Ανάσα

Ανάσα

Πρώτη φορά πήγα στο...

Μαυρίδης

Μαυρίδης

Οι μόνοι που...

Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια...

  • Ανάσα

    Ανάσα

    Saturday, 21 October 2017 22:59
  • Μαυρίδης

    Μαυρίδης

    Saturday, 21 October 2017 12:40
  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01
  • Φως

    Φως

    Thursday, 05 October 2017 15:03

00007teΤο σχέδιο ήταν οργανωμένο μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Η εκτέλεση ήταν ένα μικρό θέμα, αλλά δεν είμαι ερασιτέχνης, κουβαλάω πλέον πολλά χρόνια στην πλάτη και δε με τρόμαζε η μέρα που ξημέρωνε.

Η πιο γεμάτη κι η πιο ωραία μέρα της χρονιάς. Η μέρα της κούπας, του πανηγυριού, της δικαίωσης. Όλα έπρεπε να γίνουν σωστά, ώστε στις πέντε παρά τέταρτο να βρίσκεται η οικογένεια στη γνωστή γωνία μας στο Παλατάκι, με τα πιτόγυρα, τους καφέδες, τα πατατάκια και την παρέα των μόνιμων που προτιμούν να κάνουν πρι-γκέιμ σόου στο άδειο γήπεδο, ώρες πριν από κάθε ματς.

Απλώς έπρεπε να τις ξυπνήσω νωρίς, να τις βγάλω το λάδι και να ψοφήσουν από την κούραση ώστε να κοιμηθούν μεσημέρι και να έχουν δυνάμεις για το βράδυ, που μας περίμεναν πέντε, έξι, εφτά ώρες παλαβομάρας. Στις τέσσερις και μισή θα περνούσαμε να πάρουμε την Άννα από τη δουλειά, πέντε παρά τέταρτο θα ήμασταν στο γήπεδο -δώσαμε και τα κλασικά ραντεβού για την απολογιστική κουβέντα της χρονιάς με τους γνωστούς συντρόφους της κερκίδας. Τετάρτη βράδυ είχα πέσει νωρίς για ύπνο, να ξεκουραστώ κι εγώ τώρα που τα χρόνια περάσανε και οι αντοχές λιγοστεύουν.

Όντως, όλα ξεκίνησαν όπως έπρεπε. Ξύπνημα νωρίς, γάλα, επίτηδες βάζω μια ταινία της Μπάρμπι όπου χορεύουν δυο ώρες μπαλέτα και φοράνε πουέντ και φορέματα και ιδρώνουν, τρώμε πρωινό, προτείνω να πάμε στην πλατεία για να συνεχίσουμε το παιχνίδι. Τις αλλάζω τα ιδρωμένα ρούχα, τις ντύνω, κατεβαίνουμε προς την πλατεία φορτωμένοι με μπάλες, ενώ στη διαδρομή ανακαλύπτω ένα νέο παιχνίδι όπου κάνουμε σπριντ, από το ένα δέντρο στο άλλο. Πριν καν φτάσουμε, τις βλέπω αναψοκοκκινισμένες. Παίζουμε ποδόσφαιρο καμιά ώρα κάτω απ’ τον ήλιο, τρέχει ο ιδρώτας, τα καπέλα έχουν κολλήσει στα κεφάλια τους, τρέχουν πάνω-κάτω, πέφτουν, σηκώνονται, αρχίζουν να τρεκλίζουν. Δώδεκα το μεσημέρι και τις βλέπω πως δεν έχουν κουράγιο ούτε να γκρινιάξουν. Τελειότητα.

