Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

spartaΕγώ δεν είχα τέτοια δυνατότητα επιλογής. Ερχόταν το Μίκυ Μάους στο χωριό κάθε Παρασκευή και απλώς προσευχόμουν να έχει το νέο τεύχος περισσότερο Ντόναλντ με τα ανίψια του, δηλαδή κωμωδία, και λιγότερο Μίκυ ή Μαύρο Πητ, δηλαδή αστυνομικό θρίλερ. Σχολούσε το Δημοτικό την τελευταία μέρα της εβδομάδας, ανέβαινα την ευθεία από το σχολείο ως το κεντρικό περίπτερο και περίμενα το ΚΤΕΛ που στις δύο παρά δέκα ή στις δύο και είκοσι πετούσε το μπογαλάκι με τα περιοδικά. Αν πετύχαινα την κοπέλα που τα έπαιρνε με το ποδήλατο για να τα πάει στο μαγαζί της που λειτουργούσε και ως πρατήριο Τύπου, άνοιγε επιτόπου τα τσέρκια και μου έδινε το Μίκυ Μάους και τη Βαβούρα, αλλιώς έπρεπε να περιμένω, καμιά φορά μία και δύο ώρες, μέχρι να φανεί. Τις Παρασκευές ήξεραν στο σπίτι πως μπορεί να αργούσα.

Δεν διάβαζα τίποτε άλλο. Ο Ποπάυ μου φαινόταν βαρετός, αν και τώρα που μεγάλωσα εκτιμώ πως κυκλοφορούσε δημοφιλές κόμικ με χαρακτήρες που πλακώνονταν για μια γκόμενα που έμοιαζε με ψάλτρια εκκλησιαστικής χορωδίας, ο ένας έπαιρνε κάποιο θαυματουργό χόρτο που τον έκανε σούπερ δυνατό, ο άλλος τραμπούκιζε σε κάθε ιστορία, ο παππούς όλη μέρα με το κρασί λιάρδα, ο χοντρός χλαπάκιαζε, ένα ηλίθιο μωρό, ένας γίγαντας, ενδιαφέροντα πρότυπα για τους νέους της εποχής. Μόνο Μίκυ Μάους και την εγγύηση γέλιου που λεγόταν «Βαβούρα», μέχρι να περάσω στα σκληρά μεγαλώνοντας, δηλαδή Αστερίξ, Λούκυ Λουκ, Ντρούνα, Εντικά, Μανάρα και τα λοιπά.

Η Χουλιγκάνα, όμως, είχε επιλογή. Ανεβαίνοντας για την Τούμπα από Κλεάνθους και ενώ την έχω πάρει από το ολοήμερο στις τέσσερις και πέντε, έχουμε τρέξει σπίτι να αφήσουμε τσάντες, να αλλάξουμε και να βάλουμε τα Παοκτσήδικα, να ξανατρέξουμε στη στάση, να πάρουμε το πρώτο αστικό, να πάρουμε το δεύτερο αστικό και μετά να περπατήσουμε ως το γήπεδο, μπήκα να πάρω τσιγάρα και την είδα που χαλβάδιαζε τα απλωμένα κόμιξ στην είσοδο. «Πάρε ένα», της είπα, «όποιο θες». «Έχω κάνει τα μαθήματά μου», επιβεβαίωσε. Έριξε μια ματιά, τα ψηλάφισε όλα με το χέρι, έφτασε στο «Ντόναλντ» και το έφερε στο ταμείο. Ναι, ρε φίλε, έχει περιοδικό «Ντόναλντ», σίγουρα πράματα, ούτε γελοία αστυνομικά σενάρια, ούτε Κακοί Λύκοι, ούτε αστυνομίες να συλλαμβάνουν τους δραπέτες και τα τοιαύτα. «Πόσο έκανε, μπαμπά», ρώτησε μετά, επειδή τώρα τελευταία έχουμε οικονομική συνείδηση, ξέρουμε πόσο αξίζει το χρήμα. 1,90 έκανε το περιοδικό. Φτηνό της φάνηκε, αν σκεφτείς πως με δύο ευρώ πήρε μετά πατατάκια στην Τούμπα και σχολίασε πως «τα έχουν πολύ ακριβά».

