Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01

galoparΤον Οκτώβριο του 2016 έλαβα μια πρόσκληση να μιλήσω στο 1ο Φεστιβάλ Γκαλοπάρ, στην Αθήνα. Μου ζητήθηκε να συμμετάσχω σε μια ομιλία-συζήτηση με θέμα «το οπαδικό κίνημα στην Ελλάδα».

Να μιλήσω για την κατάσταση στην κερκίδα του ΠΑΟΚ. Είπα το «ναι», όπως θα έλεγα «ναι» σε οτιδήποτε έχει σχέση με το ζήτημα, ειδικά τα τελευταία χρόνια που οι οπαδοί έχουμε περάσει στο στάδιο των ντε φάκτο εγκληματιών επειδή απλώς υποστηρίζουμε μία ομάδα και θέλουμε να ταξιδεύουμε για να είμαστε κοντά της. «Τι ακριβώς να ετοιμάσω, ποιοι άλλοι θα είναι στο πάνελ», ρώτησα, αλλά όταν ήρθε η επίσημη ενημέρωση με έπιασε το άγχος, τόσο από τον τίτλο, όσο και από τους τρεις που θα είχα δίπλα μου.

Ο Μάνος Σαριδάκης θα παρουσίαζε τη μία πλευρά του ποδοσφαίρου, δηλαδή του αμόλυντου, ερασιτεχνικού, αυτοργανωμένου παιχνιδιού που παίζαμε από πιτσιρίκια στα σχολεία και τις αλάνες και παραμένει μακριά από τη βρομιά της σύγχρονης διαφθοράς του ως μπίζνα, ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος και η Αλέκα Ζουμή θα μιλούσαν για την αντίθετη όψη, δηλαδή την εμπορευματοποίηση, τη μετατροπή του σε προϊόν και όλα όσα προκύπτουν από αυτή -ο Χρίστος σε γενικότερο, παγκόσμιο πλαίσιο και η Αλέκα ειδικά για την Ελλάδα, ως γνώστρια πολλών σχετικών παραμέτρων που έχει διερευνήσει. Εγώ, στη μέση, θα μιλούσα γι’ αυτούς που βρίσκονται στις κερκίδες. Για όσους νιώθουν φίλαθλοι, οπαδοί, θεατές, καταναλωτές, ανάλογα με τον τρόπο που συμμετέχουν. Ο τίτλος ήταν βαρύς: «Γήπεδα, οπαδικό κίνημα, επιχειρηματίες, μπίζνες: Δύο κόσμοι σε ενότητα ή δύο κόσμοι σε ρήξη»;

«Ρε Γιάννη», είπα του Ανδρουλιδάκη που ήταν ο άνθρωπος που με είχε καλέσει, «τσάμπα θα έρθω. Πριν τον Χαραλαμπόπουλο δεν πρόκειται να μιλήσω επειδή θα τον νιώθω δίπλα μου και θα μου κόβεται η ανάσα, μετά τον Χαραλαμπόπουλο δεν πρόκειται να μιλήσω επειδή θα τα έχει πει όλα». Γέλασε. «Αλλά και να μιλήσω, έτσι που βάλατε τον τίτλο δεν μπορώ να πω πάνω από τέσσερις λέξεις, ως γηπεδικός οπαδός του ΠΑΟΚ. Δύο κόσμοι σε ρήξη. Για ΠΑΟΚ μιλάμε, δε χρειάζεται να τ’ αναλύσουμε, ποτέ δε θα υπάρξει ενότητα ανάμεσα σε επιχειρηματίες και Παοκτσήδες, ανάμεσα σε μπίζνες και καγκουριά». «Εντάξει, μωρέ, έλα και πες ό,τι θες, σε εμπιστεύομαι».

