Πιάτσα

Πιάτσα

Τα τελευταία...

Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ...

Ξυστό

Ξυστό

Η εκδρομή είχε...

30

30

Εκείνη η στιγμή, πέντε...

Κεφτέδες

Κεφτέδες

Θυμάμαι που ξάπλωνα...

Τίτλος

Τίτλος

Το αρχείο που...

Τόλιος

Τόλιος

Δεν μπορούσαμε να...

Μηδέν

Μηδέν

Πόσο έτοιμοι...

Τέρατα

Τέρατα

Τα τέρατα μας...

Ωράρια

Ωράρια

Πέρσι είχα κάνει...

Γιαμάχα

Γιαμάχα

Η τριμελής επιτροπή...

Συνταγή

Συνταγή

Δεν είναι εύκολο...

  • Πιάτσα

    Πιάτσα

    Wednesday, 13 December 2017 12:20
  • Καζούρα

    Καζούρα

    Tuesday, 12 December 2017 14:12
  • Ξυστό

    Ξυστό

    Friday, 08 December 2017 15:10
  • 30

    30

    Wednesday, 06 December 2017 20:22
  • Κεφτέδες

    Κεφτέδες

    Saturday, 02 December 2017 13:48
  • Τίτλος

    Τίτλος

    Friday, 01 December 2017 10:03
  • Τόλιος

    Τόλιος

    Wednesday, 29 November 2017 21:08
  • Μηδέν

    Μηδέν

    Wednesday, 29 November 2017 12:12
  • Τέρατα

    Τέρατα

    Monday, 27 November 2017 19:41
  • Ωράρια

    Ωράρια

    Monday, 20 November 2017 15:26
  • Γιαμάχα

    Γιαμάχα

    Thursday, 16 November 2017 20:25
  • Συνταγή

    Συνταγή

    Thursday, 16 November 2017 00:23

99104cΣτο δικό μου το μυαλό, το σενάριο ήταν κάπως διαφορετικό. Όχι, δε θα τις έχανε τις βολές ο Βασιλειάδης, θα τις έβαζε και τις δύο. Με εφτά δευτερόλεπτα στο ρολόι, θα μας ισοφάριζε ο Ολυμπιακός με καλάθι και φάουλ.

Αυτό είχα στο νου, το είπα και στους γύρω μου. Πρώτον μπαίνουνε και οι δύο βολές και πάμε στους τρεις πόντους, δεύτερον δεν τους κάνουμε φάουλ και σουτάρουνε τρίποντο, τρίτον το χάνουνε, παίρνουν το ριμπάουντ, καλάθι και φάουλ ο Φραουλίτσας. Αυτό, μάλιστα, ήταν σενάριο ΠΑΟΚ. Ολντ Σκουλ. Ειδικά το φάουλ στο ριμπάουντ του χαμένου τρίποντου με ξέρω ‘γώ τέσσερα δέκατα στο ρολόι, θα ήταν 100% ΠΑΟΚ. 1926.

Αλλά έκανα λάθος. Έκανε τη βολτίτσα του ο καταδρομέας του Ολυμπιακού, περάστε, καλέ μου κύριε, ισοφάρισε και ήταν σαν να κέρδισε το παιχνίδι. Στις παρατάσεις σφίγγουν οι κώλοι, δεν μπορείς να κρυφτείς εύκολα, έπαιξες σαράντα λεπτά χωρίς σέντερ, έφαγες τους μισούς πόντους επειδή όποιος το έπαιζε σέντερ βρισκόταν μόνος του με δύο και τρεις να παίζουν βόλεϊ τριγύρω του, τους έδωσες την απόλυτη ευκαιρία να σοβαρευτούν. Σοβαρεύτηκαν, κέρδισαν. Τόσο απλά.

