα κρεμμυδάκια, βγήκα διάλειμμα και ενημέρωσα την Άννα «άκυρο το πρόγραμμα, μην έρθετε να με πάρετε να φύγουμε από εδώ, θα γυρίσω σπίτι για ντους επειδή αν φύγουμε απευθείας θα μυρίζετε κρεμμυδάκια για πεντακόσια χιλιόμετρα». Μου βγήκε ο πάτος, πραγματικά κουράστηκα, έπιασα μετά τα γιαουρτάκια και τα τυριά και τα κασέρια και τα σαλάμια, που οι Αθηναίοι για όλα αυτά έχουν διαφορετικές ονομασίες, άκου τώρα να δεις, γράψε εκεί πέρα «τυρί μισό κιλό», «τυρί ένα κιλό» και ούτω καθεξής, τι με γράφεις «φέτα» και «λευκό τυρί» και «μοτσαρέλα» και «ανθότυρο», πλάκα με κάνεις, τυριά είναι όλα, φτιάχνεις μια μακαρονάδα, παίρνεις ένα τυρί και τρως, δεν κάνεις διαγωνισμό μαγειρικής, γκούντα, λέει, ένταμ, τίλστερ, γραβιέρα, γάμησέ μας, ρε φίλε, ένα τοστ με κασέρι ζητήσαμε, άμα είναι να μας αραδιάσεις διακόσιες άγνωστες λέξεις φέρε μία τυρόπιτα -αλλά και την τυρόπιτα τώρα την έχουν μπερδέψει, «χωριάτικη» ή «με μαλακό φύλλο» ή «κουρού» -να ποιος είναι ο καπιταλισμός, σε μπερδεύουν για να ξοδεύεις περισσότερα φράγκα για ένα προϊόν που είναι ίδιο με το άλλο αλλά έχει πιο ωραίο όνομα, ασούμε.

Άιντε, πάμε. Χαρούμενη η παρέα, μεγάλο γλέντι από τα πρώτα χιλιόμετρα. Για την ακρίβεια, το μετράω τώρα στο Google Maps, μισό λεπτό, επιστρέφω. Επέστρεψα. Σόρι, έκανα περισσότερο από μισό λεπτό επειδή έπρεπε να απαντήσω σε κάτι μηνύματα. Λοιπόν, για την ακρίβεια, ξεκινάμε για ταξίδι 523 χιλιομέτρων ως το Ολυμπιακό Στάδιο και κάνουμε την πρώτη στάση για κατούρημα στα 1.450 μέτρα από την εκκίνηση. Ακριβώς 1.450 μέτρα, δηλαδή ούτε ενάμισο χιλιόμετρο δεν είχαμε διανύσει και σταματήσαμε, σε μέρος που δεν είχε τουαλέτα και τα ρίξαμε στα χωράφια, γκρινιάζοντας τιναφτόρε δεν έχει, να πούμε, μια τουαλέτα, να κατουρήσει ο Λαός του ΠΑΟΚ στον δρόμο για τον τελικό και τα σχετικά. «Καλά, ρε μαλάκες, γιατί δεν κατουρήσατε στο σπίτι, πριν φύγουμε», είπε η Άννα, αλλά δεν απαντήσαμε, πού να καταλάβει, δεν νιώθει. Η Άννα θα πάθαινε την πλάκα της στη διαδρομή, με τη Σοφία, που σταματούσαμε στις δημόσιες τουαλέτες κι αυτές λάμπανε, «να δεις που ο Σαββίδης έχει ζητήσει να είναι καθαρές όλες οι τουαλέτες στον δρόμο για να μην κολλήσει ο Λαός τίποτα και στον γύρο του θριάμβου το μεταδώσουν στους παίκτες, όλα τα σκέφτεται, ρε έτσι γίνονται τα λεφτά, ναι, ρε, όπως τα λες».