Μπήκαμε στο 14ο λεπτό και -τι έκπληξη- στο 14ο λεπτό φάγαμε το πρώτο γκολ από τις Τσέχες. Μέχρι να βρούμε τη θέση μας στη σκεπαστή, που έκατσα και θυμήθηκα όλες τις φορές που είδα ματς του ΠΑΟΚ από εκεί, είχε φτάσει στη σελίδα 10. Περπατούσαμε και διάβαζε και χαζογελούσε, όπως εγώ στην ηλικία της, που από το περίπτερο ως το σπίτι είχα διαβάσει το μισό Μίκυ Μάους και μετά στενοχωριόμουνα που δεν είχα αρκετό για την υπόλοιπη μέρα. Πρώτη φορά είχα πάει στην 3 στο (φερόμενο ως) στημένο ματς με τον Εθνικό το 1998, που τα μεγάφωνα είχαν πει «όποιος φίλαθλος επιθυμεί να αποφύγει τον ήλιο μπορεί να έρθει στη Θύρα 3, οι πόρτες είναι ανοικτές» κι εμείς κράζαμε ομαδικά και οι τριάντα στη Θύρα 4 ρε σας έχουμε γραμμένους στα παπάρια μας ρεεε, το στήσατε ρεεε, θα πεθάνετε όλοι ρεεε, Πι-Άλφα-Όμικρον και Κάπα-έχουν ιστορία αλλά είχε φύγει ο Βουλινός και το κόψαμε, μετά είχε πει ο Χρήστος «πάμε, ρε μαλάκα, έχω αρχίσει να ξεφλουδίζομαι» και πήγαμε. Μετά ξαναπήγα στα πλέι-οφ κάπου το 2010, δύο χρόνια πάνω-δύο χρόνια κάτω, που είχε τεράστιες ουρές απ’ έξω επειδή πουλούσαν και για το πρώτο ματς με την ΑΕΚ, εκείνο που είχε βάλει το μοναδικό γκολ ο Σταφυλίδης ή είχε σουτάρει ο Σταφυλίδης και κόντραρε σε κάποιον, δεν το ‘χω σίγουρο, αλλά και πακέτα για τα τρία των πλέι-οφ και για όλες τις Θύρες υπήρχε θέμα καθυστέρησης και γκρίνιαζε ο κόσμος, οπότε ο Παντελής που κουβαλούσε χρήμα γερμανικό ως αυθεντικός γκασταρμπάιτερ πήρε δύο εισιτήρια στην 3 επειδή ήταν το πιο εύκολο και μπήκαμε στην 3 μετά από ώρα, ψάχναμε την είσοδο, δεν υπήρχε, χρειάστηκε να ρωτήσουμε από πού μπαίνεις στην 3 και μας πήρανε για χανούμια -είκοσι χρόνια πήγαινα στην Τούμπα και ποτέ δεν είχα μάθει πώς μπαίνεις στη σκεπαστή. Μετά κέρδισα το εισιτήριο της Νόβα και με βάλανε στην 3 να δω πρώτη μούρη την μπουνιά του Ινσαουράλδε και ένα ματς με Αστέρα που έβγαλε ο Φώτης στην 3 πριν με ρωτήσει, επειδή σκέφτηκε πως για πρώτο ματς της Χουλιγκάνας στην Τούμπα καλό είναι να πάμε «κάπου ήσυχα». Αυτά είναι τα ματς που είδα από τα «επίσημα» στη ζωή μου, συν τα γυναικεία που δεν ανοίγουν άλλες θύρες και δεν έχω ευθύνη γι’ αυτό, τι να κάνουμε, παραπονιόταν η Χουλιγκάνα χθες πως θέλει να πάει στην 4 αλλά δεν επιτρεπόταν. Ρώτησε «δηλαδή αν μπω εδώ από τα κάγκελα τι θα γίνει», δεν της απάντησα.

Η διαφορά που έχουμε από τις άλλες ομάδες στο Τσάμπιονς Λιγκ είναι η διαφορά που έχουμε από τις άλλες ομάδες στο ελληνικό Πρωτάθλημα. Ίσως και λίγο μεγαλύτερη. Όπως κάνουμε εμείς πλάκα στις Αμαζόνες και τον Άρη Θεσσαλονίκης και την Ολυμπιάδα Υμηττού, έτσι μας κάνουνε πλάκα οι ξένες όταν μας βρίσκουν μετά τους ομίλους. Σημασία έχει η συμμετοχή, κάτι τέτοιο. Μετρήσαμε πέντε φορές, παρακαλέσαμε την Παοκάρα να βάλει ένα γκολ, τη χειροκροτήσαμε στο τέλος, αυτό ήταν, του χρόνου πάλι. Πρότεινα να φωνάξουμε «βαριά του ΠΑΟΚ η φανέλα» ή «κοπρόσκυλα», αλλά δεν ήμασταν σίγουροι πως οι παίκτριες θα καταλάβαιναν το χιούμορ και δεν το κάναμε -αν είχαμε παράπονα απ’ αυτές, θα έπρεπε να παίρναμε το βραβείο αχαριστίας. Αλλά, ρε φίλε, τις βάζουν να παίξουν στην Τούμπα στα ευρωπαϊκά που χάνουμε και δεν τις βάζουν στο Πρωτάθλημα, να αράζεις απέναντι στον πίνακα και να γουστάρεις, τώρα στην Τριανδρία όλο μετράμε το σκορ, πόσο είναι, ρε μαλάκες, έξι ή εφτά, αν δεν έχει καμία μαμά τριγύρω που σημειώνει στο μπλοκάκι της φεύγουμε με άγνοια και διαβάζουμε το τελικό σκορ στο σπίτι από το ίντερνετ.