Για να φτάσουν, όμως, να σοβαρευτούν, επιβεβαιώθηκε για ακόμα μία φορά η βλακεία στους εγκεφάλους του σιναφιού που έχει μικρύνει το ελληνικό πρωτάθλημα σε μια απλή πρασινοκόκκινη μονομαχία. Άσ’ το, ρε καραγκιόζη, μην το σφυράς το επιθετικό την ώρα που είμαστε πέντε, έξι, εφτά πόντους μπροστά. Δεν είναι καλάθι και φάουλ επειδή έπεσε άτσαλα ο σκόρερ του Ολυμπιακού, ούτε βήματα επειδή σε αγριοκοίταξε ο Σπανούλης. Παίξε σωστά, ας κερδίσει ο χειρότερος και μία φορά, κέρδος για όλους θα είναι, κόσμος θα έρθει σε ένα γήπεδο ακόμα, θα βάλεις μια ακόμα ομάδα στην εξίσωση των υποψήφιων να τρομάξουν τους δύο μόνιμους πρώτους. Στην καλύτερη μέρα του χειρότερου και στη χειρότερη μέρα του καλύτερου, χρειάστηκε η σφυρίχτρα για να τους δώσει κουράγιο να το ισοφαρίσουν στο τέλος. Τσογλάνια, το ίδιο εισιτήριο πληρώνουμε όλοι.

99104aΠαντού έπεσα έξω προχθές. Φύγαμε από το σπίτι πεντάδα, με την Άννα, τα παιδιά και τον Βαγγέλη να βοηθήσει στη μεταφορά γιατί μας είχανε σπάσει τον τσαμπουκά οι μικρές. Παοκολέ, Παοκολέ, κοίταζε η γειτονιά από τα μπαλκόνια τις πιτσιρίκες με τις σημαίες και τα συνθήματα, τρέχαμε να προλάβουμε το πρώτο αστικό, τζίφος, το χάσαμε. Το επόμενο περνούσε στις έξι, δηλαδή την ώρα που άρχιζε ο αγώνας -θα χάναμε, στην καλύτερη, το πρώτο δεκάλεπτο. Στη στάση άλλο ρεζιλίκι που ούρλιαζαν και προσπαθούσαν να ακουμπήσουν τα διερχόμενα αυτοκίνητα με τις σημαίες, Παοκολέ, Παοκολέ, ωωω Παοκάρα, περνούσαν κάτι θείτσες και τις ρωτούσαν «τι ομάδα είστε» και η μεγάλη με υφάκι γύριζε το κεφάλι, τύπου «ρε πλάκα με κάνεις, δε βλέπεις», άρχισα να αγχώνομαι. Ρε μήπως κάνουμε καμιά μαλακία και τα τραβολογάμε τα παιδιά στο Παλατάκι, θα τα κουράσουμε, θα φάμε και τριάντα πόντους, να το ξανασκεφτούμε. Ο Βαγγέλης το έπαιζε αισιόδοξος, εγώ έκανα και αναμετάδοση. 2-16, 7-31, 10-38 πρώτο δεκάλεπτο.

Ήρθε το αστικό, μπήκαμε και τους κάναμε κεφάλι. Η μεγάλη κοιμήθηκε, κουτουλούσε στα τζάμια, η μικρή άντεχε ακόμα. Κατεβήκαμε να πάρουμε το επόμενο, με τη μεγάλη να ροχαλίζει και τη μικρή να ρωτάει γιατί δεν πήραμε καροτσάκι, δηλαδή πλάκα μας κάνετε, θα περπατήσω εγώ μέχρι εκεί τέτοια ώρα; Μπήκαμε και στο δεύτερο αστικό, η Χουλιγκάνα ροχάλιζε δυνατά, η Λιλιγκάνα έψαχνε το καροτσάκι, κατεβήκαμε στάση Παλατάκι, 600 μέτρα ανηφόρα, μετρημένα στο Google Maps. Ξύπνα, φτάσαμε. Κοιτάζει δεξιά-αριστερά, «δε φτάσαμε». Τη βάζω στον ώμο και παίρνουμε τον ανήφορο, η μικρή με τους άλλους δύο έμειναν πίσω, επειδή πήγαινε όπου να ‘ναι μέσα στο δρόμο και την κυνηγούσαν. Αν υπήρχαν σοβαρές δημόσιες υπηρεσίες, θα μας τα είχανε πάρει τα παιδιά αν μας έβλεπαν.