00001Γυρνάμε σπίτι, η μικρή τρώει καμιά δεκαριά φτεφτεδάκια, αλλά ενίσταται που έχει ρύζι και όχι κουκούς, απαιτώντας να της μαγειρέψω κουκούς τώρα αμέσως. Η μεγάλη ζητάει τηγανητές πατάτες, δε χάνουμε την ψυχραιμία μας, βουρ στο τηγάνι, όσο ετοιμάζονται οι πατάτες η μικρή ξαπλώνει και αγκαλιάζει το γουρουνάκι της, δεν έχει πάει ούτε μία και είναι έτοιμη να κοιμηθεί. Η μεγάλη είναι κι αυτή αραγμένη, περιμένοντας το φαγητό και είναι ζήτημα αν θα προλάβει να φάει πριν κλείσει τα μάτια. Ο απορροφητήρας τις νανουρίζει, τις βλέπω σχεδόν ακίνητες στον καναπέ, σκεπασμένες με τις κουβέρτες τους. Η μικρή χρειάζεται ένα τρίωρο για να αντέξει, η μεγάλη με μια ώρα θα είναι εντάξει. Ήδη, θριαμβολογώ από μέσα μου -μπορεί να είμαι κι εγώ έτοιμος να καταρρεύσω μετά από τόσο παιχνίδι και τόσο τρέξιμο από το πρωί αλλά τα κατάφερα.

Όπως τα σκέφτομαι όλα αυτά, νιώθω ένα χεράκι στο πόδι μου. «Έτοιμο το κουκούς»; Ποιο κουσκούς, παιδί μου, ακόμα δεν κοιμήθηκες; «Φέλω κουκούς». Σηκώνεται και η μεγάλη, «έτοιμες οι πατάτες», έτοιμες, «κόψε μου και αγγούρι», κόβω και αγγούρι, η μικρή βρήκε και κάτι καραμελίτσες που είχαν περισσέψει, ξαναβάζουν την Μπάρμπι, αρχίζουν το χορό, κουβαλάνε και κάτι φούστες που τις φοράνε για τουτούδες, τραγουδάνε, η μεγάλη τρώει πατάτες και χορεύει, η μικρή έχει απλώσει τις καραμέλες στον καναπέ και τις χωρίζει ανά χρώμα, βάζουν άλλη ταινία Μπάρμπι που είναι γεμάτη ποπ αηδίες και τραγουδάνε ακόμα πιο δυνατά, η μεγάλη που τα ξέρει όλα απ’ έξω και η μικρή που κάνει σιγόντο λέγοντας μόνο τις ομοιοκαταληξίες. Και πήγε έτσι το έργο μέχρι τις τρεις και μισή, οπότε λέω στην Άννα να γυρίσει σπίτι, άκυρα όλα. Συμφωνεί και η Άννα, αν δεν κοιμηθούν πού να τις πας στον τελικό, θα μας τρελάνουν.

00006Τα παράτησα, έφτιαξα ένα φραπέ και βγήκα στο μπαλκόνι. Γύρισα κάποια στιγμή να δω τι κάνουν και η μικρή είχε επιτέλους κοιμηθεί, η μεγάλη άραζε, είχαμε σημάδια ενθαρρυντικά. Ήρθε η Άννα, είχε πάει πέντε και το σκεφτόμασταν. Αν ξυπνήσουμε τη μικρή θα γκρινιάζει μέχρι το βράδυ, αν πάρουμε τη μεγάλη τόσο κουρασμένη θα γκρινιάζει μέχρι το καλοκαίρι. Τελικός είναι, θα το ρισκάρουμε. Με χίλια ζόρια, με παρακάλια, με φωνές, αρχίσαμε τις ετοιμασίες. Στο ντους εναλλάξ, επειδή τελικός είναι, δεν μπορείς να σηκώσεις Πρωτάθλημα με την μπίχλα, ντυσίματα, η μικρή ήθελε να ντυθεί σωματοφύλακας με τη στολή και τα γοβάκια της αδερφής της, η μεγάλη ετοίμαζε την τσάντα της για το γήπεδο, δηλαδή τέσσερις μπάλες, σουντόκου με εξήντα μαρκαδόρους, μπλοκ ζωγραφικής, τσάντες και τσαντάκια για να μαζέψει τα χαρτάκια της απονομής που τόσους μήνες το σχεδιάζει, το καινούργιο βιβλίο που αγοράσαμε το πρωί πριν την πλατεία και το είχε διαβάσει σχεδόν μισό και θα το τελείωνε στο Παλατάκι μέχρι να αρχίσει το ματς, όπως έλεγε, μπισκότα, χαρτομάντηλα, γάντια, στέκες, μία κορώνα από τον καιρό που ήταν πριγκίπισσα και άλλα διάφορα που δεν είδα στην άλλη τσάντα -αλλά είδε η κοπέλα στην είσοδο και υποθέτω ακόμα να συνέλθει. Τις πείσαμε να βάλουν τα Παοκτσήδικα ρούχα, που για τη μικρή έχουμε βρει και παντελόνι σαν την μπλούζα του Κάμελ καρό ασπρόμαυρο, είχε πάει έξι και ήμασταν έτοιμοι για αναχώρηση.