Περιφερειακός, γαλανός ο ουρανός, ελαφρό αεράκι, ο Βασιλάκης σε μεγάλα κέφια επί 523 χιλιόμετρα εκτός από τις παύσεις που έτρωγε τη βρώμη ο βρωμιάρης με το κrrrάνμπεrrι, ο Ιορδάνης συνοδηγός να κάνει σιγόντο, εγώ πίσω στη γωνιά μου με τη μαλακία να έχει σπάσει κάθε γνωστό όριο (γιατί το άγνωστο όριο κανείς δεν θα το μάθει ποτέ και θα το πάρω στον τάφο μου), η Άννα με τη Σοφία δίπλα σε άριστη κατάσταση, δηλαδή μια πεντάδα All-Star ονειρεμένη, «40 ΑΝΩ», και κάπου εκεί κατάλαβα πως τόσες εκδρομές, τόσα ταξίδια, τόσα ματς, πρώτη φορά η σύνθεση είχε αποκλειστικά ανθρώπους άνω των σαράντα ετών και αγαλλίασα. Έλεγες αστεία για κασέτες και δισκέτες και δεν χρειαζόταν να εξηγείς, θυμόσουν αγώνες δεκαετίας ’90 και καταλάβαιναν όλοι επειδή όλοι τους είχανε δει και οι περισσότεροι τους είχανε δει από κοντά, τραγουδούσες ξεχασμένα συνθήματα των τσιμέντων και τα πιάνανε οι υπόλοιποι από την πρώτη στροφή.

Τα πούλμαντα είχανε πιάσει Αφίδνες και οι ανταποκρίσεις στο κινητό ήταν ασταμάτητες. Οι περισσότερες έλεγαν «άντε, ρε μαλάκες, ελάτε να τα πούμε πριν ξεκινήσουμε» και ο Βασιλάκης έδωσε ρεσιτάλ οδήγησης για να φτάσουμε στα διόδια πριν φύγουν οι πουλμανάτοι, να δούμε καμιά φάτσα από τα παλιά. Παρκάραμε, άρχισε να κοροϊδεύει τους μπάτσους σε σημείο να τον σιχαθώ μέχρι κι εγώ, δηλαδή ρωτούσε «κύριε αστυνομικέ, για ΟΑΚΑ πού στρίβουμε» και τον άφηνε να εξηγεί ο άλλος, «μόλις μπεις Αθήνα ακολουθείς την πινακίδα για την τάδε Έξοδο και στην Αττική πας από εκεί, στο τρίτο φανάρι δεξιά» και τέτοιες αρλούμπες, έφευγε ο μπάτσος και γελούσε μόνος του. «Κατάλαβες, ρε, τι σε είπε», ρωτούσα, κι απαντούσε ο Βασιλάκης «ιδέα δεν έχω τι με είπε, αφού θα ακολουθούμε τα πούλμαν». Κατέβηκα, πρόλαβα να δω όποιον ήταν να δω στην από ‘δώ μεριά των διοδίων αλλά όπως πήγαινα για την από ‘κεί σφύριξε ο αρχιόργανος και άρχισε η κάθοδος των αγριεμένων θεριών. Βρουμ-βρουμ οι μηχανές, εγώ ανάμεσα σε πενήντα λεωφορεία να προσπαθώ να μην με πατήσουν αλλά να χαιρετάω και γνωστές φάτσες όποτε έβλεπα από κανέναν, με μπέρδεψαν και οι πινακίδες που φέτος έγραφαν «ΜΑΟ-ΜΑΟ» και «ΟΡΚ» και τέτοια χαριτωμένα, στην προηγούμενη έγραφαν «ΖΟΥΛΟΥ» και ήξερες, είναι Δραμινοί, ασούμε, τώρα όλοι το ίδιο, με ζόρισαν. Έφαγα σκόνη, έτρεξα στο αυτοκινητοβανάκι, φύγαμε από πίσω τους.

