Αντικοινωνικός

Αντικοινωνικός

Νιώθεις αυτό που...

Αλέξανδρε

Αλέξανδρε

Αγαπητέ Αλέξανδρε,...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Non-Fiction

Non-Fiction

Μας κατέστρεψε το...

Ακρωτηριασμένος

Ακρωτηριασμένος

Βγαίνω από μία...

Ολιγαρκής

Ολιγαρκής

Ο κ. Γεώργιος...

Πυροτεχνουργός

Πυροτεχνουργός

Ο ταμίας ζήτησε...

Διαπλοκή

Διαπλοκή

Η ανάλυση των...

Ρεύμα

Ρεύμα

Όλος ο σύγχρονος...

Προσκυνητές

Προσκυνητές

Έχω μερικούς...

Τότε

Τότε

«Ποιο ποδόσφαιρο...

Σκόρπια

Σκόρπια

Στα...

  • Αντικοινωνικός

    Αντικοινωνικός

    Tuesday, 17 April 2018 13:40
  • Αλέξανδρε

    Αλέξανδρε

    Monday, 16 April 2018 02:23
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Wednesday, 11 April 2018 15:50
  • Non-Fiction

    Non-Fiction

    Monday, 09 April 2018 01:30
  • Ακρωτηριασμένος

    Ακρωτηριασμένος

    Thursday, 29 March 2018 23:32
  • Ολιγαρκής

    Ολιγαρκής

    Sunday, 25 March 2018 19:39
  • Πυροτεχνουργός

    Πυροτεχνουργός

    Thursday, 22 March 2018 13:10
  • Διαπλοκή

    Διαπλοκή

    Wednesday, 21 March 2018 11:42
  • Ρεύμα

    Ρεύμα

    Tuesday, 20 March 2018 23:32
  • Προσκυνητές

    Προσκυνητές

    Monday, 19 March 2018 19:59
  • Τότε

    Τότε

    Monday, 12 March 2018 22:21
  • Σκόρπια

    Σκόρπια

    Monday, 12 March 2018 00:26

paoksjΑυτά παθαίνεις όταν έχεις πάει σε δέκα συνεχόμενους αγώνες βόλεϊ. Πρώτη φορά σήμερα κάναμε το νέο δρομολόγιο για Παλατάκι με τη Χουλιγκάνα, φτάσαμε καθυστερημένοι, τρέχοντας και σε μέρος της διαδρομής να την έχω στους ώμους επειδή τελευταία φοβάται τα αγκάθια και στον ανήφορο για το γήπεδο έχει μια τροπική βλάστηση, για τα δικά της δεδομένα.

Μπαίνουμε στο 21-4. «Το καθαρίσαμε εύκολα το πρώτο σετ», σκέφτομαι και χαλαρώνω αμέσως. Μέχρι να βγάλουμε ζακέτες, να βρούμε τις καραμέλες, να πάρει τους μαρκαδόρους που ήθελε «να ζωγραφίσει τον ΠΑΟΚ» και κουβάλησε και χαρτί λευκό στην τσάντα της, να τακτοποιηθούμε, το σκορ πήγε 24-6. Αφήνω τα τσιγάρα σε ένα τοιχάκι για να συμμαζευτούμε, τα ξεχνάω εκεί.

Αυτοί οι Ούγγροι δε σεβάστηκαν τους κανονισμούς του βόλεϊ κι άρχισαν να το παλεύουν το σετ, μέχρι που το κάνανε 24-12 και κάπου εκεί άρχισα να συνέρχομαι, είχα ξυπνήσει κι από τις 6 το πρωί, τρέξιμο, δουλειά, λεωφορεία, ταξί, ξανά μανά αστικό για το Παλατάκι, όπα, παιδιά, μπάσκετ παίζουμε, δεν το παρατάμε το σετ. Ψάχνουμε πού θα κάτσουμε, άλλο μαρτύριο κι αυτό σε κάθε παιχνίδι. Να πάμε στους φωνακλάδες. Να πάμε. Ή, μάλλον, να πάμε απέναντι, εκεί που μου αρέσει. Ε, και πού δε σου αρέσει εσένα. Άιντε το γύρο του γηπέδου, πάνω, κάτω, πιο πάνω, τέρμα πάνω, με τα πολλά το φάγαμε το ημίχρονο με τις γύρες, μέχρι που βρήκαμε κάτι μαφίες και αράξαμε πάνω από τη φυσούνα. Από όπου γίναμε μάρτυρες του τέλειου σκηνικού να λήγει το ημίχρονο, να φεύγει η ομάδα κι εμείς από πάνω «μπράβο, ρε παλικάρια, σκίστε τους, λιώστε τους», να φωνάζουν οι διαιτητές τους παίκτες να γυρίσουν πίσω και μετά να τους λένε πως τελικά έληξε το ημίχρονο και να ξαναφεύγουν μετά από είκοσι δευτερόλεπτα κι εμείς πάλι το έργο «μπράβο, ρε αλάνια, έτσι, πάμε δυνατά, τι θα γίνει, έληξε τώρα ή θα τους ξαναβγάλουνε».