«Σταματήστε όλοι, έχω να ρωτήσω κάτι πολύ σημαντικό», φώναξε η Χουλιγκάνα. Παγώσαμε. «Το παγωτό και το παγωτίνι είναι το ίδιο πράγμα»; Επειδή, σου λέει η πονηρή, ο μπαμπάς μου έχει τάξει το μεγαλύτερο παγωτό του κόσμου αν πάρουμε το Πρωτάθλημα, αλλά ο ίδιος μπαμπάς έχει πει πως κάθε μέρα μπορούμε να τρώμε το πολύ ένα παγωτό, στην κατάψυξη είδα πως έχει παγωτίνια από χθες που είχαμε επισκέψεις, τι παίζει. Φάε το παγωτίνι να τελειώνουμε, της λέω, «άρα δεν είναι το ίδιο πράγμα», μου λέει, το ίδιο είναι, της λέω, γιατί αν δεν της το έλεγα θα είχαμε το ίδιο θέμα στο εξής και ο σωστός πατέρας πρέπει να βλέπει μπροστά. Τρώει το παγωτίνι, γίνεται μούρτζος, αρχίζει την γκρίνια για το καινούργιο ρολόι που της πήρε η νονά της με την Έλσα και την Άννα και μου τα είχε πρήξει από το πρωί, να το ρυθμίσω, το οποίο, για έναν περίεργο, απίστευτο λόγο, έδειχνε 7:26 pm, δηλαδή 19:26, από τη στιγμή που το πρωτοφόρεσε -και στην Ντίσνεϊ όλοι ΠΑΟΚ είναι. Δεν έχουμε ώρα, πατάω το ένα μοναδικό κουμπί που είχε στο πλάι και παίρνει μπρος. Περιμένουμε να περάσει ένα λεπτό, να σιγουρευτεί η Χουλιγκάνα πως δουλεύει που είναι και καχύποπτη, πάει 7:27, «τέλεια, ευχαριστώ, μπαμπά». Ανοίγω την πόρτα, καλώ το ασανσέρ, η τετραμελής οικογένεια με τα συμπράγκαλα που θα έφταναν για κατασκήνωση τριών ημερών και βάλε ξεκινάει να πάρει το Πρωτάθλημα και η Χουλιγκάνα δηλώνει, ουρλιάζοντας: «Θέλω να κάνω κακά».

