Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08

psaxtiriΈτρεμα από την αδρεναλίνη. Σε κάθε βήμα προς το Πανθεσσαλικό οι σφυγμοί ανέβαιναν, χτυπούσαν οι φλέβες στα μηνίγγια μου. Ζαλιζόμουν, άρχισα να παραπατάω στην ανηφόρα και στάθηκα για ένα λεπτό να ξαναβρώ την ανάσα μου. Ήρθαν οι δεύτερες σκέψεις στο μυαλό, με κύκλωσαν, με τρομοκράτησαν. Τα πρόσωπα των παιδιών μου. Η μάνα μου. Ο πατέρας μου. Η γυναίκα μου, δυο βήματα μπροστά μου, που δεν είχε ιδέα σε τι μπελάδες θα την έβαζα αν κάτι πήγαινε στραβά στο ψαχτήρι των μπάτσων που μας περίμενε στα εκατό μέτρα. Άναψα τσιγάρο. Άνοιξα το βήμα. Πάμε, μέσα ήδη γίνεται πανηγύρι.

Από καιρό ήθελα να το κάνω. Δεν είμαι τέτοιος τύπος, δε μου αρέσουν τα επικίνδυνα παιχνίδια, αλλά ήθελα μια πράξη παρανομίας, μια συμβολική κίνηση ανυπακοής προς το Σύστημα, μια υπενθύμιση πως ακόμα δεν έχω σκύψει το κεφάλι και δεν ακολουθώ σαν πρόβατο τις υποδείξεις της αστυνομίας. Και διάλεξα το πιο απαγορευμένο αντικείμενο που μπορείς να περάσεις σε γήπεδο. Πλησιάζαμε, ήμασταν μισό λεπτό από το τείχος των θωρακισμένων ματατζήδων με τις ασπίδες, τα γκλομπ και τις μάσκες. Το χάιδευα με τον αντίχειρα, στην κωλοτσέπη, ευχόμενος να γίνει ένα ντου και να το περάσω. Το στομάχι μου μάτωνε από το άγχος, αλλά δεν κώλωσα.

Φτάσαμε στον πρώτο έλεγχο. Απίστευτο σκηνικό, οι πιο αποφασισμένοι μπάτσοι που έχω δει στη ζωή μου, στα 28 χρόνια που πάω στα γήπεδα. Μας εξευτέλισαν, μας ανάγκασαν να σηκώσουμε μαζικά τα χέρια ψηλά και να κουνάμε τα εισιτήρια. Κάπου κρυμμένοι θα ήταν ειδικά εκπαιδευμένοι αστυνομικοί-ελεύθεροι σκοπευτές, που με διαστημικά σκάνερ ξεχώριζαν από απόσταση ποιο εισιτήριο ήταν πλαστό και ποιο γνήσιο. Με έπιασε κρύος ιδρώτας, δε γνώριζα αν το εισιτήριο που κρατούσα ήταν γνήσιο ή το είχαν φωτοτυπήσει οι απατεώνες συνοπαδοί που μου το έδωσαν για να μου φάνε τα φράγκα. Τα λίγα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν αιώνας -περάσαμε. Αλλά χρόνος για να ξαλαφρώσεις δεν υπήρχε, μας περίμενε το δεύτερο, ανελέητο και εξονυχιστικό ψαχτήρι λίγα μέτρα μετά.

Μπλε και πράσινοι μπάτσοι δίπλα-δίπλα έφτιαχναν το πιο απροσπέλαστο φράγμα στην ιστορία της παγκόσμιας επιτήρησης της Τάξης και της Ασφάλειας. Αμήχανα, ξανάπιασα στην τσέπη το αντικείμενο που θα μπορούσε να με έστελνε για χρόνια στη φυλακή, αυτό που κανένας αστυνομικός ποτέ δε θα σε αφήσει να περάσεις σε γήπεδο, θα σε συλλάβει, θα σε λιώσει με το λοστάρι του, θα σε κλωτσήσει και θα σε χώσει αιμόφυρτο σε μια κλούβα για το κρατητήριο αν σε πάρει χαμπάρι πως έχεις σκοπό να κάνεις τέτοια παρανομία. Πήρα ανάσα, έπιασα την Άννα από το μπράτσο και όρμησα προς το μέρος τους. Τώρα ή ποτέ, όλα ή τίποτα.

Έστειλαν την Άννα να την ψάξει γυναίκα. Έμεινα μόνος μου, στη μέση του ψαχτηριού. Από δεξιά και αριστερά περνούσαν μαχαίρια, καλάσνικοφ, ένας κυλούσε βαρέλι με τσίπουρο και άνοιξαν οι αστυνομικοί να περάσει σχολιάζοντας «κάνα μεζέ δεν έφερες, ρε μεγάλε», μια ομάδα οπαδών με αθλητικές φόρμες και ακόντια στίβου, μπουκάλια με ρετσίνες και ένας πιτσιρικάς με γυάλινες κοκακόλες γι’ αυτούς που τη θολώνουν μετά το τρίτο ποτήρι, ένας ντελιβεράς από το skroutz.gr που παρέδιδε κινέζικους πυρσούς σε ένα γνωστό μου που τους είχε παραγγείλει online όσο περίμενε να μπει στο γήπεδο, κάτι δυτικοί με ένα τσιγάρο που κρατούσαν εφτά άτομα με χίλια εννιακόσια είκοσι έξι φύλλα που το κάνουν σε κάθε τελικό για γούρι, ένα πρεζάκι με γκαζάκι ζητούσε να μάθει πού είναι το κυλικείο να δανειστεί ένα κουτάλι κι ο άγριος επικεφαλής του έδειξε αυστηρά προς το μέρος του. Ήμουν έτοιμος να χάσω τη συγκέντρωσή μου με όλα αυτά. Περνούσαν σχεδόν τα πάντα, αλλά ήξερα πως οι μπάτσοι ψάχνουν μόνο για ένα πράγμα, αυτό που έχουν εκπαιδευτεί στις σχολές να βρίσκουν πάνω στους οπαδούς και να μη σηκώνουν κουβέντα όταν το βρίσκουν. Ανατρίχιασα. Έχασα το μυαλό μου για ένα δευτερόλεπτο και το ξαναβρήκα όταν με σκούντησε ο αιμοσταγής μπάτσος στην πλάτη και μου φώναξε με έναν βρυχηθμό. Έκανα πως δεν άκουσα. Αλλά μπήκε μπροστά και μου ‘κλεισε το δρόμο. Έκλασα μέντες.

