Μαχαίρι

Μαχαίρι

Βγήκα με το...

Ροναλντίνιο

Ροναλντίνιο

Ο όρος...

Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

  • Μαχαίρι

    Μαχαίρι

    Friday, 19 January 2018 12:02
  • Ροναλντίνιο

    Ροναλντίνιο

    Thursday, 18 January 2018 17:06
  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08

aggeia1Ένιωθα τα αγγεία να σπάζουνε μέσα στις κόγχες. Πόσα έχουν αντέξει αυτά τα μάτια, τόσα χρόνια στο γήπεδο, άλλη μια δοκιμασία δεν έλεγε να τελειώσει.

«Ηλέκτρα, κάνε τα μαγικά σου να βάλουμε ένα γκολ, να φύγουμε για Παλατάκι». Έβαλε στην τσάντα το τάμπλετ, που έπαιζε μπασκετάκι ψηλά στη Θύρα 7 βαρεμένη από το αθέαμα, σήκωσε τα χέρια στον αέρα κι άρχισε κάτι περίεργα ξόρκια. «Αμμμ, αμμμ, βάλε ΠΑΟΚ ένα γκολ να πάμε στο Παλατάκιιιι, αμμμ, αμμμ». Τζίφος. «Μάλλον πρέπει να πάμε πιο κοντά στους παίκτες για να πιάσουν τα μαγικά». Κατεβαίνουμε κάπου στη μέση των σκαλιών, καθόμαστε, αρχίζει πάλι τη μαύρη μαγεία. «Αμμμ, αμμμ, βάλε ΠΑΟΚ ένα γκολ γιατί κατουριέμαι, να πάμε στο Παλατάκι να κατουρήσουμε, αμμμ, αμμμ». Τίποτα, βαθιά μπαλιά στο πουθενά. «Πάμε λίγο πιο κοντά». Φτάσαμε κάτω-κάτω, πίσω από τα αναπηρικά. «Αμμμ, αμμμ, κατουριέμαι στ’ αλήθεια, βάλε ένα γκολ, ρε ΠΑΟΚ, αμμμ», κάποιος σουτάρει, αποκρούει ο τερματοφύλακας, νέο σουτ, γκολ, 1-0, φύγαμε. «Πάμε να κάνω τα μαγικά μου και στο μπάσκετ».

Έπεσα μέσα με το τάμπλετ -πολύ μπροστά ο σύγχρονος πατέρας που ξέρει τι τον περιμένει. «Πάρ’ το μαζί σου, ίσως το χρειαστείς τόση ώρα ταξίδι». Ένα αστικό, δεύτερο αστικό, τρίτο αστικό, τρέξιμο από Αγία Βαρβάρα για το γήπεδο. Εν τω μεταξύ, είχαμε ανάψει και κερί σ' ένα εκκλησάκι για να περάσει η ώρα ανάμεσα στα τράνζιτ. Τι ευχήθηκες, να κερδίσουμε στο ποδόσφαιρο ή το μπάσκετ; «Ευχήθηκα να μαγειρέψει αύριο η μαμά ένα φαΐ που μ' αρέσει». Το ματς είχε ήδη αρχίσει, αλλά έξω από την 4 ο κόσμος αρκετός. «Πολλοί Παοκτσήδες άργησαν σήμερα, μπαμπά, όπως εμείς». Τι να σου εξηγώ τώρα, δεν άργησαν όλοι αυτοί, κάτι άλλο συμβαίνει, αλλά τέλος πάντων, συνεχίζουμε την τρεχάλα. 4, 5, 6, 7, εδώ είμαστε, μπαίνουμε. «Α, ωραία είναι εδώ, πάμε ψηλά».

Γκρίνιαζε από νωρίς. «Τι θα γίνει, θα βάλουμε γκολ σήμερα»; Γκρίνιαζαν και οι γύρω, ρε τι χάλια είναι αυτά, ρε θα μας κερδίσει ο Ελευθερόπουλος, ρε βάλε κανένα βασικό μέσα, ρεεε. Ματς-λησμονιά, σήμερα το έχω ήδη ξεχάσει. Κάποιοι θα βρουν να το αναλύσουν, τι σύστημα παίξαμε, ποιος ξεχώρισε, ποιος απογοήτευσε, πώς έκανε ματ με τις αλλαγές του ο Τούντορ και τα σχετικά. Ναυτία. Ανέβηκαν λίγο στο τέλος, το καθάρισαν, αγγαρεία στο χόρτο, αγγαρεία και στην κερκίδα. «Παοκάρα, βάλε ένα γκολ» η 7Α με τα πιτσιρίκια, «μέσα στα μυαλά έχετε σκατά» η 4Α με τους μεγάλους. Κάπου στο 60’ οι μεγάλοι είπαν το σύνθημα που τραγουδούσαν οι μπόμπιρες από την αρχή, έβαλε το γκολ η Παοκάρα και δικαιώθηκαν όλοι. Τροχάδην, τώρα, στο Ιπποκράτειο, να πάρουμε το επόμενο αστικό για το μπάσκετ.

Ήμασταν τουλάχιστον έξι άτομα για Παλατάκι στη στάση -καλό σημάδι, θα είχε κόσμο. Μας πρόλαβε το δεύτερο γκολ στη διαδρομή, ηρεμήσαμε, ώρα να πάρουμε και τη μεγάλη νίκη με την Μπεσίκτας, για την πρόκριση στο Γιούροκαπ που άλλο νταλκά δεν έχουμε φέτος παρά να σηκώσουμε ευρωπαϊκή κούπα. Κατεβαίνουμε από το λεωφορείο του Σ.Φ. ΟΑΣΘ, παίρνουμε τον ανήφορο με τη Χουλιγκάνα στην πλάτη επειδή κουράστηκε το παιδί τόσα σούρτα-φέρτα, φτάνουμε την ώρα που έφευγαν κάποιοι βρίζοντας και φωνάζοντας «ε, όχι και τριάντα πόντους διαφορά, ρε πούστη μου, τι ξεφτίλα είναι αυτή σήμερα». Δαγκώθηκα, ρε τι λένε αυτοί για τριάντα πόντους, πλάκα μας κάνουνε.