00002Δέκα λεπτά αργότερα το παίρνει απόφαση πως, τελικά, δε θέλει να κάνει κακά. Βρε προσπάθησε, βρε ζορίσου, θα σου έρθουν στο γήπεδο, όχι, με τίποτα, «μου πέρασε, πάμε». Και πάμε τρέχοντας, έχοντας χάσει όλα τα αστικά, φτάνουμε στην πιάτσα και μπαίνουμε στο ταξί, που ταξί παίρνουμε πολύ σπάνια, αλλά τελικός είναι, δε γαμιέται, ας δώσουμε ένα δεκάρικο για το καλό. Τα τηλέφωνα χτυπάνε, πού είστε, άντε, μαζεύεται ο κόσμος στη γωνία, γεμίζει. Δεν ήταν Παοκτσάκι ο ταρίφας, δυστυχώς, πήγαινε με το πάσο του. Γιατί εγώ επικοινώνησα με όλα τα Παοκτσάκια ταρίφες που ξέρω και κανείς δεν μπορούσε να έρθει, δώσαμε εννιά και εξήντα στον αρειανό. Έξι και τέταρτο ήμασταν στα εκδοτήρια, ευτυχώς δεν είχε ουρά, τελειώσαμε σε ένα λεπτό. Εκεί θυμήθηκα πως θα έφερνα πιτόγυρο στον Σήφη, να πάρει δυνάμεις, αλλά μέσα σε όλον αυτό τον πανζουρλισμό τι να πρωτοθυμηθείς. Ας φάει σοκοφρέτες από το κυλικείο, να πάρει ενέργεια.

Μπαίνουμε μέσα τροχάδην, καρφί για τον γνωστό κυλικιτζή, επειδή η Χουλιγκάνα με το που λες «Παλατάκι» σκέφτεται λουκάνικο. Της δίνω λεφτά, πάει μόνη της να παραγγείλει που το έχει πλέον παιχνίδι, παίρνει το χοτ-ντογκ, πάμε στις θέσεις μας. Η μικρή αρχίζει τα κλάματα, θέλει κι αυτή δικό της χοτόκ. Πάω της φέρνω. Διψάνε. Χυμό. Πίνουν από ένα χυμό, αλλά δε θέλουν το δικό μας χυμό, θέλουν αυτό που πουλάει στο κυλικείο, που είναι ο ίδιος αλλά κάνει τέσσερις φορές πιο ακριβά. «Αν πάρουμε χυμούς από το κυλικείο δε θα μας φτάσουν για παγωτό», εξήγησα και αίφνης ο δικός μας χυμός έγινε νόστιμος και απολαυστικός. Ανοίξαμε και τα πατατάκια, τα νερά, όλες τις προμήθειες, έφτασε επτά, άρχισε το παιχνίδι.

00003Τριγύρω όλος ο κόσμος ο καλός. Μας την έπεσε πάλι ο κλασικός ξεφτιλισμένος με τα «καθίστε κάτω να βλέπουμε», που έρχεται σε τελικό του ΠΑΟΚ και κάθεται στο πέταλο με γενική είσοδο πέντε ευρώ και απαιτεί να καθίσουμε κάτω -να πας ψηλά στα ισιάδια, ρε ηλίθιε, άντε γαμήσου τώρα, δεύτερο πρωτάθλημα σε ενενήντα χρόνια πάμε να πάρουμε και θα το πάρουμε καθιστοί; Ευτυχώς ο Παύλος ήταν για δεύτερο σερί παιχνίδι ψύχραιμος, τι έχει η φάτσα του και του τυχαίνουν πάντα οι περίεργοι, εμείς στην τσίτα να τον βγάλουμε σηκωτό τον εραστή του αθλήματος αλλά το έκοψε εκεί, δεν είχε συνέχεια. Η Χουλιγκάνα μου άνοιξε τη δεύτερη τσάντα, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι κουβαλούσε: Είχε φέρει άχρηστα τετράδια για να τα κόψει κομματάκια και να πετάμε χαρτάκια σε κάθε πόντο. Έκοβε, πετούσαμε, γεμίσαμε τα κεφάλια όλων τριγύρω.