Εντωμεταξύ, από τη μεριά μου το βανάκι δεν είχε πόρτα. Δηλαδή σε ενδεχόμενο πέσιμο θα έβγαινε πρώτη η Σοφία, μετά η Άννα, και, αν, λέμε τώρα, αν άφηναν αυτές οι δύο κανέναν όρθιο, θα έβγαινα κι εγώ να τον αποτελείωνα. Αλλά δεν χρειάστηκε να κατεβούμε, οι μπάτσοι είχαν κάνει διασκευή στο παραδοσιακό άσμα σε «μπάτσοι πιάστε τα γιοφύρια, μάγκες κλάστε μας τ’ αρχίδια» και σε κάθε γέφυρα είχε από ένα περιπολικό. Άδικη συμπεριφορά προς τον Λαό του ΠΑΟΚ, που του απέκλεισαν κάθε δυνατότητα επαφής με τον πολιτισμένο, αθηναϊκό λαό, ο οποίος επί τρεις μέρες προσπαθούσε να προσεγγίσει τους Παοκτσήδες που έκαναν βόλτες στην πόλη τους, να δουν από κοντά αυτό το μαγικό φαινόμενο πώς πετάνε στην άσφαλτο της Ομόνοιας και της Ζήνωνος και της Βερανζέρου και της Μενάνδρου και του Συντάγματος και της Σταδίου και της Πανεπιστημίου και της Καραϊσκάκη, επειδή πόδι Παοκτσή δεν πάτησε τρεις μέρες στην πρωτεύουσα, όλοι πετούσαν, φορούσαν Air Jordan, να, αστείο που το λες σε πιτσιρικά και σε κοιτάει σαν μαλάκας, πού να το πιάσει με τα Air Jordan, πρέπει να εξηγείς. Κι όπως πιάνεις το τελευταίο κομμάτι, βλέπεις τα ταβερνάκια και τα φαστφουντάδικα που πουλάνε την τοπική σπεσιαλιτέ σουβλάκι με καλαμάκι κι απ’ έξω ο Γιώργος, ο Αλέξανδρος, κάτι χιλιόμετρα από το γήπεδο, ρε σεις, τι κάνετε εδώ, ε, πίνουμε, τρώμε, ετοιμαζόμαστε. Όλα ασπρόμαυρα, στη σειρά, το είχανε κάνει Τούμπα οι κάγκουρες αλλά σε μεγαλύτερη εμβέλεια γύρω από το ΟΑΚΑ, ο Λαός του ΠΑΟΚ μπεκρόπινε και γέμιζε την κοιλιά του, ο Λαός του ΠΑΟΚ στην Αθήνα που πείναγε και τραγούδαγε και έπιναγε και μαστούρωναγε από νωρίς. Κάπου στο βάθος, ακούγονταν δακρυγόνα.

Τρώγοντας κλομπ στην πλάτη και τα πόδια και δεχόμενος πέτρες από τους απέναντι όπως έμπαινε στο ΟΑΚΑ για να θαυμάσει τον Τουρσουνίδη, τον Λαγωνίδη και τον Μαγκντί, ο Βασιλάκης αποκλείεται να φανταζόταν τον εαυτό του τρεις δεκαετίες αργότερα να μπαίνει άνετος και χαλαρός στην περίμετρο του Ολυμπιακού Σταδίου και, σε έναν χώρο όπου μπορεί να παρκάρει μια ολόκληρη πόλη, να φωνάζει σε έναν που το σκεφτόταν «φιλαράκι, φεύγεις»; Το τηλέφωνο δεν έπαυε να χτυπάει, «πού είστε, πού παρκάρατε», έδωσα στίγμα «στο τρίτο πλατάνι, όπως μπαίνεις» και όποιος το βρήκε με βρήκε. Οι Πανελλήνιοι αναρωτιούνταν σοβαρά, δηλαδή οι τύποι πραγματικά είναι από άλλον πλανήτη, «οι μικρές πού είναι» και δεν δέχονταν την εξήγηση «ε, δεν είναι για τέτοια ματς ακόμα». Και μετά αναρωτιούνται μερικοί γιατί κρατάνε ενώ τους την πέφτει όποιος μιλάει με «ρώταγα» και «πέταγα», αλλά να τους ακουμπήσει δεν μπόραγε ποτέ. Το κλασικό σκηνικό, με τις βολτίτσες, τις μπυρίτσες, τα σούρτα-φέρτα των ασπρόμαυρων κάγκουρων στο χαλίκι που ο Πατούλης μπορεί να έχει φτιάξει σπίτι από χρυσάφι αλλά ο Δήμος του ακόμα στην Εποχή Του Χαλικιού έχει μείνει, τα λουλούδια και τα χόρτα της περιοχής ξαναποστίστηκαν με Παοκτσήδικο DNA για να συνεχίσουν να μυρίζουνε ΠΑΟΚ και για τα επόμενα χρόνια, αν και, όπως πάει, φαίνεται πως θα τα ποτίζουμε συχνά από ‘δώ και πέρα.

