Ανάσα

Ανάσα

Πρώτη φορά πήγα στο...

Μαυρίδης

Μαυρίδης

Οι μόνοι που...

Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια...

  • Ανάσα

    Ανάσα

    Saturday, 21 October 2017 22:59
  • Μαυρίδης

    Μαυρίδης

    Saturday, 21 October 2017 12:40
  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01
  • Φως

    Φως

    Thursday, 05 October 2017 15:03

volos10Μετά από ένα δίωρο πανηγυριών και ασταμάτητης λογοδιάρροιας, επιτέλους στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Δε ρίχνεις κάθε μέρα τέσσερα γκολ στον Παναθηναϊκό, δεν πας κάθε μέρα σε τελικό, ξεφύγαμε το βράδυ της Πέμπτης μετά το ματς και οι σφυγμοί δεν έπεφταν με τίποτα.

Αλλά ξημέρωνε Παρασκευή και εκείνη η Παρασκευή ήταν η μέρα που μας έβρισκε φιναλίστ, περίεργο το συναίσθημα, δεν μπορείς να το συνηθίσεις όταν σου συμβαίνει μόλις πέντε φορές σε τριάντα χρόνια. Ανατριχιάζεις, ανυπομονείς, δε σε χωράει ο τόπος. Ο ένας σχολίαζε το ματς που μόλις είχε δει, ο άλλος προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις επιλογές για το γήπεδο όπου θα γίνει ο τελικός, η Άννα δεν μπορούσε ακόμα να συνέλθει, τι είχε μόλις ζήσει, δεν το πίστευε, μιλούσαμε τρεις άνθρωποι ταυτόχρονα επί ώρες, κανείς δεν άκουγε κανέναν, μόνο να το βγάλουμε από μέσα μας θέλαμε -πήγαμε τελικό. Ναι, ρε πούστη, πήγαμε τελικό. Αρχίσαμε να τρώμε τα βρώμικα για να πάρουμε δυνάμεις και ήταν η πρώτη σιγή από τη λήξη του ματς.

Το Σάββατο του τελικού δουλεύω. Η Άννα δε δουλεύει, ο Μήτσος έχει πάρει άδεια από καιρό, βέβαιος πως θα φτάσουμε ως το τέλος. Αν παίξουμε Κρήτη πετάμε με αεροπλάνο τη μέρα του ματς, αν παίξουμε οπουδήποτε αλλού πετάμε με το αυτοκίνητο. Τι ώρα σχολάω το Σάββατο. Δύο το μεσημέρι. Θα το αλλάξω, θα μπω στο πρωινό ωράριο. Τελικός είναι, δεν τον χάνουμε. Η Άννα με κοιτούσε στα μάτια, μιλούσα σε πληθυντικό αλλά δεν καταλάβαινε αν ο πληθυντικός ήταν εγώ κι ο Μήτσος ή εγώ κι αυτή. Από τη μέρα που κάναμε παιδιά οι εκδρομές περιλαμβάνουν είτε έναν από τους δυο μας είτε και τους δυο μας μαζί με τα παιδιά και σε τέτοιο ματς τα παιδιά δεν τα σέρνεις μαζί σου. Εκτός κι αν παίζαμε στο ΟΑΚΑ, που μπορούμε να αφήσουμε τα παιδιά στους συγγενείς.

volos2Το 1992 η Άννα δε με είχε γνωρίσει ακόμα κι εγώ είχα οργανώσει από Καβάλα την εκδρομή με την πιο ιστορική επιστροφή που έχει ζήσει επαρχιακό εκδρομικό πούλμαν, με τις ασπίδες της διμοιρίας που είχε εγκλωβιστεί ανάμεσα σε Θύρα 4 και 4Α να γίνονται αιώρες για τους κουρασμένους πολεμιστές στο διάδρομο. Το 2001 είχε πάθει έλκος από το δικό μου άγχος να πάρω άδεια από το στρατό και να οργανώσω χίλιες δυο λεπτομέρειες για να καταφέρω να πάω Φιλαδέλφεια και τα κατάφερα, εκτός από το να σηκωθώ το πρωί του τελικού από το κρεβάτι. Το 2003 είχαμε ραντεβού να δούμε το ματς στο Ρετζίκι και την πήρα τηλέφωνο μέσα από το γήπεδο να πάει μόνη της στο Ρετζίκι επειδή εγώ αποφάσισα να μπω. Το 2014 ακόμα θήλαζε τη μικρή μας και δεν έκανε βήμα, ούτως ή άλλως, από το σπίτι. Φτάσαμε 2017 και δεν είχε πάει σε τελικό ποδοσφαίρου. «Τα παιδιά πού θα τα αφήσουμε»; Ποια παιδιά, ρε φιλενάδα, τελικό παίζουμε. Δε γέλασε.