Η Χουλιγκάνα στο μισό ματς κατουριόταν και στο άλλο μισό γκρίνιαζε για το αποτέλεσμα. «Φάουλ; Πάλι φάουλ, τι θα γίνει με τα φάουλ, όλο φάουλ», «εγώ δεν ήρθα σήμερα μετά το σχολείο για να χάσουμε», «τι τρία-μηδέν, να βάλουμε τέσσερα», «άμα δεν βάλει τη Δέσποινα θα χάνουμε συνέχεια» και τέτοια. Και ανά πέντε λεπτά «κατουριέμαι». Ζήσαμε το μύθο της επίσημης τούρκικης τουαλέτας στην Τούμπα, γιατί άλλο να πηγαίνεις οκτάχρονο στην τούρκικη τουαλέτα του πετάλου, άλλο στα επίσημα, συγκλονίστηκε το παιδί, ωωω, εδώ είναι υπερπολυτελείας, επιπέδου Τσάμπιονς Λιγκ η τρύπα, κατουράς και βγάζει αστεράκια και παίζει τον ύμνο Δε Τσάαααμπιονς. Στράβωσε μετά που τα πατατάκια ήταν πιο ακριβά από το περιοδικό, είχαμε θέματα.

«Είσαι σίγουρη πως αντέχεις να πάμε και σινεμά»; Κούνησε το κεφάλι, δεν τη γλίτωνα. Πριν μια βδομάδα είχα ψωνίσει πεντακόσια κιλά μακαρόνια, ρύζι και σάλτσες για να πάμε στην παράσταση «Ίκαρος Ποντίκαρος» όπου αντί για λεφτά πλήρωνες με τρόφιμα, αλλά έβρεχε και δεν πήγαμε, της υποσχέθηκα να πάμε τα τρόφιμα εμείς στα «παιδάκια τα φτωχά που δεν έχουν να φάνε», επειδή εμείς είμαστε και πλούσιοι, συν ότι την Κυριακή θα την πήγαινα σινεμά. Κυριακή βαριόμουν, το μετέθεσα για την Τετάρτη, που έχει και η Κοσμοτέ προσφορά μισό εισιτήριο. Ε, έφτασε η Τετάρτη, ο Απαισιότατος 3 μας περίμενε. Αλλά είχα μια ελπίδα να έχει ψοφήσει από την κούραση -μπα. Οι υπόλοιποι θα πήγαιναν χάντμπολ, στη ΧΑΝΘ. «Το νου σας, τα σκουλήκια δεν έχουνε μπέσα, θα είστε είκοσι άτομα κι αυτοί πέντε χιλιάδες». Γιατί το ξέρω πως τα σκουλήκια δεν έχουνε μπέσα, στην τσάντα μου είχα αλλαξιά και για τη μικρή και για μένα, να μην κυκλοφορούμε στην πόλη με τα Παοκτσήδικα σε Άρης-ΠΑΟΚ, δεν θα σεβαστούν ούτε κοριτσάκι με ασπρόμαυρη φανέλα ούτε τον μπαμπά που της κρατάει το χέρι.