Πάγωσαν όλοι τριγύρω. Οι δυτικοί με το 1926φυλλο σταμάτησαν να ξαποστάσουν, ο τυπάς με τις χατζάρες που μόλις είχε περάσει το ψαχτήρι κοντοστάθηκε και γύρισε πίσω, μήπως χρειαστεί να με βοηθήσει και το εκτίμησα, αδερφός για αδερφό. Ένιωθα όλα τα βλέμματα να με τρυπάνε στην πλάτη και οι κομμένες ανάσες τους περίμεναν την επόμενη κίνηση. Είδα σαν σε όνειρο τη συνέχεια: Το είχε δει το αντικείμενο, το αρπάζει από την τσέπη, ορμάνε πάνω μου ολόκληρη διμοιρία, με σακατεύουν, τρώω δέκα χρόνια κάγκελο, ξαναβγαίνω και τα παιδιά μου είναι έμποροι ναρκωτικών και ζουν κάτω από γέφυρες με τη μάνα τους που βγαίνει στα φανάρια για ζητιανιά με ψεύτικο κομμένο πόδι. Με κοίταξε στα μάτια ο μπάτσος, τον κοίταξα κι εγώ, έχω και ωραία μάτια, γαλανά τιρκουάζ, ίσως να τον μάγεψα, δεν ξέρω, ίσως να έπεσα σε γκέι, ίσως σε θαυμαστή των γαλανών τιρκουάζ -μου τη χάρισε. Φώναξε, για να ακούσουν οι υπόλοιποι τρομοκρατημένοι, «σας παρακαλώ, κύριε, αφαιρέστε το καπάκι από το νερό σας», εγώ το αφαίρεσα, άνοιξε το σφιχτοδεμένο τείχος των αστυνομικών και πέρασα ατιμωμένος. Με αγκάλιασε ένας συνοπαδός με την καραμπίνα στον ώμο, ίδιος ο Αστραπόγιαννος, προσπαθώντας να με παρηγορήσει: «Φίλε, κι εγώ έχω προσπαθήσει μια φορά να περάσω καπάκι και δεν τα κατάφερα, μη σε παίρνει από κάτω». Αλλά ήδη είχα ξενερώσει. Μπορεί να γλίτωσα τη σύλληψη και τη φυλάκιση, αλλά δεν είχα καταφέρει να κερδίσω τους μπάτσους -πραγματικά, όταν το θέλουν, οι μπαγάσες, κάνουν δουλειά.

Χημικά

Χημικά

Η αλόγιστη χρήση χημικών είναι γνωστή, ως φράση, στον μέσο οπαδό του ΠΑΟΚ. Ενδεχομένως και άλλων ομά ...

Read more
0013

0013

Όπως όλη η κερκίδα, έτσ ...

Read more
ACAB

ACAB

Η είδηση είναι αληθ&iot ...

Read more
Πληγές

Πληγές

Κρύφτηκαν όλα κάτω από τα μπουκάλια, τις πέτρες και τα ξηλωμένα καρεκλάκια. Ανακατεύτηκε η μπόχα τεσ ...

Read more
Φτου

Φτου

Καμάρι μας, ψυχή μας, ήρωά μας, φτου σου να μη σε ματιάσουμε, ...

Read more
Γιορτούλα

Γιορτούλα

Τι είναι η καλοκαι&rh ...

Read more
Καστοριά

Καστοριά

Δεν υπάρχει πιο εκδικητικός Παοκτσής από τον ΤΣ. Ο άνθρωπος είναι να τον φοβάσαι, άμα τον είχαμε βασ ...

Read more
Ελβετός

Ελβετός

Τις τελευταίες ημ ...

Read more
Χανόμαστε

Χανόμαστε

Ρε θα σκάσω μ’ αυτή την ιστορία. Ποιος το έγραψε; Ο Νίκος; Η Έφη; ...

Read more
Τσάμπα

Τσάμπα

Ορίστε, ίσα κι όμοια Μήτρογλου και Σαλπιγγίδης για πρώτος σκόρερ. Ο ένας κοστίζει 15.000.000 ευρώ κα ...

Read more
Αστικό

Αστικό

Πριν από εικοσιτόσα χρόνια ήμουν σαν αυτούς. Τώρα είμαι ο «μεγάλος» που τους ακούει και τους παρατηρ ...

Read more
Φωτάκια

Φωτάκια

Φορούσε πόσο καιρό η κόρη μου αυτά τα σαχλαμαρίστικα παιδικά παπούτσια με τα φωτάκια που αναβοσβήνου ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.