Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια...

Βράχια

Βράχια

1 Οκτωβρίου 1992 - 1...

Χημεία

Χημεία

Το μεγαλύτερο πανί...

  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01
  • Φως

    Φως

    Thursday, 05 October 2017 15:03
  • Βράχια

    Βράχια

    Sunday, 01 October 2017 13:44
  • Χημεία

    Χημεία

    Friday, 29 September 2017 15:13

livadaΉταν μια μέρα που θα τη θυμόμαστε για πάντα. Για χίλιους δυο λόγους. Είχε και ορόσημα, που ούτως ή άλλως δεν τα ξεχνάς. Απλώς, ήταν μια τέλεια μέρα. Τέλεια.

Στις πέντε το πρωί πάλευα ακόμα στο κρεβάτι να κοιμηθώ, γεμάτος, κουρασμένος, ευτυχισμένος, αλλά με την καρδιά τρύπια. Με έπιανε ο ύπνος για πέντε λεπτά, έβλεπα εφιάλτες, πεταγόμουν. Πέντε και πέντε. Ξανάκλεινα τα μάτια, ίσα που με άκουγα να βαριανασαίνω, ύπνος-ξύπνιος, κι άλλος εφιάλτης. Πέντε και δέκα. Ξημέρωνε κι ακόμα το πάλευα.

Είχα ξυπνήσει τη Χουλιγκάνα να φύγουμε για Λιβαδειά και ήμουν ο πρώτος που είδε να της λείπει το μπροστινό δόντι. Κουνιόταν μέρες τώρα, θα έπεφτε. Έπεσε. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα γέλια. Αυτή είχε βυθιστεί στον τρόμο, το έβλεπες στη ματιά της, δε βρίσκαμε το δόντι, πίστευε πως το είχε καταπιεί. Το βρήκαμε. Γέλασε και έλαμψε το σπίτι. Μιλούσε ψευδά, γελούσαμε, το διασκέδαζε. Κοιτιόταν στον καθρέφτη, «χα χα, δες πώς είμαι, έχω πολλή πλάκα». Καλά το πήρε. «Έτοιμη να ζητήσει κανένα κατοστάρικο είναι». Τουμπάραμε τη μικρούλα να πάει να ταΐσει τις πάπιες στον Εθνικό Κήπο με τη θεία και φύγαμε για την πόλη όπου δεν είχα βάλει ποτέ στη ζωή μου γκολ -εκτός από εκείνο του Μπερμπάτοφ πέρσι, που είχε ακυρωθεί.

Μετρό, κυλιόμενες, ηλεκτρικός, Περισός, ραντεβού με τους Αθηναίους και τον άλλο που είχε κατεβεί, ταξίδι στο χιονισμένο τοπίο. Ντου στη γνωστή ταβέρνα -κάποτε, πιτσιρικάδες, αγχωνόμασταν πώς θα φάμε χωρίς να πληρώσουμε. Τώρα αγχωνόμαστε να βρούμε τραπέζι. Βρίσκουμε. Τριγύρω οι πιο αγαπημένοι να κάνουν χαβά, να γελάνε, να συζητάνε για το παιχνίδι, τον Γκάρι, τα χάλια μας, τα αδέρφια μας. Να σταματούσε ο χρόνος, εκεί, στην ταβέρνα. Να ήταν η εκδρομή ένα μεγάλο τραπέζι και να μιλούσαμε αιώνια για τον ΠΑΟΚ. Η Χουλιγκάνα παιδεύτηκε να φάει σουβλάκι, δεν τα κατάφερε. Έλειπε το δόντι. Της πρότεινα να δοκιμάσει τζατζίκι. Έτρωγε ως το βράδυ. Ακόμα μυρίζει τζατζίκι το σπίτι. «Όταν πάμε σπίτι να αγοράσουμε, θα τρώω κάθε μέρα, τέλειο είναι». Βουτούσε τις πατάτες στο τζατζίκι, εμείς κάναμε κόντρα σουβλάκια που από την παραγγελία ενημερώσαμε πως εμείς σουβλάκια θα πληρώσουμε κι αν μας φέρει καλαμάκια δεν αναγνωρίζουμε τίποτα, από γύρω ο Νότος κι ο Βορράς που είχε κουβαληθεί, μια ομορφιά, ο πραγματικός ΠΑΟΚ, τα αδέρφια μας, ήσουν μαζί τους και δε σε ένοιαζε τίποτα. Έχασα, 10 ο Μήτσος, 9 ο Σωτήρης, 8 εγώ και μισό που άφησε η Χουλιγκάνα. Ο Μήτσος κέρδισε με ανατροπή, έχανε στο ημίχρονο -στην πόλη του Κομπότη ήμασταν, κέρδισε με διπλό ημίχρονο, άσο τελικό.