Με βάλανε στην πρώτη συζήτηση του πρώτου Φεστιβάλ, δηλαδή κάνανε πρεμιέρα με τα μούτρα μου. Κάποια στιγμή βγήκαν και οι αφίσες, τις οποίες κόλλησαν σε όλη την Αθήνα και έγραψαν δίπλα στο όνομά μου «isovitis.gr, συνδεσμίτης ΠΑΟΚ», να το δουν όλοι πως ένα απόγευμα κάποιος γνωστός Παοκτσής θα βρίσκεται εδώ στο κέντρο, στην Πλατεία Ψυρρή, σε ένα θεατράκι και θα μιλάει δημόσια για τον ΠΑΟΚ. «Θα έχουμε περιφρούρηση», είπε ο Ανδρουλιδάκης. «Δε φοβάμαι, ρε μαλάκα, αλλά μετά από εμένα έχει συζήτηση για το προσφυγικό, μία ο Παοκτσής, μία οι πρόσφυγες, οι γαύροι έχουν σύνδεσμο εκεί παραδίπλα, μπορεί να σας το κάνουν μπουρδέλο το Φεστιβάλ». «Ας έρθουν. Θα μάθουν και πέντε πράματα, τόσα ενδιαφέροντα θα πούμε».

Εγώ δεν είχα ξαναμιλήσει δημοσίως. Μια φορά στο Λύκειο για την επταήμερη ως Πρόεδρος της τάξης μπροστά στο σχολείο, στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων και όσες φορές αγόρευα στα πούλμαν για να πείσω τους συνταξιδιώτες να επιστρέψουν κλεμμένα πορτοφόλια ή να βγάλουν από ένα κατοστάρικο ο καθένας να συμπληρωθεί η εκδρομή και να φύγουμε για το γήπεδο. Αλλά να κάθομαι σ’ ένα πάνελ και να μιλάω και να με ακούει κόσμος από κάτω δεν το ‘χα, δεν ήξερα πώς θα είναι. Προσπάθησα να γράψω μια ομιλία, χαλάστηκα, τα παράτησα. Σημείωσα λίγες λέξεις, στο τετραδιάκι που μου είχε κάνει δώρο ο Μισαήλ, Σ.Φ. ΠΑΟΚ Μυτιλήνης, αυτό κουβάλησα μαζί μου, ένα μπλοκάκι που σε μια του σελίδα έγραφε μια μικρή λίστα με θέματα. Το έχασα, δεν τα θυμάμαι όλα όσα σημείωσα. «Μπίζνες». «Μετακινήσεις». «Ιδιώνυμο». «Μπάτσοι». «Κάρτα φιλάθλου». «Αδελφοποιήσεις». «ΑΡΔ υποκινητές επεισοδίων». «Κοντονής». «Σύνδεσμοι». «Σαββίδης, Αλαφούζος, Μαρινάκης, Μελισσανίδης». «Όργουελ». «Αυτά που μας χωρίζουν είναι αυτά που μας ενώνουν», έγραφα στο τέλος, από φόβο μην ξεχάσω και δεν το πω. Από κάτω, το ακροατήριο θα ήταν αντίπαλοι. Πέντε φίλοι ήρθαν από τον Πανελλήνιο, τόσους ενημέρωσα, δεν ήθελα να έχω δική μου κερκίδα. Κάθισαν μπροστά, πρώτη θέση, να τους βλέπω σε όλη την ομιλία.

Αυτά που ήθελα να πω ενδεχομένως να έχουν μεγάλη διαφορά με αυτά που τελικά είπα. Ο Σαριδάκης είχε ορίσει την κόκκινη γραμμή σχετικά με το πού τελειώνει το χόμπι και πού αρχίζει η μπίζνα, ο Χαραλαμπόπουλος πυροβολούσε ακατάπαυστα με μία συνηθισμένη του ομιλία όπου έδωσε απαντήσεις σε κάθε ερώτημα που μπορεί να έχεις για το σύγχρονο ποδόσφαιρο, ακόμα κι αν δεν το είχες σκεφτεί. Η Ζουμή δε μίλησε, κάτι της έτυχε. Τη στιγμή που ο Χρίστος εκστόμισε τη λέξη «Όργουελ» του την έδειξα στο μπλοκάκι μου και γέλασε -είχαμε κοινή οπτική για μερικά πράγματα που συμβαίνουν στην πλάτη του ποδοσφαίρου, στην πλάτη των οπαδών, που μετατρέπονται σε πελάτες, καταναλωτές, τηλεθεατές, χειροκροτητές που πληρώνουν για δύο ώρες έτοιμης, προκατασκευασμένης ψυχαγωγίας και όχι για να βιώσουν ένα συναίσθημα που απαιτεί από αυτούς να το γεννήσουν οι ίδιοι. Όσο μιλούσε ο Χρίστος μου κόλλησε το «Vicarious» των Tool και δε μου έφευγε από το μυαλό επί μέρες μετά. «I need to watch things die from a good safe distance / Vicariously I live while the whole world dies».

