Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

Isovites2017«Αυτό, αυτό, αυτό είναι σωστό, απόψε άλλοι τέσσερις να γίνουμε οκτώ», λέμε εκεί κάτω στο πεταλάκι της 8, στο κλειστό, όταν μαζευόμαστε οκτώ άτομα, καμιά φορά.

Συνήθως είμαστε τέσσερις. Οι δύο γέροι του Μάπετ Σόου, δηλαδή εγώ και ο Άντι, και άλλοι δύο άξιοι αντικαταστάτες γκρινιάρηδες. Μεγαλώνει σε κάποια ματς η παρέα, γινόμαστε οκτώ, δέκα, μέχρι και μια εικοσάδα εμφανίσαμε στην κερκίδα της μίρλας ένα απόγευμα. Όποιος πάει στο Παλατάκι μας ξέρει, είμαστε φυτεμένοι εκεί, μόνιμο φόντο, το screensaver πίσω από την μπασκέτα «του Σήφη», για να συνεννοούμαστε. Και για να συνεννοούμαστε ακόμα καλύτερα, οι ονομασίες που έχουμε δώσει στο Παλατάκι δεν έχουν καμία σχέση με την άνιωθη κατανομή των εισιτηρίων: Εμείς είμαστε η «7», όλοι οι υπόλοιποι σε αυτό το πέταλο είναι η «8» και η «οικογενειακή κερκίδα», πίσω από τους πάγκους είναι «οι επίσημοι», δηλαδή η «1-2-3», το απέναντι πέταλο είναι η «4» και στη γωνία οι φωνακλάδες η «4Α», ενώ δεξιά μας είναι το ισιάδι, δηλαδή η «5-6». Έτσι ξεχωρίζουμε τις θύρες στο μπάσκετ και στα παπάρια μας τι λένε όλοι οι άλλοι. Εκατό φορές να το εξηγήσεις δε θα καταλάβει κανείς, αν το εξηγήσεις όπως το γράφω εγώ όλοι θα το καταλάβουν.

Εκεί, λοιπόν, στην «7» της 8, κυκλοφόρησε πρόσφατα μία ελεεινή φήμη πως εγώ είμαι, δήθεν, γκρινιάρης. Πως βρίζω τους δοξασμένους καλαθοσφαιριστές της ομάδας και «γκαντεμιάζω τις προσπάθειές τους». Κάτι τέτοια περίεργα. Η φήμη εξαπλώθηκε, δεν ξέρω ποιος από τους άλλους εφτά την έβγαλε προχθές, έφτασε και στ’ αυτιά μου, που καθόμουν δύο μέτρα πιο πέρα. Παντελόνια φοράω, δε θα μείνω άπραγος κόντρα σ’ αυτές τις άθλιες κατηγορίες. Ας βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους.

Καταρχάς, να πιάσουμε τον Πέινερς, που αποτέλεσε την αρχή της ιστορίας, επειδή, ντεμέκ, «τον έβριζα». Το δηλώνω παντελονάτα: Δεν τον έβρισα ποτέ. Συγκεκριμένα, είπα ακριβώς οκτώ φορές «μη σουτάρεις, ρε όργιο». Επίσης, είπα ακριβώς επτά φορές «σιγά μην τη βάλεις, άχρηστε». Ούτε «μαλάκα» είπα, ούτε «αρχίδι», ούτε καμία κακιά λέξη. Τον αποκάλεσα «όργιο» και «άχρηστο», δεν είναι βρισιές αυτές σε καμία γλώσσα. Ο Πέινερς από τα οκτώ σουτ που τον είπα «όργιο» έβαλε τα τέσσερα και από τις επτά βολές που είπα «σιγά μην τη βάλεις» έβαλε περίπου επτά. Οκέι. Κι εμένα να βάλεις, εφτά στις εφτά βολές και σίγουρα πάνω από 50% σουτ θα έχω. Πάμε παρακάτω.

Όχι, ρε, δεν πάμε παρακάτω. Δηλαδή μας έρχεται ο άλλος με το 31 στην πλάτη και μας πουλάει τρέλα επειδή έβαλε 16 πόντους στη Δόξα της Λευκάδας. Ούτε καν στη Δόξα της Δράμας, να πεις πως είναι και κάποιο ιστορικό σωματείο. Ξεχνάω εγώ το 0/3 ελεύθερα σουτ με τους Γερμανούς και τα «αααχ» και «βαααχ» όλης της κερκίδας πριν λίγες μέρες; Έτσι, θα τα διαγράψουμε τα αχ-βαχ επειδή έκανε μια, ας το πούμε, μέτρια προς καλή προς, άντε, γαμάτη εμφάνιση; Ωραίο παιδί είναι, ωραία χωρίστρα έχει, να λέμε και τα καλά του στοιχεία, αλλά μην τρελαθούμε. Θέλω 16 πόντους μέσο όρο, όχι 16 πόντους σε ένα ματς. Ας διορθωθεί και τα λέμε. Και δεν είπε κανένας πως «δεν κάνει» και «το μπούλο» και τα διάφορα άλλα που λέγαμε για τον Τέιλορ (που δικαιωθήκαμε και έφυγε) και τον Μπράιαντ (που δικαιωθήκαμε και έφυγε) και τον Μιλιένοβις (που δικαιωθήκαμε και έφυγε, αλλά ξαναγυρίζει σε κάθε ματς και παίζει για κάποιο λόγο). Άλλο θέμα δεν έχω με την ομάδα, αυτούς τους τρεις ήθελα να μη βλέπω άλλο, έφυγαν και οι τρεις (αν και, όπως έγραψα κάποια στιγμή παραπάνω, ο Σέρβος όλο ξαναγυρίζει).