Ο Νίκος μου έκοψε τα φτερά. Του είπα πως έχω μαζί μου πράγματα να πάω αύριο στο Τζάννειο. Έδωσε ο Σύνδεσμος κάτι για τον Σάκη και τα παιδιά του. «Αδερφέ μου, αύριο πιο πιθανό είναι να πάμε στην κηδεία, όχι στο νοσοκομείο. Δύσκολα είναι». Η μία οικογένεια, η δική μου, περνούσε την τέλεια μέρα της, σε μια άλλη οικογένεια, στον Πειραιά, έπεφτε το σκοτάδι. «Έτσι είναι η ζωή», είπε ένας άλλος. Όχι, αδερφέ μου. Δεν είναι έτσι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι έτσι. Δεν είναι ζωή αυτό το πράμα. Δεν μπορεί να σε παίρνει στα 48.

Για λόγους που δεν έχουν και πολλή σημασία, με τον Σάκη ήρθαμε κοντά τώρα τελευταία. Είχαμε δει το ματς με τον Ηρακλή στον Πανελλήνιο, τα είχαμε πει με την ΑΕΚ που είχαν έρθει στην Τούμπα, βρεθήκαμε στη Νέα Σμύρνη. Δώσαμε ραντεβού για καφέ αυτή την εβδομάδα, που θα ήμουν Αθήνα. «Θα έχω και την οικογένεια», του είπα. «Ε, πάρ’ τους όλους κι ελάτε από το σπίτι, να γνωριστούμε οικογενειακώς». Πριν ή μετά τη Λιβαδειά, αρχίσαμε να το συζητάμε, μεγάλο πρόβλημα, τι να σου πω. Αν θα βρεθούμε στις 2 ή στις 4 του μήνα. Όταν κάνεις σχέδια, τι ειρωνεία.

Η Χουλιγκάνα το καταχάρηκε. Παρκάραμε και μακριά, κάναμε γύρους, φτάσαμε στο γήπεδο με τους αγενείς μπάτσους του Νότου που δε γελάνε για να μη χαλάσουν την αγριάδα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος της ζήτησε ένα ζαχαρωτό και δεν έδωσε. «Θα μου δώσεις ένα ζαχαρωτό»; «Όχι». Είπε «όχι» σε άνθρωπο. Τα παιδιά δεν τα κοροϊδεύεις, την είδε τη ματιά του, τη ζύγισε, του έβαλε «Χ». Ένας από πίσω έκανε χιούμορ, «τα ναρκωτικά κρύβουν εκεί μέσα». Ποιος δικαστής θα με έκλεινε μέσα αν του έχωνα μία στη μάπα εκείνη τη στιγμή, του πουτάνας γιου.

Και στο χορτάρι η ίδια βαρεμάρα. Καλομάθαμε, ντάξει, έζησα καμιά εικοσαετία ακολουθώντας τον ΠΑΟΚ εκτός έδρας όπου το «διπλό» ήταν inside joke, το λέγαμε και δεν το πιστεύαμε, λες και από συνήθεια. Τώρα το διπλό είναι πραγματικός στόχος, χαλιόμαστε όταν δεν έρχεται, τους κλείνουμε εβδομήντα λεπτά και γκρινιάζουμε επειδή έχουμε χασογκόληδες και καλή η κατοχή αλλά δεν έχουμε σκόρερ και «αφήνουμε δυο βαθμούς σε κάθε χωριό». Κι εγώ τα λέω αυτά, όχι μόνο οι δίπλα. Ξεχνάω, έγινα νεόπλουτος. Σ’ αυτό το γήπεδο έχω χάσει στο 90’ από τον Μπλέτσα.

Τα είπα με πενήντα ανθρώπους χθες. Μπορεί και περισσότερους. Πόσα είπαμε, γέμισα μπαταρίες, άλλο να τα λες από το μηχάνημα, άλλο να τους κοιτάς μέσα στα μάτια. Ένας από τους πιο αγαπημένους παλιούς ξαναείπε κάτι που τον έχω ακούσει να λέει κάποτε σε παρόμοια κουβέντα: «Εμείς πηγαίναμε και για τον ΠΑΟΚ αλλά και για να βλέπουμε την ομαδάρα μας τότε. Εμείς βλέπαμε Κούδα, Σαράφη, απίστευτη μπάλα, ταξιδεύαμε παντού, αλλά είχαμε και την καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα. Και είχαμε και τον Μανάβη, δεν κωλώναμε πουθενά, είχαμε μπροστά τον Μάκη, τι να φοβηθείς όταν έχεις αυτόν, τον στρατηγό. Εσείς είστε καλύτεροι Παοκτσήδες από εμάς. Εσείς, τα πιτσιρίκια. Πηγαίνετε παντού, σας βλέπω σε όλα τα γήπεδα, βόρειοι, νότιοι, τρέχετε στον ΠΑΟΚ και βλέπετε αυτό το χάλι στο χόρτο. Σας παραδέχομαι». Έλεγε, δηλαδή, πως η παλιά μας γενιά είχε και την αιτία και την αφορμή. Εμείς έχουμε μόνο την αιτία. Και σκέφτηκα «εμείς» επειδή, στην ουσία, κι εγώ στους «πιτσιρικάδες» που έλεγε ανήκω, σαράντα ένα έφτασα αλλά ακόμα την αφορμή δεν τη βρήκα, από το 1989 που τρέχω στον ΠΑΟΚ ομάδα δεν είδα να παίζει μπάλα σπουδαία ποτέ.