Αλλά ο ΠΑΟΚ δεν έπαιρνε πολλούς πόντους στο πρώτο σετ και τα χαρτάκια μας έμεναν στο χέρι. Όλα τα είχαμε σκεφτεί, εκτός από το πιο σημαντικό: Έπρεπε και να κερδίσουμε το παιχνίδι. Ήδη, από τριγύρω, με φόρτωναν κάποιοι γελοίοι με τα σενάρια για εκούσια ήττα στη Σύρο και ο Βασιλειάδης επίτηδες τιμωρήθηκε και θεωρίες συνωμοσίας. Παοκτσήδες του κώλου, που πιστεύουν πως η ομάδα στήνεται και χάνει, που πιστεύουν πως ο αρχηγός της ομάδας επίτηδες τιμωρείται και αντί να τα σπάσουν όλα και να τα βάλουν φωτιά να μη μείνει τίποτα έρχονται στο γήπεδο και μουρμουρίζουν. Από όλα τα είδη του Παοκτσή, αν μπορούσα να εξαφανίσω ένα είδος θα ήταν αυτοί, οι συνωμοσιολόγοι, οι καμένοι, οι ψεκασμένοι που πιστεύουν πως η ομάδα μας είναι τρύπια αλλά αυτοί το αφήνουν να περάσει έτσι -τη χειροκροτάνε από πάνω την ομάδα όταν κερδίζει. Προσωπικά, δεν πιστεύω κανένα σενάριο. Αν το πίστευα, θα τους κυνηγούσα από το πρωί ως το βράδυ.

Χάθηκε το πρώτο σετ και όλοι κατηγορούσαν τον Χαβιέ. Κι εγώ μέσα. Τι έχει πάθει αυτό το παιδί, αντί να βελτιώνεται παίζει χειρότερα σε κάθε παιχνίδι, συγκέντρωση μηδέν, το μυαλό του αλλού, αντί να σκεφτεί πώς και πού θα την καρφώσει αυτός σκέφτεται πώς θα το πανηγυρίσει για να χαρεί το κοινό. Στη λήξη του δεύτερου έβλεπες γύρω σου τα πρόσωπα πανιασμένα, χαμένα, «μαλάκες, τον ήπιαμε». Δεν έπαιζε η ομάδα, μας είχε πάρει φαλάγγι ο Φοίνικας, φτιάξαμε την υποδοχή και τα διαλύαμε όλα στο φιλέ, μας είχε μπλοκάρει ο αντίπαλος και δεν περνούσαμε τίποτα. Έβαλε και τον Καρασαββίδη, που για μένα προσωπικά όποτε βλέπω Καρασαββίδη φέτος σημαίνει και πετσέτα λευκή για το σετ, έκανα μια γύρα να πάρω αέρα. Σπάσαμε την έδρα του Ολυμπιακού, σπάσαμε τη Σύρο, τώρα τα γκρεμίζαμε όλα μέσα στο 00005Παλατάκι με έξι-εφτά χιλιάδες να ουρλιάζουν από τις κερκίδες.

Είχαμε ήδη κανονίσει πώς θα πάμε στη Σύρο για τον πέμπτο τελικό. Θα γράφαμε ιστορία, αυτό που ετοιμάζαμε δεν έχει ξαναγίνει στα οπαδικά χρονικά. Αλλά δεν θέλαμε να φτάσουμε ως εκεί, το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να κερδίσουμε σήμερα, να το σηκώσουμε, να κάνουμε όμορφο Πάσχα και το ταξίδι στη Σύρο ας αναβληθεί για την επόμενη φορά που θα μας χρειαστεί η ομάδα. Στο 0-2 άρχισα να σκέφτομαι το παιχνίδι της άλλης Πέμπτης, πώς θα πάμε ως τον Πειραιά, μετά στη Σύρο, την επιστροφή, τον καπετάνιο που μας βεβαίωνε πως όλα θα πάνε καλά. Η Χουλιγκάνα είχε χλωμιάσει κι αυτή. «Μπαμπά, πόσο κάνει τρεις φορές το είκοσι πέντε»; Εβδομήντα πέντε, της λέω. «Θέλουμε εβδομήντα πέντε πόντους, δηλαδή, θα κόψω χαρτάκια να πετάξουμε εβδομήντα πέντε φορές». Της ξέφυγε πως το τελευταίο σετ θα παιχτεί ως τα δεκαπέντε, αλλά ο τρόπος σκέψης της μου έδωσε κουράγιο. Άρχιζε το τρίτο σετ και όλοι με τα στομάχια κόμπους. «Μπαμπά, θέλω να κάνω κακά».