Για τον Μιλιένοβιτς να παραδεχτώ πως το πράμα ξέφυγε λίγο. Τον έκραζα συνολικά 17 λεπτά και 53 δευτερόλεπτα, συν λίγο όταν κάθισε στον πάγκο, ανακεφαλαιώνοντας όσα του έλεγα ενόσω έπαιζε. Ντάξει, 17’ 53’’, ούτε ένα ημίχρονο, δηλαδή από πού προκύπτει το τερατώδες «σε όλο το ματς τον κράζεις», το ματς έχει σαράντα λεπτά. Η λάσπη δεν έχει σταματημό. Και να σημειώσω εμφατικά, πως, αφού τον έκραζα τόοοσο πολύ, γιατί ακόμα παίζει στον ΠΑΟΚ; Γιατί δε φεύγει και όλο επιστρέφει; Γιατί κάθεται εδώ να τον κράζουμε; Ε; Ε; Ε; Δεν υπάρχει αντίλογος σε σοβαρά επιχειρήματα, εννοείται. Αν είχε λίγη τσίπα, θα έβλεπε τη στατιστική του αγώνα και θα έμπαινε στο πρώτο λεωφορείο του ΚΤΕΛ Νομού Βελιγραδίου με εισιτήριο χωρίς επιστροφή: Ο ΠΑΟΚ σούταρε 22/24 βολές, δηλαδή πάνω από 90% -και αυτό το κριάρι με 4/6 και μας χάλασε τα ποσοστά. Και σε 17’ 53’’ είχε μία ασίστ. Μία. 1. Που λέω εγώ ούτε που την έδωσε τη μία την ασίστ, είναι αυτή που βάζουνε default στον πλέι-μέικερ της ομάδας από τη στατιστική υπηρεσία για να μην πέφτει το επίπεδο του πρωταθλήματος. Εγώ ασίστ δεν είδα να δίνει, εκτός από τις διακόσιες, περίπου, ασίστ στον Σούλη να τον βγάλει έξω.

Για τον Τσόχλα δεν είπα τίποτα. Τους έμεινε συνήθεια από τα προηγούμενα ματς, «μην κράζεις τον Τσόχλα» και μου το λέγανε συνέχεια. Δεν τον έκραξα, ίσα ίσα που πανηγύρισα όταν μπήκε που πήγε ο σέρβικος ηλεκτρονικός εγκέλαδος στον πάγκο. Αλλά αν ο άλλος είναι κομπλεξικός τι να πεις.

Σε όλους αυτούς εκεί τριγύρω μου έχω να πω ένα μεγάλο «ρε άντε από ‘δώ, άμπαλοι άνιωθοι χειροκροτητές», να πούμε. Που θα με πούνε εμένα γκρινιάρη και μίρλα, ποιοι, αυτοί που φεύγουν από το γήπεδο μόλις τελειώσει το ματς, λες και τελείωσε η παράσταση στο θέατρο, να τρέξουν σπίτια να κάνουν κριτική στο Αθηνόραμα για το σκηνοθέτη και τα σκηνικά. Εμάς, ρε, μας κλειδώνουνε μέσα. Και στο γήπεδο και στην περίβολο. Δύο στα δύο.

Μας κατέβασαν τα φώτα, δε βλέπαμε τη μύτη μας. Συνεχίσαμε, δεν κωλώσαμε. Μείναμε εκεί, στη γωνιά μας, έτσι ο Κλάντον, αλλιώς ο Λίνος, τα ριμπάουντ, οι αιφνιδιασμοί, αναλύαμε τη μεγάλη, ιστορική νίκη επί της Δόξας Λευκάδας που την κερδίσαμε για πρώτη φορά στα 90+1 χρόνια μας. Τα παιδιά έπαιζαν μέσα, εμείς αναλύαμε, βρήκαμε το δρόμο για την έξοδο με κλειστά μάτια. Είδαμε Προμηθέα στο μπάσκετ, είδαμε Ξάνθη στην μπάλα, τα είπαμε λίγο ακόμα, νύχτωσε, πήγαμε να φύγουμε, κλειστή η πύλη, μας κλειδώσανε μέσα. Ισοβίτες. Πού πήγε ο φύλακας, γιατί έκλεισε την πύλη και μας άφησε εγκλωβισμένους. Χριστοπαναγίες, φωνές, αγανάκτηση. Τηλέφωνο στον κάγκουρα που έφυγε πριν από εμάς. «Πού είσαι». «Έφυγα». «Πώς έφυγες». «Από την πόρτα». «Είναι κλειστή». «Σ’ εμένα δεν ήταν». «Καλά, μαλάκας είναι ο φύλακας»; «Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και να μην είναι ο φύλακας ο μαλάκας». «Τι εννοείς, Μήτσο»; «Έρχομαι».