Μπαίνουμε μέσα, 24-52. Τι 24-52 είναι αυτό; Μπαρδόν; 52 μείον 24 ίσον 28. 28 συν 24 ίσον 52. 28 πόντοι διαφορά. «Μπαμπά! Κοίτα πόσους πολλούς πόντους έχουν οι άλλοι»! Έπεσε το σαγόνι μου. Κοίταξα δεξιά-αριστερά, είδα γνωστές φάτσες με άγνωστες γκριμάτσες. «Μαλάκα, τον ήπιαμε». Πώς έγινε αυτό; «Άσε, φύγε όπως ήρθες». Η μικρή φώναζε, «μπαμπά, πάμε να κάνουμε αυτά που είπαμε». Πάμε. Είχε πει «πρώτα θα κατουρήσω, μετά θα μου πάρεις κάτι να φάω, μετά κάτι να πιω, μετά θα έχω δυναμώσει και θα φωνάζω συνθήματα». Μέχρι να γίνουνε όλα αυτά, μας έπιασε το δεύτερο ημίχρονο.

Φώναζαν κάτι γκρινιάρηδες, «εσύ μας έλειπες, Ισοβίτη» και τέτοια. Το δήλωσα δημοσίως: «Ήρθα να το γυρίσω». Άρχισε η μικρή τα μαγικά, το 28-55 το κάναμε 61-70. Σερί 33-16, δηλαδή υπερντάμπλ-σκορ, τι άλλο να κάνουμε πια. Άρχισαν να μπαίνουνε όλα, άρχισαν οι άλλοι να τα χάνουνε όλα, πηγαίναμε για την ανατροπή του αιώνα, κόντρα στους μίρλες που φώναζαν για «τη μεγαλύτερη ήττα της ιστορίας μας». Κι αν δε χαλούσε το γούρι, ρε φίλε, αν δε σπαζόταν η Χουλιγκάνα εκεί που άρχισε τα κλάματα επειδή «δε βλέπω καλά από εδώ και θέλω να πάμε τέρμα πάνω», πάει το σερί, μας πήραν οι Τούρκοι φαλάγγι. «Μπαμπά, αν φτάσουν στα εκατό θα το δείξει»; Ναι, θα το δείξει, αγχώθηκε αν ο πίνακας χωράει και τρίτο νούμερο, σάμπως έχει ξαναδεί κατοστάρα το παιδί να το ξέρει;

Ήρθε κι η κατοστάρα, τα αγγεία συνέχιζαν να σπάζουν μέσα στα μάτια, πρωτόγνωρο συναίσθημα να χάνεις με είκοσι πόντους στην έδρα σου και να σκέφτεσαι «πάλι καλά». Η μικρή δεν πτοήθηκε, «να τους πούμε να παίξουμε ως τα χίλια, να δούμε αν χωράει και τέσσερα νούμερα εκεί πάνω». Μη βάζεις ιδέες, καλά είμαστε, πάμε να φεύγουμε να το ξεχάσουμε. «Α, ρε μπαμπά, όλο στενοχωριόμαστε φέτος στο μπάσκετ, δε μου αρέσει καθόλου». Ε, άμα δε σου αρέσει, ίσως θα έπρεπε να κάθεσαι σπίτι, να έρχομαι μόνος μου. «Και να σε αφήσω να χάνεις και να στενοχωριέσαι μόνος σου; Ποτέ».

Κλασαμέντες

Κλασαμέντες

Ο πιτσιρίκος προχθές δίπλα μου στο αστικό είχε αγχωθεί. Του λέει η κοπέλα μαζί του (αδερφή, ξαδέρφη, ...

Read more
Εσφαγιάσθησαν

Εσφαγιάσθησαν

Η πρώτη φορά στην ιστορία της Α’ Εθνικής που ο ΠΑΟΚ βρέθηκε μόνος του στην πρώτη θέση ήταν μόλις στη ...

Read more
Περίεργα

Περίεργα

Έπρεπε να φτάσουμε μέ ...

Read more
Κινέζος

Κινέζος

Μάλιστα. Τ’ ακούσαμε κι αυτό. Έχουμε και τέτοιους συνοπαδούς, τι να κάνεις. Η ατάκα, αυτολεξεί, ...

Read more
Νεκροκρέβατο

Νεκροκρέβατο

Ο Μεγαλύτερος Πα&omicr ...

Read more
Επανάστασις

Επανάστασις

Συγκεντρωμένο το &alpha ...

Read more
Γιορτούλα

Γιορτούλα

Τι είναι η καλοκαι&rh ...

Read more
Εμφύλιοι

Εμφύλιοι

Τα σούτια μεταξύ μας στην κερκίδα πόσο μεγάλο κεφάλαιο είναι. ...

Read more
Μοντέρνο

Μοντέρνο

Μαρκ-Βιβιέν Φοέ, ετών 28. &Alph ...

Read more
Καζούρα

Καζούρα

Δεν πρόκειται ποτέ ν&alp ...

Read more
0018

0018

Αν δεν την έχεις δει ...

Read more
Παγκόσμιοι

Παγκόσμιοι

Έχουν απλωθεί σε όλ& ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.