99104bΚαι μπαίνουμε μέσα και ξυπνάνε σα να έχουν πιει έξι ρεντ μπουλ η καθεμιά. Η μικρή με το σημαιάκι, να φωνάζει «Μπράβο Παοκολέ», η μεγάλη βρήκε κάτι συνομήλικους τεντιμπόηδες που πετούσαν χαρτάκια, κάτσαμε στο πέταλο και προσπαθούσαμε να συνέρθουμε από αυτό που έγραφε ο πίνακας. Ήμασταν μπροστά. Λήγει το ημίχρονο, πάλι είμαστε μπροστά. Ε, ρε, γλέντια. Βγαίνουν στα γρήγορα πατατάκια, μωρομάντηλα, νερά, χυμοί, τα πάντα, φάτε, πιείτε, το ματς έχει ψωμί, μην ενοχλείτε. Κοιταζόμαστε με την Άννα, ρε πού ήρθαμε, καλή φάση. Κι ο Βαγγέλης καμάρωνε, ρε δε σε είπα, τους έχουμε.

Το δεύτερο ημίχρονο ήταν πραγματικά ένα ματς που έχω να δω χρόνια. Όλο το ανάπηρο Παοκτσηδιλίκι στο παρκέ, σουτ της απελπισίας να μπαίνουν, οι γάβροι να βρίσκουν μπροστά τους δύο παίκτες ταυτόχρονα, δηλαδή υπήρχε ένας που έπαιζε άμυνα και ένας από πίσω του να καλύψει, πρωτόγνωρα πράματα φέτος -έμενε πάντα ένας μόνος του έξω απ’ το τρίποντο, βέβαια, αλλά πόσα να βάλουν, τους καβαλήσαμε. Ψάρωσε και η Χουλιγκάνα από κάποια στιγμή ως το τέλος, σου λέει ο μπαμπάς όλο γκρίνιαζε πως θα χάσουμε με τριάντα πόντους διαφορά και πάμε απλώς για μια βόλτα να περάσει το απόγευμα με τους φίλους μας, εδώ τους έχουμε πάρει τα σώβρακα, τι παίζει, ας σοβαρευτούμε να κάνουμε κανένα μαγικό. Τόσο απορροφημένοι ήμασταν που χαμπάρι δεν πήρα τη Λιλιγκάνα που γλίστρησε κάτω από τα κάγκελα και μπήκε μέσα όλο χαρά, Παοκάρα, Μπράβο, ευτυχώς έχουμε καλά σεκιούριτι και τη μάζεψαν πριν μπει και στον αγωνιστικό χώρο, να έχουμε τίποτα τιμωρίες.

«Μπαμπά, ισοπαλία». Όχι, παιδί μου, δεν έχει ισοπαλία στο μπάσκετ. Θα παίξουμε κι άλλο. «Ως τα εκατό»; Θα το δούμε. Κι όπως το είπε, το ματς κρίθηκε στο 93-100, «μπαμπά, πάλι μας έβαλαν εκατό καλάθια κι εμείς δε βάλαμε, εμείς πότε θα βάλουμε εκατό καλάθια, μπαμπά»; Τι να σου πω. Εμείς κάναμε ό,τι μπορούσαμε, καμιά φορά δεν είναι αρκετό, αλλά δεν πειράζει, την άλλη φορά ίσως κερδίσουμε. Γιατί, πράγματι, είχαμε κάνει ό,τι μπορούσαμε για να σώσουμε το παιχνίδι, ειδικά από την ώρα που ο Σούλης είχε αλλάξει την άμυνα από «Μαν-Του-Μαν» σε «Πέταλο», δηλαδή περνάει όποιος θέλει προς το καλάθι και παίζει άμυνα το πέταλο από πίσω με βρισιές, κωλοδάχτυλα, χαρτάκια, ουρλιαχτά, ό,τι μπορεί ο καθένας. Δεν έπιασε. Είχε πιάσει πέρσι, με την ΑΕΚ, το είχε παραδεχτεί και η ομάδα που στο τέλος χειροκροτούσε τον κόσμο.

