Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική...

Κλειδαράς

Κλειδαράς

Κάποια στιγμή μέσα...

  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23
  • Συλλφίλ

    Συλλφίλ

    Wednesday, 15 November 2017 15:06
  • Κλειδαράς

    Κλειδαράς

    Tuesday, 14 November 2017 13:14

kavalajanΔεν είναι δυνατό να μεταφέρεται γονιδιακά αυτό το πράμα. Κι όμως, κάθε μέρα επαληθεύεται, αυτό το παιδί έχει γεννηθεί με την αύρα των τσιμέντων.

Μας έχει ζαλίσει μ’ αυτό το Uno, να παίξουμε Uno, δεν μπορώ να ζήσω αν δε μάθω το Uno, όλοι οι φίλοι μου παίζουν Uno, τώρα αμέσως, είπα, Uno. Εντάξει, της λέω, για να ηρεμήσει κάπως η κατάσταση που έχει κερδίσει κι ο ΠΑΟΚ και η μέρα είναι γιορτινή στο σπίτι, θα παίξουμε λίγο και θα πας για ύπνο. Ανοίγω τις οδηγίες που ιδέα δεν έχω τι σόι πράμα είναι αυτό το Uno που αγοράσαμε το απόγευμα, διαβάζω, την ενημερώνω «μοίρασε από εφτά κάρτες στον καθένα και περίμενε να τελειώσω με τις οδηγίες για το πώς παίζεται». Εύκολο ήταν τελικά, κάτι σαν Αγωνία εξελιγμένη, ωραία, καθόμαστε η Χουλιγκάνα, η μαμά, η γιαγιά κι εγώ στο τραπέζι και παίρνουμε στα χέρια τις κάρτες που μας είχε μοιράσει. «Έχουμε όλοι από επτά», ρωτάω και απαντούν όλοι «ναι».

Λοιπόν, τους λέω, ο σκοπός του παιχνιδιού είναι να ξεφορτωθείς τις κάρτες σου πρώτος. Όποιος μείνει με μία κάρτα λέει «Uno» και αν τη ρίξει κι αυτήν κερδίζει. «Αμάν, μπαμπά», λέει η Χουλιγκάνα αγχωμένη, «μάλλον έκανα ένα λαθάκι στο μοίρασμα, πήρα κατά λάθος περισσότερες κάρτες». Και τη βλέπω που αρχίζει να ξεφορτώνει, μία, δύο, τρεις, τέσσερις, πόσες έχεις, παιδί μου, «ε, να πήρα επτά περισσότερες». Είχε μοιράσει στον εαυτό της δεκατέσσερις κάρτες -μάλλον πιστεύοντας πως όποιος έχει πιο πολλές έχει και πλεονέκτημα. Μετράω στα χέρια της, είχε επτά, ξεκινάμε, μετά από λίγο βλέπω κάτω από την καρέκλα άλλες δύο. Δεκαέξι. Πόσο ΠΑΟΚ είσαι. Μας κέρδισε στα ίσα, τελικά, μεγάλο ταλέντο, έχει να μοιάσει στο μισό της σόι που είμαστε κουμαρτζήδες.

Η κορυφαία στιγμή της ημέρας, βέβαια, ήταν νωρίτερα, στο Παλατάκι, όπου σκάμε με την πιο μεγάλη σακούλα που έχει το Τζάμπο στην είσοδο και πρέπει τα παλικάρια να μας την ψάξουν μην έχει τίποτα απαγορευμένο. Οι σεκιουριτάδες φωνάζουν την αστυνομία, σου λέει με τόσα χρήματα που μας δίνουν σιγά μη βάλουμε το χέρι μας εκεί μέσα, έρχεται ο αστυνομικός, γουρλώνει τα μάτια. Δύο τεράστιες κούκλες, η «Κλάρα» και η «Μπελ», μπάλες, μπαλίτσες, ένα σκυλάκι που γαβγίζει και περπατάει μέσα στη σακούλα, πλαστελίνες, βιβλία, τετράδια, γουρουνάκια και άλλα που δε θυμάμαι, πάντως πολύ πράμα. «Θα τα άφηνα στην μπουτίκ αλλά δε με αφήνει ο συνάδελφός σας να μπω από εκεί λόγω του διαρκείας από αυτή την πλευρά, ρίχνω το καρφί μου. «Δικά σου είναι», ρωτάει τη μικρή και η μικρή δυστυχώς δεν απαντάει «του μπαμπά μου είναι, του αρέσει πολύ να παίζει με κούκλες», ψάχνει ο τύπος στη σακούλα, γαβγίζει το σκυλάκι, οι κούκλες άνω κάτω, ίδρωσε, κόλλησε λίγο, μετά από λίγα λεπτά αυτολύπησης που θα σκεφτόταν «εγώ δεν εκπαιδεύτηκα για κάτι τέτοιο» διαπίστωσε κι αυτός πως δεν έχουμε κάτι που να ανοίγει τα κεφάλια των Καβαλιωτών καλαθοσφαιριστών, «εντάξει, περάστε». Και περνάμε, εγώ με το διαρκείας και η Χουλιγκάνα με ένα καρτελάκι κρεμασμένο στον ώμο «Στέλεχος ΚΑΕ ΠΑΟΚ», που το είχε ψειρίσει στον τελικό του βόλεϊ πέρσι και αποφάσισε πως «εσύ μπαίνεις με το εισιτήριό σου, εγώ θα μπαίνω με το δικό μου καρτελάκι» και θέλει να το φοράει και στο σχολείο.