Από την τουαλέτα ακούγαμε τα συνεχόμενα πανηγύρια και σκεφτόμουν πως το σετ πάει καλά. Έβγαινα για κλεφτές ματιές στον πίνακα, το πηγαίναμε θριαμβευτικά, άρχισα να χαλαρώνω. Ξαναμπήκαμε στη μέση του σετ, η Χουλιγκάνα απελευθερωμένη από τα βάρη του εντέρου της κι εμείς το ίδιο ξαλαφρωμένοι επειδή ξέραμε πως κάποια στιγμή θα συνέβαινε και φοβόμασταν μη την πιάσει στα πανηγύρια και χάσει τα χαρτάκια και μετά θα έπρεπε να σκηνοθετήσουμε νέα απονομή τύπου Λούφα Και Παραλλαγή. Ο Λαός έβγαζε αφρούς, άρχισε να το πιστεύει. Και ήταν το πρώτο σετ της χρονιάς που, προσωπικά, έβλεπα στο ταραφλέξ τον ΠΑΟΚ τον τρομοκράτη, που σερβίρει και ο αντίπαλος γνωρίζει πως, ακόμα κι αν βγάλει την υποδοχή, δεν έχει τύχη να την περάσει απέναντι. Φόρτωσαν πάθος την πιο κατάλληλη στιγμή.

1-2 και ανεβήκαμε. Νερό, πόσο νερό ήπια. Η Χουλιγκάνα αγχωμένη μετρούσε ανάποδα πόσους πόντους θέλουμε ακόμα, η Λιλιγκάνα γκρίνιαζε επειδή ήθελε να μπει μέσα να παίξει, της έλεγα να κάνει υπομονή, θέλει ακόμα, το μόνο που την ηρεμούσε ήταν να σκίζουμε χαρτάκια και να της δίνουμε να πετάει. Ξεκίνησε το τέταρτο σετ και είχες την ψυχολογία πως τσάμπα το παίζεις, ήταν το διαδικαστικό για να πάμε στο τάι-μπρέικ, εκεί θα παιζόταν ο τίτλος. «Μπαμπά, θέλω κι άλλα κακά». Αν είναι δυνατόν.

Ξαναπάμε στις τουαλέτες και πάλι έχουμε το ίδιο ηχητικό υπόβαθρο. Πανηγύρι, χειροκροτήματα, γλέντι από μέσα. Η Χουλιγκάνα διαμαρτυρόταν για τη βρωμιά, τι να της πεις, συνήθως είναι καθαρά στο Παλατάκι. Ένιωσα περήφανος και για δυο-τρεις συνοπαδούς που δε χρησιμοποιούν τις τουαλέτες σύμφωνα με το φύλο με το οποίο γεννήθηκαν αλλά σύμφωνα με το πώς νιώθουν, μπράβο, πολύ απελευθερωμένα τα παιδιά και δείξαμε πως δεν έχουμε τέτοια κόμπλεξ, ειδικά αυτή την εποχή που είναι και της μόδας ο «Νόμος Της Τουαλέτας» που στην Αμερική γίνεται χαμός με το θέμα. Η ατρόμητη κόρη μου ξανάδειασε το έντερό της, έπλυνε τα μούτρα της, πήρε μια βαθιά ανάσα και δήλωσε «τώρα πάμε να πάρουμε το Πρωτάθλημα». «Αλλά πρώτα θέλω να φάω ένα κρουασάν». «Κι εγώ φέλω κουρασάν», δήλωσε η Λιλιγκάνα, η οποία σε όλο αυτό το διάστημα μπαινόβγαινε στο Παλατάκι και χόρευε ντεμέκ μπαλέτο, έβγαινε από την είσοδο και την κυνηγούσα, ξανάμπαινε, έπαιζε με το μπαλάκι της, το πετούσε στους μπάτσους και αυτό ήταν αρκετά ενθαρρυντικό από πολλές απόψεις, πήγαμε στο κυλικείο και το σκορ στο 9-5, «φέλω και ποκόρν», δύο κρουασάν, ένα ποπ-κορν, δύο νερά, τρέχαμε πανικόβλητοι να ξαναμπούμε, έπεφταν τα νερά δεξιά κι αριστερά και, ένα περίεργο, όποιον έβρεχα μου ζητούσε συγνώμη, παράνοια, έβλεπε τις μικρές και δεν μπορούσε να βρίσει έτσι όπως χαίρονταν και χοροπηδούσαν.