Οι απόψεις μου για το σύγχρονο οπαδικό κίνημα, από την εμπειρία μου στην ασπρόμαυρη κερκίδα τα τελευταία είκοσι οκτώ χρόνια αλλά και από όσα μπορώ να αντιληφθώ για τις κερκίδες των αντιπάλων, έχουν αναλυθεί στο blog μου με διάφορους τρόπους και με αμέτρητες αφορμές τα τελευταία τριάμισι χρόνια που το λειτουργώ. Συνεπώς, κάποιος που με διαβάζει δε χρειάζεται κάποια νέα ανάλυση -ωραία τα στάτους για να περνάμε την ώρα μας, αστεία τα memes, όμορφες οι ιστορίες από το παρελθόν αλλά έχουμε ένα παρόν κι ένα μέλλον να αφήσουμε στους επόμενους. Θα σταθώ σε τρία σημεία της ομιλίας, τόσο επειδή τα θυμάμαι χαρακτηριστικά όσο και επειδή προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση μετά την εκδήλωση, ανάμεσα σε οπαδούς όλων των ομάδων που ήρθαν και με βρήκαν και τα λέγαμε μέχρι το βράδυ, μαζί με δύο κυρίες που είχαν έρθει να ακούσουν για το προσφυγικό αλλά εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από όσα άκουσαν για το ποδόσφαιρο που έμειναν στην παρέα μας και συμμετείχαν με μάτια που έλαμπαν -η μία χαρακτήρισε την περίσταση ως «δεν είχαμε ιδέα πως υπάρχει αυτός ο παράλληλος, θαυμαστός κόσμος ανάμεσά μας». Αυτή η κουβέντα μετά, παρεμπιπτόντως, μου έδωσε περηφάνια και μ’ έκανε να χαμογελάω για καιρό, ακούγοντας πώς μας αντιμετωπίζουν οι Αθηναίοι αντίπαλοι και τι γνώμη έχουν για μας, επαναπροσδιορίζοντας το «Παοκτσής» όπως είναι πραγματικά, στα πέταλα των γηπέδων και όχι στις χωματερές της ανθρώπινης υποκρισίας που ονομάζονται social media -όποιος Παοκτσής ήταν παρών σ’ αυτήν τη μεγάλη κουβέντα έφυγε ψηλότερος δέκα πόντους.

Στο βασικό ερώτημα της συζήτησης απάντησα επαναλαμβάνοντας σκέλος του τίτλου: «Για τον οπαδό, τον πραγματικό οπαδό του ΠΑΟΚ, που ζει στην κερκίδα και ξεκουράζεται ανάμεσα στους αγώνες περιμένοντας τον επόμενο, το ερώτημα δεν θα μπορούσε να απαντηθεί διαφορετικά. Ο Παοκτσής ήταν, είναι και θα είναι σε ρήξη με κάθε μορφής διοικητική κατάσταση, επειδή ο ρόλος του είναι φύσει αντιδραστικός. Ο Παοκτσής ελέγχει τη διοίκηση, περιφρουρεί στεγανά που δεν πρέπει να αγγιχτούν από τον φορέα που ασκεί διοίκηση κάθε φορά, επιβραβεύει ή απορρίπτει κακές επιλογές. Στο τέλος, διαχρονικά, ξεφορτώνεται όποιον δεν έχει να δώσει κάτι πραγματικά θετικό στην ομάδα και ψάχνει τον επόμενο. Παντελάκης, Σαββίδης, Βουλινός, Μπατατούδης, Γούμενος, Ζαγοράκης, Βρύζας -όλοι έφυγαν με φωνές, οι περισσότεροι έφυγαν με πέτρες. Ζώντας σήμερα την εποχή του Σαββίδη, ο Παοκτσής παραμένει στη θέση του, ελέγχει, περιφρουρεί, επιβραβεύει, απορρίπτει, αλλά είναι εκεί, παραμένει ιδιοκτήτης της Ιδέας ΠΑΟΚ και δεν την παραχωρεί, δεν την απαξιώνει ώστε να πωληθεί φτηνά, θα διατηρήσει τον διοικητή της ΠΑΕ για όσο χρονικό διάστημα καλύπτει τις βασικές απαιτήσεις του ρόλου του και θα τον χάσει όταν αρχίσει να κάνει κακό. Ο Παοκτσής δεν θα αδικήσει ποτέ και θα κάνει στην άκρη προσωπικές πεποιθήσεις ή πολιτισμικές διαφορές μαζί του: Αν ο Σαββίδης συνεχίσει να προσθέτει θετικότητα, μπορεί να παραμείνει για πάντα.