Άρχισε το κλασικό Παοκτσήδικο γλέντι για τα εισιτήρια. Γιατί να πάρουν τα πρεζάκια και να μην πάρουμε εμείς οι αιμοδότες, γιατί να πάρουν οι λεζάντες και να μην πάρουμε εμείς οι μόνιμοι της Τούμπας, γιατί να πάρουν αυτοί και όχι οι άλλοι και μια ζωή η πονεμένη η ιστορία για το ποιοι θα πάνε και ποιοι δε θα πάνε. Το ίδιο πανηγύρι για το γήπεδο του τελικού. Γιατί να γίνει στο Παγκρήτιο και όχι στο ΟΑΚΑ, ποιο Πανθεσσαλικό και ποιο Παμπελοποννησιακό και σιγά μην το κάνουμε και στην αλάνα της Φιλαδέλφειας ή στη Στουτγκάρδη ή στο Τιμπουκτού. Μόλις μαθεύτηκε πως υπεύθυνος για τον τελικό είναι ο Βρύζας, απλώς σταυροκοπήθηκα, μετά από πολλά χρόνια, έτσι, στο αόριστο. Σταυροκοπήθηκα. «Αν υπάρχεις, βάλε το χέρι Σου».

Το επόμενο μίτινγκ ήταν σοβαρό, δεν είχε πανηγύρια και λογοδιάρροιες. Ξέραμε πως ο αγώνας θα γίνει στο Βόλο, όπως ξέραμε και πως δε θα έχουμε εισιτήρια. Τα βάλαμε κάτω, με χαρτί και στιλό, κάναμε εκτεταμένα σχέδια, εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης, υπολογίσαμε όλα τα δεδομένα και με τεχνοκρατική δουλειά και επιστημονική ακρίβεια καταστρώσαμε το απόλυτο σχέδιο για το πώς θα πάμε στον τελικό και οι τρεις μας χωρίς να αφήσουμε ούτε λεπτομέρεια που να μπορούσε να μας χαλάσει το πλάνο: Θα πάμε με το αυτοκίνητο χωρίς εισιτήρια και κάπως θα μπούμε, δεν μπορεί, σιγά μη μας αφήσουν απ’ έξω.

Μέχρι να έρθει το Σάββατο, βρέθηκαν και τα εισιτήρια. Σ’ αυτό τον κόσμο ζούνε και καλοί άνθρωποι, που σε βοηθάνε στη δύσκολη ώρα σου και πάντα μπορείς να ελπίζεις πως θα πέσεις πάνω σε έναν από αυτούς και να η τοποθέτηση προϊόντος στο κείμενο για τον αδερφό που μας καβάτζωσε και δικαίωσε τη φήμη του ως καλός χριστιανός που αγαπάει τον πλησίον του και, μπορεί να τον κοροϊδεύουμε που κάθε Κυριακή τραβιέται από τα ξημερώματα στις εκκλησίες και στις εκδρομές διαβάζει Ελεύθερη Ώρα, αλλά το σωστό να λέγεται και το ευχαριστώ να γράφεται για τον κομπογιαννίτη που θα του χρωστάμε την άνεση με την οποία ταξιδέψαμε μέχρι το Βόλο και θα πρέπει να περιμένει έξι χρόνια να ξαναπάμε τελικό να ανταποδώσουμε το δώρο -πέντε τελικοί σε τριάντα χρόνια τόσος είναι ο μέσος όρος, όπως και να το δεις.

volos8Όλα έτοιμα για το ταξίδι, με μοναδική εκκρεμότητα «τα παιδιά». Πού θα αφήσουμε τα παιδιά, ποιος θα τα προσέχει και τέτοιες λεπτομέρειες. Ρε κάπου θα βρούμε, τόσους έχουμε, τι σκας. Οι δικοί της δεν μπορούσαν. Οι δικοί μου δεν μπορούσαν. Η μία κουμπάρα δεν μπορούσε. Η άλλη μπορούσε αλλά τελευταία μέρα έκατσε η γκαντεμιά. Δυο-τρεις άλλοι συνήθεις ύποπτοι δεν μπορούσαν. «Τις παίρνουμε μαζί μας και τις πάμε σε παιδότοπο στο Βόλο», δεν έκατσε η πρόταση. «Τις αφήνουμε σπίτι με δέκα καινούργιες παιδικές ταινίες», ούτε αυτή άρεσε. «Δεν έρχεσαι μαζί μας», έγινε επανάσταση, δεν την έπιανα πουθενά. «Ο Άντι», με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει, «ο Άντι είναι η τελευταία μας ελπίδα». Την κοιτάζω στα μάτια και δε λέω τίποτα. Με ξανακοιτάζει στα μάτια και με ρωτάει «τον εμπιστεύεσαι»; Και την ξανακοιτάζω κι εγώ και της λέω «άνθρωπο που πηγαίνει τέσσερα χρόνια σερί στο μπάσκετ του ΠΑΟΚ και δε χάνει ματς τον εμπιστεύομαι, έχει υπομονή».