Βολεύουμε τη Τζαμποσακούλα κάπου στην κερκίδα και πιάνουμε τη γνωστή γωνία, όπου μαζεύονται οι συνήθεις σαρανταφεύγα πικραμένοι με τις γνωστές ατάκες «θυμάστε τον Φάντεμπεργκ» και «αν είχαμε τώρα τον Σκάιλς» και τα σχετικά. Είχε προηγηθεί η καταδρομική επίσκεψη στο Τζάμπο επειδή η θεία μας είχε στείλει λεφτά για τα κάλαντα από Αθήνα με εντολή «να πάρει ό,τι θέλει αυτή» και το «ό,τι θέλει αυτή» ήταν μία ώρα στο παιχνιδάδικο και φόρτωμα καροτσιού με ό,τι παπαριά μπορεί να πουλιέται εκεί μέσα, που για πρώτη φορά «δεν μπορείς να μου λες όχι, θα πάρω ό,τι θέλω, δικά μου λεφτά είναι». Ακόμα και σήμερα δεν τα έχουμε ανοίξει όλα, μιλάμε για σπάνια σαβούρα. Τζάμπο, κούνιες, γλυκό, ποπ-κορν, καφεδάκι, σου κάναμε όλες τις χάρες, τώρα ήρθε η ώρα για τη δική μας ψυχαγωγία. Η οποία αρχίζει μόλις διαπιστώνουμε πως η Καβάλα έχει παίκτη που λέγεται «Λέιζερ», ακριβώς έτσι, «Lazer» με «Ζ», κανονικά, δηλαδή αν χάσουμε κάνουμε ένσταση πως η Καβάλα έχει λέιζερ που απαγορεύεται στα γήπεδα και το παίρνουμε στα χαρτιά.

Όποιος έμπαινε από νωρίς στο γήπεδο έλεγε και τα «Χρόνια Πολλά» του στη μισή κερκίδα. Ένας είπε και μια ατάκα θανάτου, «ρε σαν τις γριές γίναμε, όλοι γνωριζόμαστε εδώ μέσα», επιβεβαιώνοντας άλλη ατάκα του σοφού ΚουΠου, «αν ερχόσουν στο μπάσκετ, όπως λες, θα ήξερα πόσα παιδιά έχεις, τι τάξη πάνε και κάθε πότε αρρωσταίνουν». Αλλά είχε έναν άλφα κόσμο, δεν ήμασταν εκατό άτομα που περίμενα μετά το στραπάτσο στο Κερατσίνι. Έπεσε το σχετικό χώσιμο από νωρίς από τη γνωστή μερίδα γκρινιάρηδων, που τι να τους πεις, έχουν τα δίκια τους, βγήκε ο Σόφο με σινιέ-πενιέ ρουχαλάκι και παθαίνουμε ένα μικρό έλκος που η Καβάλα έχει κάνει τρεις μεταγραφές μεσοβδόμαδα, όπως στην μπάλα, που όλοι αλλάζουν προπονητή πριν παίξουν με τον ΠΑΟΚ. Και ετοιμαζόμαστε για το συνηθισμένο ντέρμπι.

Και το συνηθισμένο ντέρμπι όντως ξεδιπλώνεται στο παρκέ, αν και η ομάδα παίζει καλά, δηλαδή κάπως καλύτερα από τα κλασικά εντός έδρας που παίρνουμε δέκα πόντους διαφορά και πάντα μας φτάνουν. Πήραμε τη διαφορά, μετά μας έφτασαν. Και κάπου εκεί, αρχίζει ο Κώττας να παίρνει ανάποδες. Και μας φτιάχνει το απόγευμα. Σουτ μέσα. Μπάσιμο μέσα. Ανάποδο λέι-απ μέσα. Πιρουέτα κάτω από το στεφάνι μέσα. Τάπα. Κλέψιμο. Αιφνιδιασμός. Αυτή, μάλιστα, ήταν μία χαρά από το πουθενά. «Θα τον βγάλει», λέει ο Άντι από δίπλα. Τον βγάζει. Μας ξαναφτάνουν. «Θα τον ξαναβάλει», λέω εγώ. Τον ξαναβάζει. Όλα μέσα, σούπερ εμφάνιση ο μικρός, ρίχνει κι ένα κάρφωμα τσαμπουκά που δίνει τροφή για περισσότερη γκρίνια, «όλοι οι άλλοι θα κάνανε λέι-απ, αυτός κάρφωσε, έτσι είναι τα Παοκτσάκια τα καλά» και τα σχετικά. Το ματς φαίνεται πως δε χάνεται, παίρνουμε πάλι διαφορά, χαλαρώνουμε. Ρίχνουμε κι ένα Παοκολέ συνεχόμενο «για να μη γραφτεί πως σήμερα ήταν το πρώτο ματς στην ιστορία του ΠΑΟΚ που δεν ακούστηκε σύνθημα».