99104dΚάτσαμε ώρα μετά το ματς. Ξεχύθηκαν οι μικρές στο παρκέ και το κλείσαμε πάλι το μαγαζί. Κι όσο τις έβλεπα να τρέχουν στο γήπεδο και να χαίρονται, τόσο μου περνούσε η σκασίλα και ένιωθα να γεμίζω, μου έφευγαν τα νεύρα και τα γαμώτο, άρχιζα να καταλαβαίνω τι ματσάρα είχαμε δει. Ματσάρα, «από τα παλιά», που έλεγαν οι δικοί μου. «Ναι, μόνο ο Μπακατσιάς λείπει», απαντούσα εγώ. Αλλά ήταν σπάνια εμπειρία για τα σημερινά δεδομένα, η μοναδική ομάδα του Πρωταθλήματος χωρίς νίκη κόντρα σε υποψήφια πρωταθλήτρια Ευρώπης, εμείς χωρίς ψηλό και χωρίς ψυχολογία και με σχετικά άδειο γήπεδο, αυτοί με την ομαδάρα που έβγαινε ένας και έμπαινε καλύτερος και τα σφυρίγματα όταν έπρεπε όλα δικά τους -και το φτάσαμε στο καλάθι. Στο μισό καλάθι, δηλαδή, στη μία βολή. Ούτε ηττοπαθής είμαι, ούτε μίζερος -έχω σηκώσει Πρωτάθλημα, Κύπελλα, Ευρωπαϊκά. Αλλά, στο ζύγι, το βράδυ σκεφτόμουν πως πέρασα μία από τις καλύτερες μέρες μου. Ειδικά όταν ξανάπαιζα στο μυαλό τη σκηνή όπου η Λιλιγκάνα, δύο ετών και πέντε μηνών, ζωσμένη με την καινούργια σημαία του ΠΑΟΚ, φώναζε στη διμοιρία των ματατζήδων «Παοκάρα, Παοκάρα, έλα, πάμε όλοι μαζί» με τα χέρια σηκωμένα σα μαέστρος και οι ματατζήδες κόντευαν να καταρρεύσουν από τα γέλια. Επειδή, στην τελική, αυτό είναι και το βαθύ νόημα του Παοκτσήδικου αθλητισμού: Να πουλάς τρέλα από μωρό παιδί.

Στράβωμα

Στράβωμα

ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός 2-3. Το ξέρω πως μερικοί πιστεύουν ότι καμιά φορά γράφω υπερβολές για τη μικρή χου ...

Read more
Κουκουλοφόρος

Κουκουλοφόρος

Μόλις είχα φάει το σπ& ...

Read more
Καβάλα

Καβάλα

Α’ Επιστολή Προς Καβαλιώτες. Σήμερα ο Σ.Φ. ΠΑΟΚ Καβάλας γιορτάζει τα 15 χρόνια από την ίδρυσή του. ...

Read more
0042

0042

Ο Τζερόντ Μουστάφ πρ&ome ...

Read more
42

42

06/12/1987, Σέρρες, ΠΑΟΚ-Ολ&upsil ...

Read more
Αποτοξίνωση

Αποτοξίνωση

Έως τα τέλη του καλ&omi ...

Read more
Λουκούμι

Λουκούμι

Το περσινό φάιναλ φο&r ...

Read more
0036

0036

Όσες ενστάσεις κι &al ...

Read more
Σαββατοκύριακο

Σαββατοκύριακο

«Έλα Αθήνα», μου είπ&eps ...

Read more
Κυμαινόμενο

Κυμαινόμενο

Η οργάνωση μιας εκδρομής από την επαρχία για Τούμπα ήθελε πολύ τρέξιμο. Απλή εκδρομή, ας πούμε ένα Π ...

Read more
#Σουίτα

#Σουίτα

Μπορεί ο Ενασαπομά&sigm ...

Read more
Εξώφυλλο

Εξώφυλλο

Λίγο μετά τα Χριστού&ga ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.