Εγώ δεν είχα τέτοια άγχη. Αγχωνόμουν, μεν, για τρία πράγματα, αλλά εντελώς διαφορετικά. Τι ώρα θα σχολάσω το Σάββατο, πώς θα περάσω καπάκι νερού στο γήπεδο και πώς θα αντέξω να ακούω τα χανούμια με τις ώρες να τραγουδάνε πορομπομπόμ. Για το πρώτο ενημέρωσα από νωρίς στη δουλειά. «Εγώ 14:00 που γράφει το πρόγραμμα δε σχολάω, θα πάει γκαντεμιά με το κωλονούμερο και θα χάσουμε το παιχνίδι. Θα χτυπήσω κάρτα 13:59». Με κοίταξαν λίγο περίεργα, δεν ασχολήθηκε κάποιος μαζί μου, οπότε πάει το πρώτο άγχος. Για το καπάκι το άγχος κράτησε μέχρι την είσοδο, όπου δε με συνέλαβαν αλλά απέτυχα. Και φτάσαμε στο πορομπομπόμ, που μου έλεγαν κάτι δικοί μου «σιγά, ρε, μην πουν το πορομπομπόμ, ντάξει, τελικός είναι, θα πούνε κανονικά συνθήματα» κι εγώ τους προειδοποιούσα, τα χανούμια δεν έχουνε μπέσα, θα το λένε το πορομπομπόπ-πόροπ-πορέροπ-πέρομ-περόμ μέχρι τα πέναλτι και θα θυμηθούνε μέχρι και το λοκατζίδικο που λέγανε πριν δεκαετίες που ήταν η σκεπαστή κιτρινόμαυροι πεζοναύτες αμερικανάκια και φωνάζανε «την ΑΕΚ μου την αγαπώ» εν-δυο-κάτω και ένας λοχίας με χαραγμένο κράνος από σφαίρα Βιετκόνγκ επαναλάμβανε με σιδερένια φωνή τα παραγγέλματα κι ο Κιούμπρικ κινηματογραφούσε, ένα «Η Φανέλα Με Το 9» που γυρίστηκε στη Φιλαδέλφεια και ένα το «Full Metal Jacket», αυτοί μέχρι και «σεισμός, σεισμός, ο Μαύρος ο Θεός» θα φωνάξουν, που έχουν να μας δούνε σε τελικό από τότε που έπαιζε ο Θωμάς και θα θυμηθούν τις παλιές δόξες, όπως τον Ντανιέλ Μπατίστα που τον πετύχαμε στη διαδρομή και μια χαρά παλικάρι μας βγήκε, τελικά. Αλλά δικαιώθηκα, ρε κουφάλες, το πρώτο πράμα που φώναξαν οι αεκτσήδες μόλις μαζευτήκαμε να αρχίσουμε τα συνθήματα ήταν το «πορομπομπόμ». Και το βούλωσαν όλοι τριγύρω, έμειναν με τα βλέμματα «πάλι είχες δίκιο, ψηλέ».