Την πέσαμε στον Κώττα με τη λήξη για επιβράβευση. Ο καημένος ιδέα δεν είχε πως ειδικά ο ένας που του έλεγε «μπράβο, παικταρά» και «συνέχισε έτσι» και «μας έφτιαξες τη μέρα» ήταν ο άνθρωπος που έχει κράξει από Μαγκντί και Ζαφειρίου μέχρι Χακόμπο και Λούκας σε αεροδρόμια και λιμάνια και όπου τους έχει πετύχει, οπότε ο λόγος του ήταν ιδιαιτέρως σημαντικός. «Ευχαριστώ», μας έλεγε, περιμένοντας να κάνει δηλώσεις στη Νόβα, υποθέτω ως MVP του αγώνα. «Μην περιμένεις να τον ξαναδείς έτσι», έκανα τη μαντεψιά μου εγώ, «θα βρει ο Σούλης πως δεν έκανε καλά μπλοκ-άουτ ή χάλασε ένα σύστημα του υπερεγκεφάλου Τσόχλα και θα τον αφήσει εκτός για κάνα μήνα να σκεφτεί». «Λες»; «Λέω».

Ακολούθησε το κλασικό ντου στο γήπεδο από τις μικρές, η εθιμοτυπική επίσκεψη στην μπουτίκ που είδαμε από κοντά τη φόρμα που έφερε ο Άγιος-Βασίλης αλλά κοίτα τώρα που την πουλάνε και στο Παλατάκι, θα άφησε το απόθεμα ο Άη-Βασίλης εδώ για τα υπόλοιπα παιδάκια που δεν πρόλαβε να τα μοιράσει, πήραμε και τα μίνι διαρκείας για τα ευρωπαϊκά που εγώ συνεχίζω να πιστεύω πως θα πάμε διπλό τελικό με τουρκική ομάδα κι ας μη συμφωνεί μαζί μου μία μικρή μερίδα συνοπαδών. Βγαίνουμε να φύγουμε, πιάνει το αυτί μου πάλι τη λέξη «Φάρος» από μια παρέα ασπρομάλληδων παραπέρα, και είναι από τις σπάνιες φορές που κάτι με σπρώχνει να σκεφτώ «χέσε την κλάψα, πάμε παρακάτω, βαρέθηκα να μοιρολογώ για τα χαμένα». Βαρέθηκα. Πραγματικά, βαρέθηκα. Πάω σήμερα να κερδίσω τη Λιμόζ και να ξαναβρώ ένα στόχο.

Καλλιθέα

Καλλιθέα

Μια φορά θα έτρωγα ξύλο επειδή με πέρασαν για οπαδό αντίπαλης ομάδας. ...

Read more
Φαινόμενο

Φαινόμενο

Αυτά τα νούμερα φυσ&io ...

Read more
0002

0002

Χρειάστηκε ένας άνθρ&o ...

Read more
Ισλανδία

Ισλανδία

Αρχικά ήθελα να πάω ν&alpha ...

Read more
Αλήτες

Αλήτες

Σαν σήμερα, στις 2 Οκτωβρίου 1988, ο Λάγιος Ντέταρι κάνει το ντεμπούτο του στο Ελληνικό Πρωτάθλημα. ...

Read more
0022

0022

Όποτε τον άκουγα να ...

Read more
Λευτεριά

Λευτεριά

Σαφώς και είναι τεράστιο θέμα η σύλληψη, προφυλάκιση και παραμονή επί τόσο μεγάλο διάστημα των συνοπ ...

Read more
Λόγια

Λόγια

Ήταν το πρώτο ματς με &Om ...

Read more
Νόβασπορτς

Νόβασπορτς

Δε μου αρέσει να μηδενίζω, ούτε να αδικώ. Η καφρίλα, η ολοκληρωτική απαξίωση και η μηδενική σκέψη-αυ ...

Read more
Σκόνη

Σκόνη

Περίμενα μέσα στο ψο ...

Read more
Ενέργεια

Ενέργεια

Αριστερά, τα πιο πο&lambda ...

Read more
0027

0027

Είχα να δω παίκτη-προ&p ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.