Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

livadaΉταν μια μέρα που θα τη θυμόμαστε για πάντα. Για χίλιους δυο λόγους. Είχε και ορόσημα, που ούτως ή άλλως δεν τα ξεχνάς. Απλώς, ήταν μια τέλεια μέρα. Τέλεια.

Στις πέντε το πρωί πάλευα ακόμα στο κρεβάτι να κοιμηθώ, γεμάτος, κουρασμένος, ευτυχισμένος, αλλά με την καρδιά τρύπια. Με έπιανε ο ύπνος για πέντε λεπτά, έβλεπα εφιάλτες, πεταγόμουν. Πέντε και πέντε. Ξανάκλεινα τα μάτια, ίσα που με άκουγα να βαριανασαίνω, ύπνος-ξύπνιος, κι άλλος εφιάλτης. Πέντε και δέκα. Ξημέρωνε κι ακόμα το πάλευα.

Είχα ξυπνήσει τη Χουλιγκάνα να φύγουμε για Λιβαδειά και ήμουν ο πρώτος που είδε να της λείπει το μπροστινό δόντι. Κουνιόταν μέρες τώρα, θα έπεφτε. Έπεσε. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα γέλια. Αυτή είχε βυθιστεί στον τρόμο, το έβλεπες στη ματιά της, δε βρίσκαμε το δόντι, πίστευε πως το είχε καταπιεί. Το βρήκαμε. Γέλασε και έλαμψε το σπίτι. Μιλούσε ψευδά, γελούσαμε, το διασκέδαζε. Κοιτιόταν στον καθρέφτη, «χα χα, δες πώς είμαι, έχω πολλή πλάκα». Καλά το πήρε. «Έτοιμη να ζητήσει κανένα κατοστάρικο είναι». Τουμπάραμε τη μικρούλα να πάει να ταΐσει τις πάπιες στον Εθνικό Κήπο με τη θεία και φύγαμε για την πόλη όπου δεν είχα βάλει ποτέ στη ζωή μου γκολ -εκτός από εκείνο του Μπερμπάτοφ πέρσι, που είχε ακυρωθεί.

Μετρό, κυλιόμενες, ηλεκτρικός, Περισός, ραντεβού με τους Αθηναίους και τον άλλο που είχε κατεβεί, ταξίδι στο χιονισμένο τοπίο. Ντου στη γνωστή ταβέρνα -κάποτε, πιτσιρικάδες, αγχωνόμασταν πώς θα φάμε χωρίς να πληρώσουμε. Τώρα αγχωνόμαστε να βρούμε τραπέζι. Βρίσκουμε. Τριγύρω οι πιο αγαπημένοι να κάνουν χαβά, να γελάνε, να συζητάνε για το παιχνίδι, τον Γκάρι, τα χάλια μας, τα αδέρφια μας. Να σταματούσε ο χρόνος, εκεί, στην ταβέρνα. Να ήταν η εκδρομή ένα μεγάλο τραπέζι και να μιλούσαμε αιώνια για τον ΠΑΟΚ. Η Χουλιγκάνα παιδεύτηκε να φάει σουβλάκι, δεν τα κατάφερε. Έλειπε το δόντι. Της πρότεινα να δοκιμάσει τζατζίκι. Έτρωγε ως το βράδυ. Ακόμα μυρίζει τζατζίκι το σπίτι. «Όταν πάμε σπίτι να αγοράσουμε, θα τρώω κάθε μέρα, τέλειο είναι». Βουτούσε τις πατάτες στο τζατζίκι, εμείς κάναμε κόντρα σουβλάκια που από την παραγγελία ενημερώσαμε πως εμείς σουβλάκια θα πληρώσουμε κι αν μας φέρει καλαμάκια δεν αναγνωρίζουμε τίποτα, από γύρω ο Νότος κι ο Βορράς που είχε κουβαληθεί, μια ομορφιά, ο πραγματικός ΠΑΟΚ, τα αδέρφια μας, ήσουν μαζί τους και δε σε ένοιαζε τίποτα. Έχασα, 10 ο Μήτσος, 9 ο Σωτήρης, 8 εγώ και μισό που άφησε η Χουλιγκάνα. Ο Μήτσος κέρδισε με ανατροπή, έχανε στο ημίχρονο -στην πόλη του Κομπότη ήμασταν, κέρδισε με διπλό ημίχρονο, άσο τελικό.