Φύγαμε δύο και κάτι, φτάσαμε πέντε στο Βελεστίνο, όπου κάτι περίεργοι είχαν φέρει τα εισιτήριά μας από το Νότο. Το μαγαζί δεν είχε άλλο φαγητό να μας εξυπηρετήσει, τα είχανε φάει όλα, «μόνο να πιείτε έχουμε», είπε η κοπέλα. Τα περίπτερα κλειστά, είχαν συνεννοηθεί τρεις περιπτεράδες που βλέπουνε πολύ Σκάι να τα σφαλίσουνε μην τους τα ρημάξουν οι Παοκτσήδες, που ο πιο μικρός από όσους βρέθηκαν στο Βελεστίνο ήταν τριάντα πέντε και ο πιο γρήγορος ζήτημα να περνούσε τον Τζιόλη σε σπριντ πενήντα μέτρων. Αυτοί χάσανε, αφήσαμε τα λεφτά μας σε άλλο χωριό, την επόμενη φορά να μη φοβούνται τα μπαρμπάδια του ΠΑΟΚ που είναι κιμπάρηδες και πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, είχε κόσμο που λογικά είχε πάει μέχρι και στον τελικό του 1939, αλλά και νεαρούς που έτρεχαν με το Μανάβη από τη δεκαετία του ’60. Παραδίπλα μας, κάτι βετεράνοι του αμέσως προηγούμενου τελικού ΑΕΚ-ΠΑΟΚ, αυτοί που είχαν αναγκάσει τον πίνακα του ΟΑΚΑ να γράψει «ΦΙΛΑΘΛΟΙ ΤΗΣ ΑΕΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΟΚ ΟΙ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΜΑΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ. ΗΡΕΜΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΗ Ο ΑΓΩΝΑΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΣ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΑΝ ΣΥΝΕΧΙΣΕΤΕ» και κατόπιν την πολιτική ηγεσία να δηλώσει, πριν από 34 χρόνια, πως «δεν θα ξαναγίνει ποτέ αγώνας ποδοσφαίρου στο Ολυμπιακό Στάδιο», που αν το είχαν τηρήσει, οι πανίβλακες της Πασοκάρας, τώρα θα είχαμε σηκώσει πέντε-έξι κούπες ακόμα που όλα τα χάναμε στο ΟΑΚΑ.

volos4Αυτοί δεν είχαν να μας ταΐσουν, αλλά εμείς είχαμε την Άννα με τα μαγικά της σαντουιτσάκια. Όταν τελείωσαν προσπάθησα να τα μετρήσω: Έξι στρογγυλά, έξι μακρόστενα, έξι μαργαρίτες, συν οι αράβικες πίτες συν το ψωμί του τοστ, πρέπει να ήταν πάνω από τριάντα. Και σε όλα είχε βάλει, η αθεόφοβη, αυτοκόλλητες ετικέτες, «κολοκυθοκεφτές-φέτα-αγγούρι», «πάριζα-κασέρι-ντομάτα», κεφτεδάκι-τυροσαλάτα-φέτα» και τέτοια, σαν ετοιματζίδικα. Μωρή, γι’ αυτό μου είπες που σε πήρα από τη δουλειά «δεν προλαβαίνω», κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί δεν προλαβαίνεις, μια μπλούζα σου είπα να μου φέρεις, την ταυτότητά μου και δυο-τρία πράματα κι εσύ έφτιαχνες έξι ώρες κέιτερινγκ να ταΐσεις το μισό γήπεδο. Αράξαμε κάτω από ένα πλατάνι (λέω τώρα, μπορεί να ήταν άλλο δέντρο αλλά σαν το πλατάνι δεν έχει σε κείμενο), φάγαμε από πέντε σάντουιτς ο καθένας, ήρθαν και κάτι καμένοι δικοί μας άσχετοι που ρωτούσανε «εεε, ρεεε, πού βρήκατε ρε να πούμε φαΐ ρεεε» και τους είπαμε «πάρτε, φτάνει για όλους». Ρώτησε ο ένας «πόσο κάνει το σάντουιτς», απάντησα «ένα ευρώ» και έβγαλε λεφτά, ναι, έβγαλε λεφτά ο κάγκουρας ο Παοκτσής, δύο ευρώ κρατούσε και ζήτησε «βάλε με δύο, να πούμε», το πίστεψε. Δεν τους πήραμε λεφτά, μαλακία, έπρεπε να βγάλουμε κάνα σπασμένο της εκδρομής.

Από την Παρασκευή, κάποιοι φασίστες με κιτρινόμαυρα έκαναν ελέγχους ταυτοτήτων στην πόλη του Βόλου, με στυλιάρια και ρόπαλα. Μιλούσα με δικούς μου αεκτσήδες από Αθήνα και τρέμανε, «γάμα τους, κάτι μαλακισμένα είναι που ζούνε για το τραμπούκο». ΑΕΚ η μάνα της προσφυγιάς και ιστορίες για αγρίους οπαδούς που τσεκάρουνε αν είσαι από Θεσσαλονίκη για να σου σπάσουνε το κεφάλι, πάνω από όλα η ελευθεριακή συνείδηση, δεν άρχισε καλά ο τελικός, είχα και τον ανιψιό στα τσιπουράδικα από Παρασκευή και ανησυχούσα, που το «λου» του δεν είναι για να τη βγάλει καθαρή σε ενδεχόμενο πέσιμο από φασιστάκια. Φόρτωναν και οι δικοί μας εδώ πάνω, θέλανε να κατεβούνε νωρίτερα, να δείξουνε τις ταυτότητές τους να δούνε τι θα γίνει, δηλαδή να πούμε ξέρω ‘γώ. Δεν ήταν καλά τα μηνύματα, είχε χτυπήσει ο συναγερμός.