Σε ερώτημα για την κατάσταση στον Ολυμπιακό και την ΑΕΚ, το οποίο εξέλαβα ως κάπως προβοκατόρικο, απάντησα με κάτι που δεν ξέρω αν άρεσε στο δικό μας κοινό. Είπα (επειδή το πίστευα και επειδή συνεχίζω να το πιστεύω) πως η κερκίδα του Ολυμπιακού και η κερκίδα της ΑΕΚ δεν αποτελείται από υπαλλήλους και υποτακτικούς των προέδρων τους. Η κερκίδα του Ολυμπιακού δεν μπορεί να αποτελείται μόνο από ναζιστές και η κερκίδα της ΑΕΚ δεν μπορεί να αποτελείται μόνο από τραμπούκους -και οι δύο κόσμοι απλώς έχουν χάσει τη μάχη τους από μια πανίσχυρη μειοψηφία, υποχρέωσή τους είναι να αντεπιτεθούν και να ξαναπάρουν πίσω το χώρο τους στα πέταλα όπου θα έπρεπε να χοροπηδούν όλοι μαζί και όχι μόνο αυτοί που προσκυνούν τον πιο διεφθαρμένο άνθρωπο της σύγχρονης Ελλάδας ή αυτοί που προσφέρουν εκδούλευση για να εξυπηρετήσουν επιχειρηματικά σχέδια ενός μπίζνεσμαν που τους διέλυσε και τους εξευτέλισε αναγκάζοντάς τους να παίξουν σε μικρότερες κατηγορίες για δύο χρόνια. Ως αντιπαραβολή, χρησιμοποίησα το παράδειγμα πως εγώ, προσωπικά, μπορώ να γράφω ό,τι θέλω για τον Σαββίδη, να τον κοροϊδεύω, να τον ειρωνεύομαι, να εκφράζω τις αντιθέσεις μου και να συνεχίζω τη ζωή μου κανονικά, να πηγαίνω στο ίδιο σημείο στην Τούμπα, στο ίδιο σημείο στο Παλατάκι, στο ίδιο σημείο στη Μίκρα, στο ίδιο καφενείο, πάντα με τους ίδιους ανθρώπους και να μη μου λέει κανείς τίποτα -εφόσον έχω πείσει το κοινό μου πως όσα λέω έχουν πηγή στην καρδιά μου και δεν εξυπηρετώ κανέναν πέρα από το πονεμένο κεφάλι μου και την ασπρόμαυρη υπόστασή μου. Ο γαύρος ή ο αεκτσής που θα σηκώσει κεφάλι εναντίον του διοικητικού του ηγέτη θα βρει ένα μαύρο βανάκι το άλλο πρωί κάτω απ’ το σπίτι του, θα τις φάει μέσα στο Σύνδεσμο, θα εξοριστεί από το πέταλο ή το δωματιάκι, θα διαβάσει ανακοίνωση υποτιθέμενων αδερφών του πως «δεν ανήκει πλέον στην οικογένεια των οπαδών της ομάδας».