Και φτάνουμε στην πιο σημαντική στιγμή της εκδρομής, που τη σχεδιάζω εδώ και χρόνια αλλά όλο μου ξεφεύγει. Γιατί μπορεί ο κάθε τυχαίος Βιεϊρίνια να τραβάει ένα σουτ και να βάζει ένα γκολ σε τελικό και να σηκώνει το Κύπελλο και να χορεύει με τον κόσμο και να ανεβαίνει στα δοκάρια και να τριγυρνάει με το σώβρακο και να κάνει δηλώσεις που τον φέρνουν πάνω και από τον ίδιο τον Γκαρσία για μερικούς και να γίνεται ο απόλυτος ήρωας της χρονιάς, αλλά άσε μας, ρε Αντελίνο, σπουδαίο πράμα έκανες, ασούμε, τράβηξες εκεί πέρα ένα βρωμόσουτο της πλάκας, βρήκε φάλτσα ή σφάλτσα ανάλογα την ηλικία που έχει αυτός που το λέει, έπεσε στον γάμο του Χιμένεθ ο τερματοφύλακας, ντάξει, σιγά το γκολ, ασούμε, το έβαζα κι εγώ αν με άφηναν να το εκτελέσω, δηλαδή χεστήκαμε κι ο Μπάρκας έγειρε, αλλά ποιος έχει το ψυχικό σθένος, την τόλμη, την παλικαριά, τη γενναιότητα, τα αρχίδια, θα έγραφα, αλλά επειδή ενδεχομένως να μας διαβάζουν ανήλικοι δεν θα γράψω τη λέξη «αρχίδια», που να σημειώσω εδώ πέρα πως έχω την άποψη ότι πρέπει να γράφεται με ύψιλον, δηλαδή «αρχύδια», όπως ο «κώλος» γράφεται με ωμέγα, «οπτική γραφή», που λένε, δηλαδή δεν το λένε, εγώ το εφηύρα με μια φίλη, την Αφροδίτη, καλή της ώρα που μου είχε γράψει τόσα σιντί κάποτε και με σύστησε στη σκληρή φολκ, τον Ντιβέντρα και τις Κοκορόζι, αλλά ούτε «αρχίδια» θα γράψω ούτε «αρχύδια», θα γράψω «καρύδια», ορίστε, τα «καρύδια» με ύψιλον, όπως πρέπει, κανείς δεν έχει τα καρύδια να το επιχειρήσει, μόνο εγώ. Μόνο εγώ. Η απόλυτη μαγκιά της ημέρας, τέσσερα νερά παγωμένα αποβραδίς σε μια σακούλα ισοθερμική που φτάσαμε Αθήνα κι ακόμα ο πάγος ήταν άθικτος μέσα, γιατί τους το είχα πει, παίδες, αυτό το ματς θα τελειώσει στις δώδεκα παρά πέντε, θα πάμε στα πέναλτι, θα τους κερδίσουμε μηδέν-τρία αλλά στη ρουλέτα, θα πιάσει και τα τρία ο Πασχαλάκης, θα χρειαστούμε νερό, πολύ νερό, μια ζωή στις εκδρομές από Αθήνα αυτό είναι το πρόβλημα, το νερό, όλα κλειστά στην επιστροφή και παρακαλάς για καμιά μπόρα στον δρόμο να βγεις από το παράθυρο να ανοίξεις το στόμα να δροσιστείς.

Ταξιδεύαμε με ένα εισιτήριο καβάτζα. Είχα ενημερώσει τα πούλμαν, αν κάποιος δικός μας μπατιράκος βρίσκεται σε έλλειψη να του το δώσουμε στα διόδια, αλλά εντωμεταξύ είχε επικοινωνήσει κάποιος στο ίνμποξ και μου είπε πως από φράγκα δεν είναι καλά αλλά ψάχνει. Δεν ήρθε στο τρίτο πλατάνι, όμως, ο άγνωστος φίλος, τον περιμέναμε καμιά ώρα, μπήκαμε και μου έμεινε το εισιτήριο στο χέρι. Λίγα μέτρα πριν τα εξονυχιστικά μέτρα, που πήραν την ονομασία τους από τον μπάτσο που σε πατάει εκεί στην πόρτα και σε ξενυχιάζει, είδα ένα σιδερένιο σκαλάκι. Γονάτισα, έχωσα το έξτρα εισιτήριο από κάτω, το έκρυψα στα χορτάρια. Έβγαλα τρεις φωτογραφίες, μία από πάνω, μία από μπροστά, μία από πίσω, τις έστειλα στον τύπο και του είπα «το εισιτήριό σου είναι εδώ πέρα, κρυμμένο, πάρ’ το και μπες». Δεν μου απάντησε ακόμα, δεν ξέρω αν το βρήκε ή αν θα το μαζέψουμε του χρόνου στον επόμενο τελικό -ελπίζω με την ΑΕΛ, που φέτος την ήθελα αλλά μας ξέφυγε.