Ο Νίκος μου έκοψε τα φτερά. Του είπα πως έχω μαζί μου πράγματα να πάω αύριο στο Τζάννειο. Έδωσε ο Σύνδεσμος κάτι για τον Σάκη και τα παιδιά του. «Αδερφέ μου, αύριο πιο πιθανό είναι να πάμε στην κηδεία, όχι στο νοσοκομείο. Δύσκολα είναι». Η μία οικογένεια, η δική μου, περνούσε την τέλεια μέρα της, σε μια άλλη οικογένεια, στον Πειραιά, έπεφτε το σκοτάδι. «Έτσι είναι η ζωή», είπε ένας άλλος. Όχι, αδερφέ μου. Δεν είναι έτσι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι έτσι. Δεν είναι ζωή αυτό το πράμα. Δεν μπορεί να σε παίρνει στα 48.

Για λόγους που δεν έχουν και πολλή σημασία, με τον Σάκη ήρθαμε κοντά τώρα τελευταία. Είχαμε δει το ματς με τον Ηρακλή στον Πανελλήνιο, τα είχαμε πει με την ΑΕΚ που είχαν έρθει στην Τούμπα, βρεθήκαμε στη Νέα Σμύρνη. Δώσαμε ραντεβού για καφέ αυτή την εβδομάδα, που θα ήμουν Αθήνα. «Θα έχω και την οικογένεια», του είπα. «Ε, πάρ’ τους όλους κι ελάτε από το σπίτι, να γνωριστούμε οικογενειακώς». Πριν ή μετά τη Λιβαδειά, αρχίσαμε να το συζητάμε, μεγάλο πρόβλημα, τι να σου πω. Αν θα βρεθούμε στις 2 ή στις 4 του μήνα. Όταν κάνεις σχέδια, τι ειρωνεία.

Η Χουλιγκάνα το καταχάρηκε. Παρκάραμε και μακριά, κάναμε γύρους, φτάσαμε στο γήπεδο με τους αγενείς μπάτσους του Νότου που δε γελάνε για να μη χαλάσουν την αγριάδα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος της ζήτησε ένα ζαχαρωτό και δεν έδωσε. «Θα μου δώσεις ένα ζαχαρωτό»; «Όχι». Είπε «όχι» σε άνθρωπο. Τα παιδιά δεν τα κοροϊδεύεις, την είδε τη ματιά του, τη ζύγισε, του έβαλε «Χ». Ένας από πίσω έκανε χιούμορ, «τα ναρκωτικά κρύβουν εκεί μέσα». Ποιος δικαστής θα με έκλεινε μέσα αν του έχωνα μία στη μάπα εκείνη τη στιγμή, του πουτάνας γιου.

Και στο χορτάρι η ίδια βαρεμάρα. Καλομάθαμε, ντάξει, έζησα καμιά εικοσαετία ακολουθώντας τον ΠΑΟΚ εκτός έδρας όπου το «διπλό» ήταν inside joke, το λέγαμε και δεν το πιστεύαμε, λες και από συνήθεια. Τώρα το διπλό είναι πραγματικός στόχος, χαλιόμαστε όταν δεν έρχεται, τους κλείνουμε εβδομήντα λεπτά και γκρινιάζουμε επειδή έχουμε χασογκόληδες και καλή η κατοχή αλλά δεν έχουμε σκόρερ και «αφήνουμε δυο βαθμούς σε κάθε χωριό». Κι εγώ τα λέω αυτά, όχι μόνο οι δίπλα. Ξεχνάω, έγινα νεόπλουτος. Σ’ αυτό το γήπεδο έχω χάσει στο 90’ από τον Μπλέτσα.

Τα είπα με πενήντα ανθρώπους χθες. Μπορεί και περισσότερους. Πόσα είπαμε, γέμισα μπαταρίες, άλλο να τα λες από το μηχάνημα, άλλο να τους κοιτάς μέσα στα μάτια. Ένας από τους πιο αγαπημένους παλιούς ξαναείπε κάτι που τον έχω ακούσει να λέει κάποτε σε παρόμοια κουβέντα: «Εμείς πηγαίναμε και για τον ΠΑΟΚ αλλά και για να βλέπουμε την ομαδάρα μας τότε. Εμείς βλέπαμε Κούδα, Σαράφη, απίστευτη μπάλα, ταξιδεύαμε παντού, αλλά είχαμε και την καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα. Και είχαμε και τον Μανάβη, δεν κωλώναμε πουθενά, είχαμε μπροστά τον Μάκη, τι να φοβηθείς όταν έχεις αυτόν, τον στρατηγό. Εσείς είστε καλύτεροι Παοκτσήδες από εμάς. Εσείς, τα πιτσιρίκια. Πηγαίνετε παντού, σας βλέπω σε όλα τα γήπεδα, βόρειοι, νότιοι, τρέχετε στον ΠΑΟΚ και βλέπετε αυτό το χάλι στο χόρτο. Σας παραδέχομαι». Έλεγε, δηλαδή, πως η παλιά μας γενιά είχε και την αιτία και την αφορμή. Εμείς έχουμε μόνο την αιτία. Και σκέφτηκα «εμείς» επειδή, στην ουσία, κι εγώ στους «πιτσιρικάδες» που έλεγε ανήκω, σαράντα ένα έφτασα αλλά ακόμα την αφορμή δεν τη βρήκα, από το 1989 που τρέχω στον ΠΑΟΚ ομάδα δεν είδα να παίζει μπάλα σπουδαία ποτέ.