Κάποιος ρώτησε, με πραγματικό ενδιαφέρον, τι πιστεύω πως είναι αυτό που ξεχωρίζει τους Παοκτσήδες από τους υπόλοιπους οπαδούς. Σημείωσε εκ των προτέρων πως συμφωνεί και πως δεν με ρωτάει με πονηρή διάθεση: Όντως, οι Παοκτσήδες είναι διαφορετικοί, είναι πιο πιστοί, πιο φανατικοί, πιο αφοσιωμένοι στην ομάδα που υποστηρίζουν. Γιατί; Και, ομολογώ, ήταν η μοναδική ερώτηση που δεν περίμενα αλλά και δεν είχα τι να απαντήσω. Και σκέφτηκα μια παρομοίωση, κάτι που μου έκανε εντύπωση από τις πρώτες φορές που κατέβαινα Αθήνα για δουλειά και είχα συνδιαλλαγή με τον κόσμο που ζει στην πρωτεύουσα, την κουλτούρα της πόλης, τους ρυθμούς και την καθεμέρα της. Και είπα κάτι που ίσως να είναι αδόκιμο για τους περισσότερους αλλά για μένα ίσως να εξηγεί πολλά ανεξήγητα που έχω στο μυαλό μου από τις πρώτες μου κατεβασιές με τον ΠΑΟΚ.

«Στη Θεσσαλονίκη βγαίνω το πρωί να πάω τα παιδιά στο σχολείο και όπως τα έχω από το ένα χέρι με σταματάει η γειτόνισσα. Βλέπει μια μικρή πληγή που έχω στο πρόσωπο, αρχίζει το μοιρολόι. Αχού, τι έπαθες, βρε, ποπό ποπό, κάτσε, περίμενε να σε φέρω σπαθόλαδο, αμάν τι μας βρήκε, θα μολυνθεί και θα έχουμε άλλα, έχεις και δύο παιδιά, κάτσε ένα λεπτό να σε το φέρω. Κάνουμε δέκα μέτρα, άλλος γείτονας. Τι έπαθες, ρε γείτονα, να σε πάω στο νοσοκομείο που δεν έχεις αμάξι, αμάν συμφορά, ποπό ποπό, πρέπει να το δει γιατρός. Πιο κάτω κι άλλος. Έξω από το σχολείο οι άλλοι γονείς, οι δάσκαλοι, καλέ δεν παίζουν μ’ αυτά, έλα, πάρε το τηλέφωνο του αδερφού μου που είναι γιατρός, να τον πεις πως σε έστειλα να μη σε πάρει λεφτά. Και συνεχίζεται αυτό όλη μέρα, όπου κι αν πας στην πόλη όλοι ασχολούνται με την πληγή σου, σφίγγουν τα χέρια από την απελπισία, τρελαίνονται για το κακό που σε βρήκε, ψάχνουν τρόπους να σε βοηθήσουν, παίρνουν τηλέφωνα, σε καθησυχάζουν πως όλα θα πάνε καλά. Στην Αθήνα, βγαίνω από το σπίτι, σε βλέπω, μου λες πώς πάει, σου λέω πέθαναν οι γονείς μου, η γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Μου λες συλλυπητήρια και μετά μου αναλύεις για τα νέα μέτρα του δημάρχου για το πάρκινγκ, για τον καιρό και για την προαγωγή που πήρες στη δουλειά. Μετά συνεχίζουμε, ο καθένας για τη δουλειά του. Στο πρώτο παράδειγμα υπάρχει ο ορισμός της υπερβολής, στο δεύτερο παράδειγμα ο ορισμός της κυνικότητας. Ε, εμείς είμαστε το πρώτο παράδειγμα, σε όλα μας υπερβολικοί. Στον πόνο μας, στον πόνο του άλλου, στις σχέσεις μας, στην καθεμέρα μας. Άρα, είμαστε υπερβολικοί και με τον ΠΑΟΚ. Δεν αγαπάμε περισσότερο από εσάς, δεν παθιαζόμαστε περισσότερο από εσάς με την ομάδα μας, αλλά, επειδή είμαστε σε όλα υπερβολικοί, το κανονικό μας είναι δέκα φορές πιο έντονο από το δικό σας. Εσύ λες Ολυμπιακός, εγώ λέω ΠΑΟΚ και ακούγεται δέκα φορές παραπάνω. Και πονάω δέκα φορές παραπάνω. Και κλαίω και χαίρομαι και φωνάζω και τρελαίνομαι δέκα φορές παραπάνω. Γι’ αυτό έχεις δεκαπλάσιους τίτλους, για την ισορροπία -εγώ μπορώ να είμαι ευτυχισμένος με κάθε τίτλο όσο εσύ με δέκα δικούς σου. Κάπως έτσι».

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038