Ένα πράγμα που έμαθα πολύ σημαντικό για τη ζωή μου ολόκληρη ήταν στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, όπου είχα εργαστεί για δύο περιόδους στα δεκαοκτώ και τα δεκαεννιά μου: Το βλέμμα του ανθρώπου που κάνει κάτι σημαντικό. Μας είχανε βάλει σε ένα απόμερο σιδερένιο τοπίο, με φτυάρια, καρότσια και κομπρεσέρ και μας είχανε πει «σκάβετε, γεμίζετε και αδειάζετε τα χημικά εκεί πέρα». Οπότε, στεκόμασταν με τα φτυάρια παρά πόδα και το κομπρεσέρ έτοιμο κι όποτε περνούσε κάποιος κάναμε πως φτυαρίζουμε, με βλέμμα ανθρώπων που κάνουν κάτι σημαντικό. Κανείς δεν μας είπε ποτέ τίποτα. Το δοκίμασα και στον στρατό, όπου μπορούσα να διασχίσω ολόκληρο στρατόπεδο στο οποίο έπεφταν καμπάνες ακόμα κι αν κοιτούσες περίεργα, με το βλέμμα του ανθρώπου που κάνει κάτι σημαντικό και δεν μου μίλησε άνθρωπος, από δεκανέα ως διοικητή -σεβασμός στο βλέμμα. Το κάνω γενικώς, σε δουλειές, περίεργες καταστάσεις, ενώ μάλλον όσα έχω γλιτώσει από ματατζήδες οφείλονται κυρίως στο βλέμμα, σου λέει αυτός κάπου πάει, κάτι έχει σημαντικό να κάνει, άσ’ τον να περάσει. Το έκανα και στην είσοδο: Κοίταξα την πρώτη μπατσίνα με το βλέμμα του ανθρώπου που κάνει κάτι σημαντικό, φώναξα στην Άννα «έλα εδώ, στην κυρία, να σε ψάξει», την έψαξε και μετά της είπα, πολύ σοβαρά και δίχως να χαλάσω το βλέμμα: «Σε παρακαλώ, δες εδώ πέρα τα νερά γιατί τα κουβαλάω τόσα χιλιόμετρα». Και σκύβει η όργανο, τα βλέπει, και μου λέει το αναπάντεχο «θα πρέπει να αφαιρέσετε τα πώματα» και παθαίνω ένα προσωρινό μπλακάουτ, επειδή εμείς στο χωριό μας πώματα δεν έχουμε, καπάκια τα λέμε, επανήρθα γρήγορα, ευτυχώς πριν αποσυντονιστώ και χάσω το βλέμμα, «εννοείται», της λέω, βγάζω ένα πώμα, δύο πώματα, τρία πώματα, κοιτάζει την επόμενη χούλιγκαν που πρέπει να ψάξει, σηκώνω τη σακούλα με τα νερά και ξεκινάω για μέσα. «Ευχαριστώ», της φωνάζω, δεν απαντάει, κοιτάζει κάπως περίεργα. Και μπαίνω, με το καπάκι στο ένα νερό, δίχως να με έχει ψάξει κανείς και δίχως να έχουν διασταυρώσει την ταυτότητά μου, που η ΠΑΕ ΠΑΟΚ το είχε τονίσει πολλές φορές, «να έχετε ταυτότητα ή διαβατήριο», λογικά με την Αθήνα είμαστε στη Συνθήκη Σένγκεν και μπορείς να ταξιδέψεις και με ταυτότητα, δηλαδή από δεκαεφτά χιλιάδες ανθρώπους που οι μπάτσοι τους έλεγξαν την ταυτότητα ή το διαβατήριο, ήμουν ο μοναδικός που μπήκε χωρίς έλεγχο. Έβλεπα δίπλα, τσέκαραν ονοματεπώνυμα, ζυγωματικά, ένας που είχε μουστάκι ενώ στη φωτογραφία της ταυτότητας ήταν ξυρισμένος και δεν έμοιαζε τον ανάγκασαν να το κόψει για να σιγουρευτούν πως είναι αυτός, τέτοια πράματα, πολύ αυστηρά. Γιατί αν η Ελληνική Αστυνομία θέλει, μπορεί. Το πώς πέρασαν τόσες στρακαστρούκες, κοφτάκια, καλάσνικοφ, μπουκάλια και τα σχετικά μάλλον θα πρέπει να το αναζητήσουμε στο ελικόπτερο που πετούσε από πάνω, από εκεί θα έπεσαν, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.