Κατεβήκαμε την Κλεάνθους και κάθε λίγο τράκαρε και στραβοπατούσε επειδή συνέχιζε να διαβάζει το περιοδικό. Κάποια στιγμή μου λέει «μπαμπά, πήγαινε σ’ εκείνο το μαγαζί και δες πόσο είναι το μπάσκετ». Αν και έχω υποσχεθεί πως δεν θα δω ούτε λεπτό μπάσκετ φέτος, της έκανα τη χάρη και πλησίασα σε ένα καφέ. «0-2 είναι το σκορ, τώρα άρχισε». «Νικάμε»; Με ρώτησε και τα μάτια της έλαμψαν. «Ναι, νικάμε, αλλά μόλις»... «Επιτέλους, ρε μπαμπά, κάπου να νικήσουμε σήμερα». Και σκέφτηκα «εγώ ρε στην ηλικία σου», αλλά δεν είπα τίποτα. Φτάνουμε στο Ιπποκράτειο, παίρνουμε ζιγκαρισμένο δυάρι για ΙΚΕΑ επειδή το 45 είχε άφιξη μετά από τριάντα εφτά ώρες και είκοσι τρία λεπτά, κάνει ολόκληρο σκηνικό επειδή της κουνούσαν το «Ντόναλντ» και δεν μπορούσε να το διαβάσει απερίσπαστη. «Λοιπόν, έφτασα στη σελίδα 23, να το θυμάσαι, δεν μπορώ άλλο εδώ μέσα που όλοι κουνιούνται» και μου κρύβουν το φως.

Φτάσαμε στο γκισέ του Village δεκαπέντε λεπτά μετά την έναρξη της ταινίας. Και μας λέει η υπάλληλος «έχει μόνο ένα εισιτήριο για την προβολή». Φρίκη. «Θα καθίσω στην αγκαλιά του μπαμπά μου», βρίσκει τη λύση η Χουλιγκάνα, γελάει η κοπέλα, αλλά «δεν επιτρέπεται». Κατσούφιασμα. «Έχει άλλη προβολή σήμερα»; «Όχι». Και τώρα; «Δεν πειράζει, ρε μπαμπά, μη στενοχωριέσαι, θα έρθουμε την άλλη Τετάρτη». Και κάπου εκεί, ντάξει, σταμάτησα να στενοχωριέμαι που έχασα τον Απαισιότατο 3 και τα Μίνιονς. «Πάμε σ’ εκείνο το μαγαζί που παίρνεις να φας και σου δίνουν δωράκι», είπε, αλλά το μόνο που άκουσα εγώ ήταν «πάμε να δώσουμε δέκα ευρώ για κάτι που ούτε θα φάω, ούτε θα μου αρέσει το δωράκι». Τι να κάνω, πήγαμε στα Goody’s, κάτσαμε δέκα λεπτά. Μετά γυρίσαμε όλο το Κόσμος, πάντα με την ασπρόμαυρη μπλούζα, που οι περισσότεροι την έβλεπαν και χαμογελούσαν «αχ, τι γλυκό κοριτσάκι» αλλά έβλεπα και κάποιους που χαλιόντουσαν και γυρνούσαν από την άλλη, θα ήταν συμπολίτες της βήτα εθνικής, τι να κάνουμε, έχει και τέτοιους. Ακόμα. Πιάσαμε δέκα παρά, πήραμε το τελευταίο αστικό από Κόσμος και σε όλη τη διαδρομή με ανάγκασε να της φωτίζω το περιοδικό με τον φακό του κινητού μέχρι που έκλεισε από μπαταρία και κατεβήκαμε στη στάση για το αστικό που μας πάει σπίτι. «Πέρασα τέλεια σήμερα», είπε και ξάπλωσε πάνω μου. Και ζήσαμε μια σκηνή από σινεμά για λίγα λεπτά, μόνοι μας, στο παγκάκι, με μοναδικά φώτα το πράσινο και το κόκκινο του φαναριού που άλλαζαν κάθε τόσο και της φώτιζαν το κοιμισμένο πρόσωπο.

Τη σκούντησα για να ανεβούμε στο τελευταίο κομμάτι του ταξιδιού. Δεν είχαμε αλλάξει μπλουζάκια, απλώς είχαμε βάλει ζακέτες, αλλά κάτω από τη ζακέτα της η ασπρόμαυρη ριγέ έκανε μπαμ όπως περίσσευε και έπεφτε πέντε πόντους πιο κάτω. Το αστικό είχε κέφια, η γαλαρία τραγουδούσε συνθήματα και δέκα ανήλικα με μαύρα ρούχα, χωρίς διακριτικά, υμνούσαν τον Άρη που μόλις είχε συντρίψει τον ΠΑΟΚ στο μπάσκετ, κάτι που έμαθα κάποια στιγμή από μήνυμα που είχε στείλει η Άννα. Χτυπούσαν τα καθίσματα, φώναζαν, έβριζαν, είχε την τρομερή ιδέα ο οδηγός να τους πει «σας παρακαλώ, μη βρίζετε, έχουμε και παιδιά στο λεωφορείο». Οπότε είπαν όποιο σύνθημα είχε μέσα πούτσα, μουνί, γαμήσια, δηλαδή ό,τι φαντασίωση μπορεί να έχουν στην ηλικία τους ως έφηβοι που πρέπει να βγάλουνε γκόμενα απαντώντας κάποια στιγμή στην ερώτηση «τι ομάδα είσαι» με «Άρης».