Είχα ξυπνήσει ξημερώματα και άφησα μια λίστα με εφτά πράγματα στην Άννα που έπρεπε να κάνει μέχρι να έρθουν να με πάρουν από τη δουλειά για να φύγουμε. Έκανε τα έξι, ξέχασε το έβδομο, δε μου έφερε τσιγάρα. Και με κλειστά τα περίπτερα στο Βελεστίνο, μας είπαν πως το επόμενο είναι μέσα στην πόλη. Στην πόλη έκαναν παιχνίδι οι αεκτσήδες και οι μπάτσοι δε θα μας άφηναν, οπότε πρότεινα το άκρως μαναβίσιο κόλπο να στολίσουμε τα τρία αυτοκίνητα με γαμησιάτικη διακόσμηση, κορδέλες, λουλούδια και τα σχετικά, να μπούμε στο Βόλο κορνάροντας τιρινίνι-τιρινίνι και να μας χαιρετάνε κι οι μπάτσοι και τα χανούμια και να μας εύχονται καλούς απογόνους, αλλά μάσησαν οι φλώροι και δεν το κάναμε. Ρωτούσαν κάτι άκαπνοι πιτσιρικάδες άνιωθοι «δε σου φτάνουν πέντε τσιγάρα για όλο το ματς» και τους απάντησα με τη λήξη, που είχα ήδη καπνίσει το ενάμισο από τα δύο πακέτα που βρήκαμε στο βενζινάδικο πριν το γήπεδο. Εκεί όπου ακούσαμε από τα σιμπί των μπάτσων παραδίπλα πως μέσα στο γήπεδο γίνεται πανηγύρι. Τέρμα το γκάζι, παρατήσαμε το αμάξι όπου να ‘ναι και τρέξαμε μέσα -για έναν περίεργο λόγο δεν κοίταξε κανείς αν έχουμε εισιτήριο ή αν κουβαλάμε μαζί μας κάτι και κανείς δε μας έδωσε αυτοκολλητάκι. Στο πανηγύρι του χωριού μου δεν τη γλιτώνεις, αυτοκολλητάκι Ιερά Πανήγυρις θα σου κολλήσουν θέλεις δε θέλεις, αλλά στο Βόλο αυτοκολλητάκι πουθενά. Λίγα βήματα πριν την είσοδο, θυμήθηκε ένας Κρητικός της παρέας το μπουκάλι κρασί που είχε φέρει από το νησί και ξαναγύρισε να το πάρει από το αυτοκίνητο, τυχερός, είχε να πίνει σε όλο το ματς.

volos6Μπήκαμε και όλα ήταν παραμορφωμένα. Πρησμένα μάτια, κόκκινα, αίματα στην είσοδο, έκαιγε ο αέρας που έφερνε από την άλλη πλευρά τα δακρυγόνα που είχαν πέσει στους αντιπάλους, λίγο πριν αρχίσουν να πέφτουν και δίπλα μας. «Φεύγει κόσμος, ρε μαλάκα», μου είπε ένας αντίπαλος στο τηλέφωνο. Όντως, έφυγε κόσμος. Όχι πως θα το γέμιζαν, αλλά είχαν απώλειες. Δεν ξέρω με ποια οπτική είχαν δει κάποιοι τον τελικό και αν είχαν έρθει με σποράκι και φελιζόλ να παρακολουθήσουν τη γιορτή του ποδοσφαίρου που έλεγε η ΕΠΟ, όμως πόσο μυαλό θέλει να μυριστείς τι θα γίνει, οι δικοί σου από χθες τριγυρνάνε ντυμένοι νεοναζί τραμπούκοι και τσεκάρουν εντοπιότητα, εσύ τι νομίζεις, πως δε θα έρθουν στο γήπεδο και τα κάνουν όλα αυτά εξωαγωνιστικά, για να κερδίσουν τις εντυπώσεις; Το πιο συγκλονιστικό μήνυμα ήρθε από αεκτσή, λίγο μετά το ματς: «Αιμορραγούσε δίπλα μου το παλικάρι, ρε φίλε, σα σφαγμένο αρνί μύριζε, αίμα παντού και ασθενοφόρο πουθενά, τον άφησαν μισή ώρα στο τσιμέντο και τον δέναμε στις πληγές με τα κασκόλ της ΑΕΚ».