Έγινα, λοιπόν, ο πρώτος άνθρωπος που πέρασε νερό, και μάλιστα εναμισάρι, σε τελικό Κυπέλλου, με «πώμα». Δηλαδή με «καπάκι», για όσους δεν ξέρουν τόσο εκλεπτυσμένες λέξεις. Το σήκωσα πριν την έναρξη, με έβγαλε και η Άννα φωτογραφίες για όποιον με θεωρήσει υπερβολικό ή παραμυθά. Και στον καυγά που είχαμε στο αυτοκινητοβανάκι, που όλοι είχαμε εισιτήρια ζυγά, δηλαδή πάνω, ενώ εγώ ήθελα να μπω κάτω, δόθηκε η λύση σε δευτερόλεπτα: Μπήκαμε κάτω, σιγά μην τους ρωτήσω, μπήκα εγώ και ακολούθησαν -τους είχα προειδοποιήσει, αν πήγαιναν πάνω θα φώναζα από κάτω «έξω οι γούνες από το ΟΑΚΑ».

Ο Λαός τραγουδούσε, όπως πάντα, από νωρίς και ασταμάτητα. Οι απέναντι περίμεναν, μάλλον, τη ζωντανή σύνδεση της τηλεόρασης και το πιάσανε πριν την έναρξη. Όλα έδειχναν φυσιολογικά, μέχρι να μας χτυπήσει ο κεραυνός, στην πιο εμπνευσμένη παγίδα που έχει στηθεί από πέταλο προς απέναντι πέταλο: «Να ποιος είναι ο Ολυμπιακός». «Γαμιέται ο θρύλος κι ο Πειραιάς». «Και την επτά και την οκτώ». Και δέκα συνθήματα για τον Ολυμπιακό, απευθυνόμενα στους απέναντι. Μούγγα. Πεντάλεπτη, δεκάλεπτη, κάπου τόσο. Τι να απαντήσουν. Αν κάτι άλλαξε στο οπαδικό τοπίο φέτος, είναι πως, πλέον, η λέξη «Ολυμπιακός» θεωρείται και χρησιμοποιείται ως βρισιά, ως πρόστυχη λέξη, σε λένε «γαύρο», σε κατηγορούν πως «κάνεις σαν Ολυμπιακός» και τρελαίνεσαι. Επίσημα, πια. Κι όταν αποκαλείς βρίζοντας, εν χορώ, την απέναντι κερκίδα και την απέναντι ομάδα ως «Ολυμπιακό» οι απέναντι εγκλωβίζονται στην παγίδα, δεν έχουν τι να σου πουν. Να αντιδράσουν; Σημαίνει πως είναι όντως γαύροι. Να μην αντιδράσουν; Σε αφήνουν να φωνάζεις μόνος σου. Win-win, εξαιρετική η έμπνευση από όποιον την είχε, πήραμε την κερκίδα νωρίς φέτος, δεν χρειάστηκε να περιμένουμε ένα ημίχρονο. Εδώ που τα λέμε, τέτοια κερκίδα που είχαμε, ίσως την καλύτερη μαζική κερκίδα στην Αθήνα που έχω να θυμάμαι από πάντα, δεν θα περίμενα κάτι διαφορετικό. Ακόμα και το πορομπομπόπ να είπανε, εμείς δεν το ακούσαμε, τόσο δυνατά φωνάζαμε και τόσο συγκροτημένα, που το πορομπομπόμ όταν το λένε ακούγεται μέχρι την Ευελπίδων.