Στο τάι-μπρέικ δεν ξέρω αν είχε κανείς αγωνία. Ήταν από αυτά που το νιώθεις πως δεν μπορούν να στραβώσουν, το δύσκολο ήταν να αλλάξεις την ψυχολογία και αυτό το είχαμε καταφέρει, λίγο εμείς, λίγο μόνοι τους, είναι τόσο καλύτερη η ομάδα από τον αντίπαλο που απλώς πρέπει να το πάρουν απόφαση και να παίξουν. Ήδη, η Χουλιγκάνα είχε πλησιάσει το κάγκελο για να πηδήξει μέσα με τη λήξη του ματς, εφοδιασμένη με την τσάντα για να μαζέψει τα χαρτάκια. Πέρα από όλα τα άλλα, από την ώρα που της είχα φτιάξει το ρολόι δεν είχε σταματήσει να μας λέει την ώρα. Που ήταν λάθος, φυσικά, αλλά αυτό δεν το ήξερε. Κάθε τρία λεπτά, εφτά και σαράντα, εφτά και σαράντα τρία, εφτά και σαράντα έξι, μέχρι και στην τουαλέτα, μπαμπά, μου ‘ρχονται, οκτώ και πενήντα δύο. Αλλά τώρα η φάτσα της είχε καθαρίσει, ήταν έτοιμη να χυμήξει μέσα και να πανηγυρίσει.

00007teΗ μόνη στιγμή που κινδυνέψαμε ήταν όταν, στο 8-6 που άλλαξαν οι πάγκοι, οι κλασικοί σκληροπυρηνικοί γαμάτοι Παοκτσήδες πέταξαν νερά στους αντιπάλους. Γιατί, σου λέει, το ματς πάει για θρίαμβο, ο Φοίνικας φαίνεται πως δεν έχει άλλα κουράγια, ας τα κάνουμε λίγο πουτάνα να έχει ενδιαφέρον. Αλλά δε σταματιόταν ο ΠΑΟΚ, είχαν πάρει μπρος οι μηχανές από το τρίτο σετ και δεν έλεγαν να χαλαρώσουν, επιμέρους σκορ 65-40 σε τρία σετ τελικού δεν ξέρω αν έχει ξανακάνει κανείς -που κανείς δεν έχει ξανασηκώσει κούπα από τέταρτος, σπάζοντας δύο έδρες. 15-10, οργασμός, όλοι μέσα, έτρεξε η Χουλιγκάνα να πανηγυρίσει, ήρθε και η μικρή στο κάγκελο που περίμενε τρεις ώρες γι’ αυτήν τη στιγμή, μπήκε κι αυτή, καθεμιά από ένα μπαλάκι στο χέρι, ξεχύθηκε ο Λαός να ξεσπάσει που μας είχαν φτάσει τα στομάχια στο στόμα με τέτοια ανατροπή, χαρά, αγκαλιές, χοροπηδητά, δύο ώρες αργότερα έπεσαν τα φώτα κι οι δύο κόρες μου ακόμα μάζευαν πολύχρωμες λωρίδες σε μια τσάντα που θα πάει κι αυτή στην αποθήκη μαζί με τα χαρτάκια του περσινού τίτλου. Συλλογή.