Τα Παοκτσάκια φίσκα το κομμάτι τους, μέχρι εκεί όπου είχε τις διμοιρίες, γεμάτοι, μασίφ, ένα πράγμα δεμένο, ατόφιο, άσπαστο. Οι απέναντι σαν ομιλία του ΠΑΣΟΚ χωρίς τον Μπιρσίμ, μαζεμένοι στο κέντρο, αριστερά τους οι επίσημοι, δεξιά τους λίγοι τολμηροί που πλησίαζαν τους Παοκτσήδες στα εκατό μέτρα. Από πάνω, άλλο έργο, αδιάφορο. Άλλο σύμπαν. Δε θέλω να το αναλύσω. Ντου από τους μπάτσους μέσα στην κερκίδα, ξύλο, χτυπήματα, γυμνοί δικοί μας πέφτανε ουρλιάζοντας πάνω τους, έτρωγαν καμπόσες, ανταπέδιδαν, έτρεχαν, γύριζαν, η διμοιρία έκανε το γύρο και μπήκε από την άλλη, κι άλλα δακρυγόνα, κι άλλο κλάμα, πήραμε την καρτέλα και η Άννα έσπαζε Μαλόξ και μοίραζε στον κόσμο σα γυναίκα της Πίνδου, πιάσαμε ένα στασίδι να θαυμάζουμε όλο το θέαμα ψάχνοντας τη θέση από την οποία θα βλέπαμε τον τελικό, αν γινόταν ο τελικός. Πήγαμε στη Χαλκίδα, δε βλέπαμε πίσω από τα πανιά, κάναμε αριστερά και πέσαμε πάνω στην Κρήνη. Σαν στο σπίτι μας, όλοι δικοί μας. Αριστερά Κρήνη, δεξιά Χαλκίδα, πάνω Αθήνα, μπροστά ο Σταυράκης σε ρεσιτάλ καριέρας. Παραγγελιά να το είχα κάνει δε θα μου καθόταν τέτοιο βόλεμα σε περιβάλλον τελικού. Έκανε ώρα να συνέλθει δίπλα μου η Άννα, καθώς μπαίνοντας πέσαμε πάνω σε ανοιγμένο κεφάλι, ίσα που περπατούσε ο δικός μας, το αίμα έσταζε πίσω του. «Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράμα στη ζωή μου», της είπα, ίσως για να μην πιστέψει πως αυτή είναι η εξωγήινη και πως το ανελέητο ξύλο της γέφυρας είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. «Πραγματικά, έχω σοκαριστεί». Και είχα σοκαριστεί.

Κι άλλο ντου, κι άλλο ντου, κι άλλα δακρυγόνα, εμείς ακίνητοι, οι μπάτσοι χαμένοι, αιφνιδιασμένοι από την εξέλιξη, λογικά κανείς δεν τους είχε ενημερώσει για το στημένο της υπόθεσης να αφεθεί αφύλακτη η πεζογέφυρα να ξεκαυλώσει όποιος γουστάρει, έτρεχαν μετά να συμμαζέψουν κάτι που μόνο αν το αποφάσιζαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές θα συμμαζευόταν, όπως κι έγινε. «Αν χαθούμε σε ντου, να θυμάσαι αυτό το σημείο», της είπα και της έδειξα ένα «Δενδροπόταμος» φρέσκο με σπρέι στην είσοδο. Και στην έξοδο είδαμε πως ο κάγκουρας ο δικός μας είχε γράψει «Δενδροπόταμος» σε όλες τις εισόδους, όπου κι αν πήγαινες έβλεπες το ίδιο πράμα, εκατό φορές το είχε αφήσει στους τοίχους του Πανθεσσαλικού, «Gipsy» και «Δενδροπόταμος». Καλά που δε χαθήκαμε.