Ο τελικός ήταν ένα ντέρμπι για όποιον τον έζησε από μέσα και ένα εύκολο, σίγουρο ματσάκι για τους τηλεθεατές. Σούταρε ο Αραούχο κι εμείς νομίζαμε πως έγλειψε το δοκάρι και στην τιβί έβλεπαν οι άλλοι πέντε ριπλέι που η μπάλα έψαχνε περιστέρια, έτσι πάει με το άγχος μέσα στο γήπεδο, όλα τα βλέπεις επικίνδυνα. Ουσιαστικά, δεν κινδυνέψαμε ποτέ, αλλά στην κερκίδα το άγχος και το ζόρι δεν μας επέτρεπε να το αντιληφθούμε. Γκρινιάζαμε για τον Λουτσέσκου, «του έχει κάνει ματ ο Χιμένεθ» και τέτοια, «μόνο ο Πρίγιοβιτς τρέχει κι αυτός τρέχει μόνος του», «να δεις που θα μας βάλουν ένα κωλόφαρδο και θα το χάσουμε και πώς γυρνάμε». Κι αν είσαι στο σπίτι, μέχρι που αλλάζεις κανάλι από τη βαρεμάρα, που το βλέπεις το έργο, δεν έχει σωτηρία η ΑΕΚ, τους έχουμε πατήσει από το πρώτο λεπτό. Μέχρι και τα πρεζάκια κατάλαβαν ότι κερδίσαμε, στις καθυστερήσεις, άκουσαν το «γκολ» από τους αεκτσήδες στο πέναλτι, είπαν «ένα-μηδέν, να πούμε», πανηγύρισαν στο φάουλ του Βιεϊρίνια, «ένα-ένα, πάει για παράταση», έζησαν ατάραχοι το γκολ της νίκης στο τέλος, όλοι ευχαριστημένοι. Δεύτερος τελικός στην Αθήνα εναντίον αθηναϊκής ομάδας με ξένο διαιτητή, δεύτερο Κύπελλο.

Στα σχεδόν τριάντα χρόνια που τρέχω στα γήπεδα, τέτοια απόλυτη καύλα δεν έχω ζήσει. Δεν χρειάζεται μεγάλη ανάλυση: Κύπελλο μέσα στην έδρα του αντιπάλου, μέσα στην έδρα του συγκεκριμένου αντιπάλου με όσα έχουν προηγηθεί, με άνετη επικράτηση στο χόρτο, με τριήμερες εορταστικές εκδηλώσεις στο κέντρο της πόλης της έδρας του αντιπάλου, με καλεσμένους από άλλους πολιτιστικούς συλλόγους της πόλης του αντιπάλου, με ασταμάτητο γλέντι στην κερκίδα επί ώρες, με εκπληκτικό, ιστορικό, αξέχαστο τρολάρισμα από την αρχή, με Τσιλιπέπερς στα ηχεία από νωρίς που μου επέτρεψαν να ρίξω και δυο-τρεις καλές καρεκλιές για το γούρι, με κρύο νερό, ρε φίλε, με καπάκι και πώμα και όλα κομπλέ, με δυο καρτέλες Μαλόξ κατανάλωση από την παρέα που ήμασταν οι μόνοι χωρίς χημικά δάκρυα και όταν έκλαιγαν όλοι στα δακρυγόνα εμείς θαυμάζαμε τον Αντελίνο να κάνει τον γύρο του θριάμβου από το 65’, όλα τέλεια, όλα τέλεια. Δηλαδή όχι όλα τέλεια, αλλά τόσο που πιο καλά δεν μπορούν να σου πάνε -είχε κάποιες ασχήμιες, είχε κάποιες ασέβειες, αλλά ντάξει, δεν μπορείς να τα έχεις όλα, αγγίξαμε το υπέρτατο.