Η μισή κερκίδα με άσπρα μαλλιά. Από τη μία χαιρόμουν που ήξερα τις φάτσες, που αντέχουν ακόμα να τρέχουν και να τραγουδάνε και να χοροπηδάνε, από την άλλη σκεφτόμουν πως θα έπρεπε να είμαστε οι εξαιρέσεις. Να πιάνουμε μια γωνιά η γερουσία και μπροστά μας να θαυμάζουμε τα νέα τσακαλάκια που θα μας έδιναν το ρυθμό. Το είπα και στον Μισαήλ, που έχει μία από τις πιο καθαρές ματιές που έχω δει στην κερκίδα: «Όταν μείνουμε σπίτι, όταν κουραστούμε εμείς με τα άσπρα μαλλιά, ποιος θα μείνει». Δεν είχε απάντηση. Κανείς δεν έχει. Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος τρόμος μου για το μέλλον, που γερνάμε οπαδικά και η αναλογία δε λέει να αλλάξει, να μας βάλουν στην άκρη οι νέοι, να μας κάνουν μειοψηφία.

Ωραία κερκίδα. Ασταμάτητη. Η κλασική κερκίδα του εκτός έδρας. Δε βοήθησε η ομάδα, μας έκανε, έστω, το δωράκι στο τέλος για να γυρίσουμε με χαμόγελο. Ξαναπήγαμε ταβέρνα στο γυρισμό, η Χουλιγκάνα ήθελε να ξαναφάει τζατζίκι. Μεγάλη ανακάλυψη. Έμαθε πολλά χθες. Της έκαναν εντύπωση τα τατουάζ ενός φίλου, τα χάιδευε, «τι σημαίνει αυτό». 1-2-4, φώναζε μετά στην κερκίδα, «το 3 δεν το λέμε». «Στο γήπεδο δεν το λέμε, μην μπερδευτείς στο σχολείο, καλά»; «Ναι, ρε μπαμπά, δεν είμαι μικρή, ξέρω». Στο «Σάκη, ζεις, για πάντα Παοκτσής» ρώτησε γιατί το φωνάζουμε και τι σημαίνει. Της είπε η μάνα της πως ο Σάκης είναι ένας Παοκτσής που πάντα έρχεται στο γήπεδο και σήμερα λείπει, γι’ αυτό το φωνάζουμε, για να του δείξουμε πως δεν τον ξεχνάμε επειδή δεν ήρθε σε έναν αγώνα. Νωρίτερα, στην ταβέρνα, δεν ήξερε πως μιλούσε με τον τύπο που είχε εμπνευστεί πριν από χρόνια πολλά αυτό που έγραφε το μπλουζάκι της, το σκεφτόμουν για ώρα, δύο γενιές που τις ένωνε ένα σύνθημα, «ξέρω πως είσαι μια ουτοπία».

Δύσκολα

Δύσκολα

Μεγάλο διπλό το χθεσινό στο Καραϊσκάκη. Ιστορικό. Θα το θυμόμαστε χρόνια, λόγω των συνθηκών υπό τις ...

Read more
Σέλφι

Σέλφι

Τώρα εμείς της γενιάς μας ακούμε λολ και μένσιον και σέλφι και δεν έχουμε ιδέα τι εννοούν τα παιδιά. ...

Read more
Χασογκόληδες

Χασογκόληδες

Ωραίο και χρήσιμο πρά& ...

Read more
Πρόγραμμα/Βαθμολογίες

Πρόγραμμα/Βαθμολογίες

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΕΣ 2015-2016 Ενημέρωση: 14/11/2015 ...

Read more
Σκούζει

Σκούζει

Η 29η Νοεμβρίου 2016, η νύχτ&a ...

Read more
Πεντακοσάρικο

Πεντακοσάρικο

Πριν λίγες μέρες έλα&b ...

Read more
Κουζίνα

Κουζίνα

Το μόνο εύκολο, μέρε ...

Read more
Γιουσουφάκια

Γιουσουφάκια

Οι άνθρωποι που έχο&u ...

Read more
Φτου

Φτου

Καμάρι μας, ψυχή μας, ήρωά μας, φτου σου να μη σε ματιάσουμε, ...

Read more
2015

2015

Πώς γίνεται να τελειώνει μία χρονιά που σε βρίσκει υγιή, εσένα και τα τρία κορίτσια σου, αρτιμελή, ε ...

Read more
Ποίηση

Ποίηση

Το αφιέρωμα για την Π&a ...

Read more
Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια &del ...

Read more

Θανασάκης

logo