volos5Αν είχε μία στιγμή όλη η μέρα που δε θα την ξεχάσω ποτέ, αυτή ήταν η σιγή στη μνήμη του Νάσου. Ενός λεπτού σιγή, αλλά ενός λεπτού σιγή. Κανονική. Με το πένθιμο εμβατήριο η τρομπέτα, με είκοσι χιλιάδες ανθρώπους μουγγούς. Κι αν οι μισοί από εδώ ήταν μουγγοί από τον πόνο, οι απέναντι μισοί ήταν μουγγοί από σεβασμό. Κι εκεί, στο ένα λεπτό που οι οπαδοί της ΑΕΚ έδειξαν το πιο ανθρώπινο πρόσωπο που είχαν να δείξουν, έσπασα και με πήρανε τα ζουμιά. Πριν λίγη ώρα κοπανιόμασταν με λοστούς και μαχαίρια, πριν μία μέρα κυνηγιόμασταν στα τσιπουράδικα, θα ακολουθούσε η πιο μεγάλη αθλητική μάχη της χρονιάς που δεν είναι άλλη από τον τελικό του Κυπέλλου σε στάδιο χωρισμένο στη μέση, στο μέσο της χώρας, σε ουδέτερο έδαφος για πρώτη φορά στην ιστορία μας, τα νεύρα ήταν στην τσίτα, όλοι ανάστατοι, τα πάντα παίζονταν σε μία κλωστή τόσο για το αν θα τελειώσει αυτό το ματς όσο και για το πού θα κάτσει η μπίλια και τα χανούμια στήθηκαν προσοχή γι’ αυτό το ένα λεπτό, το πιο ιερό λεπτό της γιορτής. Πέρα από όσα προηγήθηκαν, πέρα από όσα ακολούθησαν, εγώ αυτό το λεπτό δε θα το ξεχάσω ποτέ.

Το ματς το έδειξε η τηλεόραση, τι να πεις για το ματς. Παίξαμε καλύτερα, χάσαμε την ευκαιρία να γράψουμε σκορ που θα έμενε στην ιστορία από την παπαριά του πιο βλάκα από τους βλάκες στην παγκόσμια ιστορία της βλακείας, το φτάσαμε να κριθεί από ένα λάθος μη σφύριγμα που ακολούθησε ένα άλλο λάθος μη σφύριγμα. Στην κερκίδα, η απόλαυση ήταν να βλέπεις απέναντι τα κιτρινόμαυρα αγάλματα να παρακολουθούν το πιο απίστευτο ξέσπασμα που έχω ζήσει από τότε που πάω στο γήπεδο, εκείνο το πεντάλεπτο σερί με το «ΠΑΟΚ ΓΕΡΑ», ίσως ένα από τα πιο άθλια συνθήματα που λέμε αλλά έκατσε τόσο καλά ο αυτοσχεδιασμός και έμειναν τα λαρύγγια μας στα τσιμέντα του Βόλου να μας θυμούνται για πάντα, το σκεφτόμουν εκείνη την ώρα, δέκα ξένους έχουμε στην ομάδα, κάνουν επίθεση και βλέπουν αυτήν τη μαυρίλα, αυτό το ένα πράμα ενωμένο να πάλλεται, να ουρλιάζει και να αντηχεί όλος ο Παγασητικός, «ΠΑΟΚ ΓΕΡΑ», ούτε που ήξεραν τι λέγαμε, ελληνικά δεν καταλαβαίνουν, αλλά δεν μπορεί να μη σε ξεσηκώσει αυτός ο θόρυβος, αυτή η απόλυτη πολεμική ιαχή του γηπέδου, ποιος ξέρει τι ένιωθε ο Μπίσεσβαρ και ο Πρίγιοβιτς και ο Κρέσπο όταν μας έβλεπαν και μας άκουγαν εκείνο το συγκεκριμένο διάστημα που σταμάτησε ο χρόνος, σταμάτησε η Γη να γυρίζει και έμειναν οι απέναντι να μας κοιτάζουν νικημένοι, πιο αποφασισμένη κερκίδα του ΠΑΟΚ δε θυμάμαι να έχω συναντήσει ποτέ, ήρθαμε, θα το πάρουμε και θα φύγουμε. Το πήραμε.

volos9Με τη λήξη, βγήκα έξω. Δεν είχα όρεξη για απονομές, φοβόμουν και πως θα το σηκώσει ο Γλύκος και θα μου μείνει αιώνιο τραύμα η εικόνα, πήγα σε ένα σπίτι απέναντι που ο τύπος, καλός άνθρωπος, είχε βγάλει το λάστιχο και έδινε νερό στον κόσμο που είχε σκάσει από τη δίψα τόσες ώρες και το κυλικείο κλειστό. Μια γυναίκα βγήκε στην αυλή, είχε έρθει από το νοσοκομείο, δεν το πολυκατάλαβα αν δούλευε ή αν βρέθηκε κατά τύχη, «πάνω από εκατό περιστατικά στα επείγοντα, μερικά σοβαρά». Ρώτησε ένας δίπλα μου «αν είναι περισσότεροι οι Παοκτσήδες ή οι αεκτσήδες» και η κοπέλα απάντησε «όλοι τους χάλια είναι». Ξεδίψασα, έκανα κι ένα μίνι ντους και ξαναμπήκα στο γήπεδο όταν είχε τελειώσει η απονομή και χόρευαν οι παίκτες μας μπροστά μας. «Ο Κλάους το σήκωσε», είπε η Άννα και μου ‘φυγε ένα βάρος. «Πάμε Ομόνοια», πρότεινα. Κοιτάχτηκαν κάποιοι για δύο δευτερόλεπτα και μετά γέλασαν. «Πάμε Ομόνοια, ρε. Όπως είμαστε, πούλμαν, αυτοκίνητα, όλοι μαζί, πάμε Ομόνοια, Σύνταγμα, Φιλαδέλφεια, Πειραιά, πάμε να κάνουμε το γύρο του θριάμβου στο σπίτι τους, πάμε». Τελικά, πήγαν όλοι στο Λευκό τον Πύργο, πφφφ, σε κάθε κούπα τα ίδια και τα ίδια, φαντασία μηδέν.