Όταν έβγαινε από την Αθήνα συνοδεία κλούβας και έψαχνε τρόπο να τη χάσει για να κάνει πολιτιστικές περιηγήσεις στα Βόρεια Προάστια και να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη με σουβενίρ, ο Βασιλάκης δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του τριάντα χρόνια αργότερα να κάνει τον γύρο της Ανατολικής Αττικής για να βγει από την πόλη. «Από εδώ, να πούμε, καλά πάμε, άκου ρε τι σε λέω, μια χαρά έστριψες». Πήγαινε ο Ιορδάνης, δεν το γκάζωνε και πολύ για να απολαύσουμε το θλιμμένο Μαρούσι που δεν μπορούσε να απολαύσει τη Γιουροβίζιον επειδή όλη η πόλη αντηχούσε με το «ΠΑΟΚ, ΠΑΟΚ / Τρέμουν τ’ όνομά σου / Και στο πέρασμά σου / Τρέμει όλη η Γη / ΠΑΟΚ, ΠΑΟΚ / Άλλη τέτοια ομάδα / Σ’ όλη την Ελλάδα / Δεν θα ξαναβγεί», που παιζόταν στο ριπίτ, για περίπου 1926 φορές, έβλεπαν τα τραγούδια και δεν τα άκουγαν να ψηφίσουν, ήταν αναγκασμένοι να ακούνε τον ύμνο του ΠΑΟΚ όλο το Σαββατόβραδο και να ξυπνήσουν την Κυριακή σιγοτραγουδώντας «ΠΑΟΚ, ΠΑΟΚ, να-να-να-να-να-να», βλέπαμε τα όμορφα μπετά της Αττικής Οδού, τη Μεταμόρφωση, το Πολύδροσο, τον Γέρακα, την Παλλήνη, το αεροδρόμιο, τους λέω από πίσω «έτσι, ρε φίλε, δεκαεφτά χιλιάδες Παοκτσήδες βλάχοι ήρθανε και βλάχοι θα γυρίσουν Θεσσαλονίκη, μόνο εμείς θα δούμε τόσα τοπία, τόσα όμορφα μέρη, να, σε λίγο θα δούμε και θάλασσα, βγαίνουμε Πόρτο Ράφτη, να φάμε καμιά κουτσουμούρα πελαγίσια», διαμαρτύρονταν ο οδηγός και ο συνοδηγός, «άσε, ρε εξυπνάκια, μια χαρά πάμε από ‘δώ», άνοιξα το gps, άρχισε η όμορφη κοπέλα να διαμαρτύρεται, «στρίψτε αριστερά, στρίψτε αριστερά, στρίψε, ρε μαλάκα, σε λένε, ανάποδα πας, η Θεσσαλονίκη είναι από την άλλη», πείστηκε ο Βασιλάκης, αγύριστο κεφάλι ο τύπος, πείστηκε και ο Ιορδάνης που είχε πάρει το τιμόνι για την επιστροφή, είχε συνηθίσει είκοσι χρόνια στην Κύπρο, δεξιά του λες αριστερά πάει, αριστερά του λες δεξιά πάει, εκεί στο αεροδρόμιο βρήκαμε ένα ράνταμπαουτ που λένε στην Κύπρο και χωθήκαμε σε κάτι χωράφια, κάτι κοτέτσια, ο Λαός έβγαινε από Αθήνα κι εμείς μαθαίναμε τόσα πράματα, πώς έγινε και ξαναβρήκαμε την Αττική και πληρώσαμε πάλι διόδια, «συνέχισε ευθεία ως την Έξοδο 8», του είπα, αυτός δεν με πίστεψε, ρώτησε την υπάλληλο κι αυτή του είπε «συνέχισε ευθεία ως την Έξοδο 8» και από εκείνη τη στιγμή άλλαξα παρατσούκλι κι από «Ισοβίτης» έγινα «Πλοηγός» και με ακούγανε ως την επιστροφή, εκτός από την Κατερίνη που τους μπέρδεψα πάλι και κάναμε γύρες, αλλά τη βρήκαμε την πλατεία, βρήκαμε και νερό και πρίζα να φορτίσουμε, να δούμε τα γκολ στα βίντεο να καταλάβουμε κι εμείς τι ακριβώς έγινε.

Επτά το πρωί ξεφορτώσαμε τη Σοφία, φτάσαμε κι εμείς σπίτι μας, καθαρίσαμε το αυτοκινητοβανάκι από τα ψίχουλα του κrrrάνμπεrrri και των πτι-φουrrr γιατί εμείς δεν είμαστε τίποτα Μάο-Μάο, ανεβήκαμε και πέσαμε ψόφιοι. Ο Βασιλάκης θα πήγαινε να παραδώσει το νοικιάρικο με τον Ιορδάνη, ησυχία στο σπίτι, η γιαγιά στο πόδι, ο παππούς ξύπνησε να μας συγχαρεί, να σου και η Λιλιγκάνα μέσα στα κέφια, «μαμά, μπαμπά, φτιάξτε μου γάλα», άσε, θα σου φτιάξει γάλα η γιαγιά, εμείς πάμε για ύπνο. «Ύπνο; Μα μόλις ξημέρωσε»! Ο Νικολάκης και η Αννούλα δεν φαντάζονταν πως θα φτάσει μια μέρα που θα γυρίσουν μαζί από εκδρομή στην Αθήνα και θα υπάρχει κάποιος στο σπίτι που θα θέλει να τους κρατήσει ξύπνιους. Αλλά μέχρι να το σκεφτούν, ήδη ροχάλιζαν. Και το μεσημέρι που ξύπνησαν, κοιτάχτηκαν και είπαν το ίδιο πράμα: «Τι ζήσαμε, ρε φίλε. Τι ζήσαμε»!

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038