Ήρθε ο Μήτσος, γύρισε στο Παλατάκι. Αυτός απ’ έξω, εγώ με τον Άντι και τις μικρές μας από μέσα. Αυτές ήδη είχαν βγάλει μπάλα και παίζανε, είπαν του Μήτσου να αρχίσουν το βόλεϊ. Και έπαιζαν βόλεϊ, στα εξωτερικά κάγκελα. 25-20 το πρώτο σετ, 25-15 το δεύτερο. Μία ώρα. Ο Άντι έκανε τον car-jockey, με αγνό, παραδοσιακό 80ς Thrash πασπαλισμένο με Lemmy, τον είχα βάλει και να στρίβει διαρκώς επειδή δεν είχα άλλα τσιγάρα, οι μικρές βόλεϊ, ωραία κατάσταση. Κάπου εκεί, ακούγοντας τη βελούδινη φωνή του Καβαλέρα, μου ήρθε η έμπνευση για το «Slaves Of Peiners» που τραγουδούσα όλο το βράδυ, αναλογιζόμενος το πόσο αδίκησα τον συμπαθέστατο σούτινγκ πάουερ φοργκάρντ μας που ακόμα δεν του έχουνε εξηγήσει σε ποια θέση παίζει παρά του έχουνε πει «μπες και κάνε ό,τι νομίζεις»: «Life ends-Life ends-Life ends-Life ends-Life ends/Feeling death/Slaves of Peiners».Επειδή μας σκλάβωσε ο Γιαννάκης ο Πέινερς, του άξιζε να τον τραγουδήσει ο Λαός στη δύσκολη ώρα του.

Μήνυμα σε όποιον ήξερα που έχει σχέση με το Παλατάκι, μόνο στον Μπάνε δεν έστειλα. Βρέθηκε η άκρη, μιάμιση ώρα μετά τον εγκλωβισμό ήρθε η σωτηρία. Τι είχε γίνει, τα ξέρασε όλα ο Μήτσος, ο κάγκουρας, όταν λέγαμε πως «ας έρθει ο φύλακας και θα φάει πολύ κράξιμο». «Όχι, παιδιά, δε φταίει αυτός». Μιάμιση ώρα νωρίτερα, ο διάλογος ΠΑΟΚ ΕΙΣΑΙ ήταν που έκανε τη ζημιά:

- Έχει άλλους πάνω στο πάρκινγκ;
- Όχι, δεν έχει άλλους στο πάνω πάρκινγκ.
- Τι είπες;
- Είπα, δεν έχει άλλους.

Και τώρα άντε να πεις «όχι» στη Χουλιγκάνα που της άρεσε και θέλει «σε κάθε ματς να μας κλειδώνουνε μέσα, να παίζουμε βόλεϊ». Θα ζητήσω τα κλειδιά από τον πρόεδρο, ούτως ή άλλως δεύτερο σπίτι μας είναι.

Πέταλα

Πέταλα

Πολύς λόγος γίνεται για τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στα αντικριστά πέταλα της Τούμπας, δηλα ...

Read more
Ομορφιά

Ομορφιά

Σαν σήμερα, στις 15 Μαΐ&omi ...

Read more
Κατεδάφιση

Κατεδάφιση

47 αγώνες. 22 νίκες, 25 ήττε&s ...

Read more
Χανιμπάλας

Χανιμπάλας

Δε θυμάμαι να έχω ξεν& ...

Read more
Ξενέρωμα

Ξενέρωμα

Αρχικά με ξένισε η ανάρτηση του αγαπητού και ιστορικού Κορδελιού, πριν τρεις ημέρες στο Facebook. ...

Read more
Βαφτίσια

Βαφτίσια

Πρέπει να είσαι κάπως ανόητος για να φωνάξεις σε έναν καλλιτέχνη, την ώρα που βρίσκεται στη σκηνή, « ...

Read more
Όπισθεν

Όπισθεν

Επειδή κουράστηκα να μαλώνω ή να διαβάζω καυγάδες όπου βρίσκω σχόλια για τον επαγγελματία ποδοσφαιρι ...

Read more
0002

0002

Χρειάστηκε ένας άνθρ&o ...

Read more
Φέρμπι

Φέρμπι

O Φέρμπι (Furby) ήταν ένα αξιαγάπητο παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους, μια μαλακία, κάτι τόσο αηδια ...

Read more
Ρέιβερ

Ρέιβερ

Καλό το Μέταλ, καλά τ&alph ...

Read more
Δωράκια

Δωράκια

90 εκλεκτά δωράκια για τα 90 χρόνια του πολυαγαπημένου μας Ολυμπιακού Συλλόγου Φυλακισμένων Προέδρων ...

Read more
Εδώ

Εδώ

Στη Θύρα 4 δεν πηγαίνω &s ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.