Στη θέα της μικρής με το ασπρόμαυρο ανέβασαν την ένταση, είπαν δυο-τρεις φορές το «κάθε πατέρας Παοκτσής» στη δική τους διασκευή, γελούσαν, κορόιδευαν -είχαμε κάτσει κάπου στη μέση, η Χουλιγκάνα είχε ανοίξει πάλι το «Ντόναλντ» και με ενημέρωσε πως «μέχρι να φτάσουμε θα έχω φτάσει στη σελίδα 30» και κάποια στιγμή με ρώτησε «γιατί φωνάζουν αυτοί». Της είπα «όπως φωνάζουν οι δικοί μας, έτσι φωνάζουν κι αυτοί, έτσι πάει». Έκανε μια γκριμάτσα ανάμεσα σε αποδοκιμασία και αδιαφορία και ξαναβυθίστηκε στο κόμικ, δείχνοντάς μου κάποια στιγμή τη λέξη «κλοτσηδόν», να της την εξηγήσω. Της είπα πως σημαίνει «με κλοτσιές, ο Ντόναλντ λέει πως θα τον διώξουν με κλοτσιές» και συνέχισε την ανάγνωση.

Είχα γυρίσει πλάτη από την αρχή, δεν τους έβλεπα. Κάθε τόσο κατέβαινε από ένας, η ένταση μειωνόταν, ως τη δική μας στάση είχαν μείνει τέσσερις-πέντε, όπως μετρούσα όποτε κάποιος τους αποχαιρετούσε. Κατεβαίνουμε κι εμείς, περνάμε από δίπλα τους αναγκαστικά, δεν υπήρξε κάποιο θέμα. Μαζί μας, κατέβηκαν δυο γειτονάκια. Ο ένας πήγε από τον κεντρικό, ο άλλος από το σκοτεινό δρομάκι που βγάζει διαγώνια μπροστά στο σπίτι μας. Μέσα στο σκοτάδι με έπιασαν και τα δικά μου σκοτάδια. Έσφιξα το χέρι της, όσο ακολουθούσαμε τον χαλβά που ένα λεπτό νωρίτερα φώναζε για ρουφιάνους και για πατέρες Παοκτσήδες και για πούτσες και μουνιά, γελώντας, λίγα μέτρα από τη μικρή. «Μπαμπά, τι ήρθαμε από το σκοτάδι, δε βλέπω να διαβάσω από εδώ». «Σε ποια σελίδα είσαι», τη ρώτησα. «Στην 28, έχω άλλες δύο για σήμερα». Εντάξει, συμφώνησα, πήγαμε από το φως. Την επόμενη φορά που δε θα είσαι μαζί μου θα πάω από το σκοτάδι.

Όμιλοι

Όμιλοι

Ίσως η πιο γελοία έμ&pi ...

Read more
Όπισθεν

Όπισθεν

Επειδή κουράστηκα να μαλώνω ή να διαβάζω καυγάδες όπου βρίσκω σχόλια για τον επαγγελματία ποδοσφαιρι ...

Read more
Χαρακώματα

Χαρακώματα

Ήμασταν εκατόν εξήντα ...

Read more
Βολικό

Βολικό

Τι βολικό να φταίνε πά& ...

Read more
Εξιλέωση

Εξιλέωση

Στα παιδιά μου δεν &l ...

Read more
Παιδάκια

Παιδάκια

Κάφροι οπαδοί του ΜΠΑΟΥΓΚ επιτέθηκαν σε μικρά αθώα παιδάκια ακαδημίας του Ολυμπιακού. Make my day. ...

Read more
Μπαλάφας

Μπαλάφας

Το ασπρόμαυρο ταξίδ&i ...

Read more
Αστικό

Αστικό

Πριν από εικοσιτόσα χρόνια ήμουν σαν αυτούς. Τώρα είμαι ο «μεγάλος» που τους ακούει και τους παρατηρ ...

Read more
Αναφορά

Αναφορά

«Ο Λαός του ΠΑΟΚ &alpha ...

Read more
Χαράμι

Χαράμι

Κοινός τόπος των ανώρ&i ...

Read more
Κουλτουριάρα

Κουλτουριάρα

Δεν υπάρχει μεγαλύ&ta ...

Read more
Spiaggia

Spiaggia

Τελικά ο Ρόμπερτ είχ&e ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.