Πιάσαμε να κατεβαίνουμε προς τα κάτω. Χαρούμενοι όλοι μας. Κόντευαν μεσάνυχτα, είχαμε δρόμο ακόμα, αλλά δε μας ένοιαζε. Η Χουλιγκάνα έτρωγε το παγωτό της επιβράβευσης, η Λιλιγκάνα μασουλούσε μπισκότα, η Άννα κι εγώ παραπατούσαμε -ειδικά εκείνο το πεντάλεπτο που τις είχα και τις δύο αγκαλιά στην απονομή και χοροπηδούσα θα το πληρώνω για καιρό. Φτάσαμε σπίτι και συνειδητοποίησα πως είχαμε ξοδέψει ένα πενηντάρικο. Πενήντα ευρώ, ρε φίλε, για τέτοια βραδιά. Ένας φίλος προχθές είχε σκάσει ένα κατοστάρικο στην ταβέρνα και γκρίνιαζε, εμείς με τα μισά λεφτά ζήσαμε κάτι που δε θα το ξεχάσουμε ως να πεθάνουμε. Μπήκαμε σπίτι, είδαμε τα βίντεο της απονομής. Κι εκεί είδα, για πρώτη φορά επειδή έχοντάς την στον ώμο δεν μπορούσα να ξέρω, τη Χουλιγκάνα μου να λάμπει από χαρά και να στέλνει φιλάκια. Και τη μικρή να τρέχει μαγεμένη μέσα στον κόσμο και να χειροκροτάει. Και την Άννα να μου λέει «είχες δίκιο, δεν μπορούσα να χάσω τέτοιο πράμα». Κι εμένα να σηκώνω ως παρόντας μόλις το δεύτερο Πρωτάθλημα της ζωής μου, είκοσι εφτά χρόνια στα γήπεδα. Όρθιος, σε όλο το ματς. Όπως και η ομάδα, όρθια, από την αρχή ως το τέλος -μια ομάδα Π.Α.Ο.Κ. με φανέλα βαριά που βρήκε για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά άξιους αθλητές να τη φορέσουν.

Τσίμπα

Τσίμπα

«Τσίμπα μου ένα παπάρι, ρε καραγκιοζάκο». Αυτό έχω μόνο να δηλώσω, δε βρίσκω κάτι άλλο να πω για το ...

Read more
Κριτής

Κριτής

O καλύτερος κριτής σου είναι το ίδιο σου το παιδί... Αδίστακτη κριτική λογοτεχνίας εδώ.   &nb ...

Read more
Θλίψη

Θλίψη

Σφυρίζει τη λήξη, κατεβάζεις το κεφάλι, πας σπίτι και πέφτεις να κοιμηθείς. Έχασες. Χάσαμε. ...

Read more
0018

0018

Αν δεν την έχεις δει ...

Read more
Εσφαγιάσθησαν

Εσφαγιάσθησαν

Η πρώτη φορά στην ιστορία της Α’ Εθνικής που ο ΠΑΟΚ βρέθηκε μόνος του στην πρώτη θέση ήταν μόλις στη ...

Read more
Βλάκας

Βλάκας

Το «τερν αράουντ» τ& ...

Read more
Πεντακοσάρικο

Πεντακοσάρικο

Πριν λίγες μέρες έλα&b ...

Read more
Πραγματικότητα

Πραγματικότητα

Ο φίλος μου ο Βαγγέλης με χαρακτήρισε χθες ως «τον τελευταίο φίλαθλο σ’ αυτή την πόλη που δεν ακούει ...

Read more
0050

0050

Παραμονή της Λιβαδ&epsi ...

Read more
Κομπλεξικοί

Κομπλεξικοί

Εκτός από Παοκτσής είμαι και φίλαθλος. Εκτός από Παοκτσής και φίλαθλος, είμαι πλέον και συνδρομητής ...

Read more
Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα γι&alp ...

Read more
#Σουίτα

#Σουίτα

Μπορεί ο Ενασαπομά&sigm ...

Read more

Θανασάκης

logo