Φεύγοντας, τον τσάκωσα τον «Δενδροπόταμο». Συνέχιζε το έργο του στις πινακίδες του δρόμου, σε ΣΤΟΠ, σε υποχρεωτικές πορείες, σε στροφές. Πιο πολλά «Δενδροπόταμος» γράφει ο Βόλος από το προηγούμενο Σάββατο παρά «Βόλος». «Δεν ντρέπεσαι, ρε, να γράφεις με σπρέι στις πινακίδες», τον μάλωσα. Και ψάρωσε, ρε φίλε, ψάρωσε για ένα δευτερόλεπτο, αλλά ήταν απόλαυση η φάτσα του, με ζύγισε αστραπιαία, θα σκέφτηκε αν έπρεπε να τρέξει ή να μου ορμήσει να με βάψει στη μάπα και να γράφουν τα μούτρα μου «Δενδροπόταμος» μέχρι να γυρίσω Θεσσαλονίκη, μετά ξέσπασε και πέθανε στα γέλια. Φτάσαμε ξημερώματα σπίτι κι ο Άντι είχε κοιμίσει και τα δικά του και τα δικά μας παιδιά και μας περίμενε, όλος χαρά. Ξύπνησε, τρεις τα χαράματα, η Χουλιγκάνα, με το που μας άκουσε. «Μπράβο, ρε μπαμπά, μπράβο, ρε μαμά, το πήρατε το Κύπελλο, κέρδισε πάλι ο ΠΑΟΚ».

Bούλα

Bούλα

Σαν σήμερα, στις 25/03/2006, ο ΠΑΟΚ κερδίζει στην άδεια Τούμπα την Καλλιθέα με 2-1, με δύο εύστοχα π ...

Read more
Μπάσταρδοι

Μπάσταρδοι

- Θα χάσουμε.- Ω, ρε φί&lambd ...

Read more
0029

0029

Ο άνθρωπος που περ&io ...

Read more
Ανκόρ

Ανκόρ

Θα ‘χε περάσει κάνα μισάωρο από τη λήξη. Χτύπησε το κινητό, ρε σεις, ακόμα μέσα είστε, τι κάνετε τόσ ...

Read more
Χοτ-ντογκ

Χοτ-ντογκ

Κριτική ΠΑΟΚ-Πανιώνιος 81-63 Ωραία ήταν στο μπασκετάκι, αν και δεν έχω ξαναδεί αγώνα του ΠΑΟΚ με τό ...

Read more
Ενδοσκόπηση

Ενδοσκόπηση

Το καλοκαίρι του 198 ...

Read more
Πολίτικα

Πολίτικα

Πολιτική ανάλυση, κατήχηση, προσηλυτισμός, κομματική προπαγάνδα, νεότερη ιστορία της Ελλάδας και των ...

Read more
Πέναλτι

Πέναλτι

Η εικόνα μιλάει μόνη τ&eta ...

Read more
Αλήτες

Αλήτες

Σαν σήμερα, στις 2 Οκτωβρίου 1988, ο Λάγιος Ντέταρι κάνει το ντεμπούτο του στο Ελληνικό Πρωτάθλημα. ...

Read more
0003

0003

Το κλάμα της Ναντ, το & ...

Read more
Είκοσι (05/01/1997)

Είκοσι (05/01/1997)

Η τιμωρία ήταν απίστε&upsilo ...

Read more
Ίντερ

Ίντερ

Κριτική ΠΑΟΚ-Ίντερ 0-0 Τέτοιο πρόλογο δεν έχω ρίξει στη ζωή μου ούτε σε γκόμενα στο σχολείο, τότε π ...

Read more

Θανασάκης

logo