Η μισή κερκίδα με άσπρα μαλλιά. Από τη μία χαιρόμουν που ήξερα τις φάτσες, που αντέχουν ακόμα να τρέχουν και να τραγουδάνε και να χοροπηδάνε, από την άλλη σκεφτόμουν πως θα έπρεπε να είμαστε οι εξαιρέσεις. Να πιάνουμε μια γωνιά η γερουσία και μπροστά μας να θαυμάζουμε τα νέα τσακαλάκια που θα μας έδιναν το ρυθμό. Το είπα και στον Μισαήλ, που έχει μία από τις πιο καθαρές ματιές που έχω δει στην κερκίδα: «Όταν μείνουμε σπίτι, όταν κουραστούμε εμείς με τα άσπρα μαλλιά, ποιος θα μείνει». Δεν είχε απάντηση. Κανείς δεν έχει. Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος τρόμος μου για το μέλλον, που γερνάμε οπαδικά και η αναλογία δε λέει να αλλάξει, να μας βάλουν στην άκρη οι νέοι, να μας κάνουν μειοψηφία.

Ωραία κερκίδα. Ασταμάτητη. Η κλασική κερκίδα του εκτός έδρας. Δε βοήθησε η ομάδα, μας έκανε, έστω, το δωράκι στο τέλος για να γυρίσουμε με χαμόγελο. Ξαναπήγαμε ταβέρνα στο γυρισμό, η Χουλιγκάνα ήθελε να ξαναφάει τζατζίκι. Μεγάλη ανακάλυψη. Έμαθε πολλά χθες. Της έκαναν εντύπωση τα τατουάζ ενός φίλου, τα χάιδευε, «τι σημαίνει αυτό». 1-2-4, φώναζε μετά στην κερκίδα, «το 3 δεν το λέμε». «Στο γήπεδο δεν το λέμε, μην μπερδευτείς στο σχολείο, καλά»; «Ναι, ρε μπαμπά, δεν είμαι μικρή, ξέρω». Στο «Σάκη, ζεις, για πάντα Παοκτσής» ρώτησε γιατί το φωνάζουμε και τι σημαίνει. Της είπε η μάνα της πως ο Σάκης είναι ένας Παοκτσής που πάντα έρχεται στο γήπεδο και σήμερα λείπει, γι’ αυτό το φωνάζουμε, για να του δείξουμε πως δεν τον ξεχνάμε επειδή δεν ήρθε σε έναν αγώνα. Νωρίτερα, στην ταβέρνα, δεν ήξερε πως μιλούσε με τον τύπο που είχε εμπνευστεί πριν από χρόνια πολλά αυτό που έγραφε το μπλουζάκι της, το σκεφτόμουν για ώρα, δύο γενιές που τις ένωνε ένα σύνθημα, «ξέρω πως είσαι μια ουτοπία».

Τρολλάρισμα

Τρολλάρισμα

Προειδοποίηση: Ακολουθεί αυτοαναφορική δημοσίευση. Συνεχίζετε να διαβάζετε με δική σας ευθύνη για εν ...

Read more
Αξιοποίηση

Αξιοποίηση

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, ο Ιάκωβος Αγγελίδης, στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου, μίλησε για αρκετά θέμ ...

Read more
Ταλιμπάν

Ταλιμπάν

Οι αστυνομικοί είναι φίλοι μας. Εγώ ελληνική αστυνομία άι λάικ, μεγάλα γούστα, τι να πρωτοθυμηθεί κα ...

Read more
0026

0026

Η φράση «απόλαυση να &t ...

Read more
Κουζίνα

Κουζίνα

Το μόνο εύκολο, μέρε ...

Read more
Κανίβαλοι

Κανίβαλοι

Δε μου φτάνει η κλα& ...

Read more
Χωριά

Χωριά

Ποιος πιστεύει πως φέτος μπορούμε να πάρουμε το Europa League; Δε βλέπω κανένα χέρι. Ποιος πιστεύει ...

Read more
Τηλεόραση

Τηλεόραση

Έχω δει σε αγγλική pu ...

Read more
Μίσος

Μίσος

Η γιαγιά μου, η μπάμπω-&L ...

Read more
Υγεία

Υγεία

Εμφανίστηκε το πρωί &mu ...

Read more
2016-Βόλεϊ

2016-Βόλεϊ

16 πράγματα που θα θυ&m ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.