Πιάνουμε την κουβέντα με τους νοσταλγούς του Τζόνι Νιούμαν εκεί στην κερκίδα στο ημιχρόνιο, που έλεγε κάποτε κι ο σημερινός μας προπονητής, κι όπως είναι λογικό η κουβέντα σηκώνει τσιγάρο. Όχι πως καπνίζουμε στο Παλατάκι, όχι, δεν επιτρέπεται το κάπνισμα μέσα στο γήπεδο, έτσι, το βάζουμε στο στόμα για τη συνήθεια, που λένε, δεν το ανάβουμε. Ψάχνω στις τσέπες, όλα εκεί εκτός από το πακέτο. Τα δύο διαρκείας, δηλαδή το ένα που μου έκανε δώρο ένας αδερφός και το άλλο που έκανε δώρο ο αδερφός σε άλλο αδερφό και το είχα μαζί για να του το δώσω, ήταν εκεί. Τα δύο κινητά, δηλαδή το κομμένο και το προσεχώς κομμένο, ήταν εκεί. Τα έξι ευρώ ήταν εκεί. Το διαρκείας του ΟΑΣΘ ήταν εκεί. Μέχρι και τα περιτυλίγματα από τις καραμέλες, που δεν τα πετάμε κάτω και τα κρατάει στις τσέπες ο μπαμπάς μέχρι να βρούμε κάδο, εκεί ήταν κι αυτά. Πακέτο, όμως, πουθενά.

Μαλάκες, ξέχασα τα τσιγάρα απέναντι στο πέταλο. Πάω να τα πάρω. Γέλια τριγύρω. Θα σε δώσουμε εμείς, αμέσως η αδερφική έγνοια. Ρε δέκα ευρώ είναι όλα τα λεφτά μου μέχρι να πληρωθώ μεθαύριο, πήρα τσιγάρα κι έμειναν έξι, τι με λέτε τώρα, πάω να τα βρω. Και μπαίνω μέσα, ήσυχα, καμαρωτά, διασχίζω το γήπεδο με το κλασικό βλέμμα «εμένα που με βλέπετε έχω να κάνω μια σημαντική δουλειά και μη με διακόπτετε γιατί θα βρείτε τον μπελά σας», περνάω τους πάγκους, τους φωτογράφους, κάτι παράγοντες, και φτάνω στο πέταλο των φωνακλάδων. Αυτό το βλέμμα το είχα μάθει από μικρός, από το εργοστάσιο που δούλευα στο χωριό και το εφάρμοσα στο στρατό κι ακόμα το εφαρμόζω, πάντα πιάνει, κοιτάς έτσι πολύ απασχολημένος και απορροφημένος και δείχνεις πως έχεις κάτι πολύ σπουδαίο να κάνεις και κανείς δε σε σταματάει ποτέ. Μην το δοκιμάσετε, θέλει πηγαίο ταλέντο, μπορεί να την πατήσετε.

Και είναι τώρα τριακόσιοι κάγκουρες που χοροπηδάνε δίπλα στα τσιγάρα μου και τα τσιγάρα ακόμα εκεί. Να καταγραφούν όλα αυτά, που λένε τους Παοκτσήδες κλεφτρόνια, παιδιά που δεν έχουν ούτε για το αστικό να έρθουν να δούνε τον ΠΑΟΚ κι όμως τα τσιγάρα του αδερφού τους δεν τα πειράξανε. Ξαναμπαίνω να διασχίσω το γήπεδο στο αντίθετο, πέφτω πάνω σε κάτι καλά παιδιά αστυνομικούς, σου λέει τι κάνει αυτός με την μπλούζα «Πανελλήνιος» και σουλατσάρει στο γήπεδο και πηδάει τα κάγκελα, τους λέω «είχα ξεχάσει το κινητό μου και πήγα και το βρήκα, είδατε τι καλά παιδιά οι Παοκτσήδες»; Τους έκανε εντύπωση κι εγώ συνέχισα τη βολτίτσα μέχρι τη φυσούνα, όπου αποθεώθηκα από τη Χουλιγκάνα που έτρωγε ποπ-κορν στο κάγκελο και θαύμαζε το ντου του πατέρα της. Θα σκεφτόταν «πωωω, τι γαμάτος μπαμπάς, μπήκε στο γήπεδο και κανείς δεν του είπε τίποτα», κάπως έτσι. Πρότυπα, ρε, φτιάχνουμε πρότυπα για τα παιδιά μας από μικρά. Ποιος ξέρει πώς θα διηγηθεί την ιστορία στο σχολείο αύριο.

Η ομάδα ένα έτσι κάπως μπέρδεμα. Στην αρχή μου φάνηκε πως φέτος παίζουμε πιο γρήγορα και το απέδωσα στην έλλειψη Τσόχλα, αλλά κάποια στιγμή αντιλήφθηκα πως μας τρέχουν οι άλλοι κι εμείς χαμπάρι δεν πήραμε. Δεν ξέρω τι πρόσφερε ο Χάτσερ στην προηγούμενη θητεία του, επειδή είχα ρίξει το μποϊκοτάζ εκείνο τον καιρό, αλλά με έκανε να νοσταλγώ ένα ξανθό παιδάκι που κατέβαζε πέρσι την μπάλα και τον έβριζα και όλα τα μετάνιωσα σήμερα. Πολλά μπερδέματα από τον πάγκο, πειράματα, σχήματα απελπισίας, τα οποία είμαι σίγουρος πως στο μυαλό του Σούλη όλα στέκουν και όλα τα έχει δουλέψει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια αλλά εγώ είμαι εντελώς άμπαλος και δεν τα πιάνω. Δώσε μου γρήγορο κατέβασμα, πάσα, σκριν, ασίστ, κάρφωμα και όλα καλά. Άμα είναι να τη γυρίζεις είκοσι τρία δευτερόλεπτα για να την πάρει ο Βασιλειάδης και να σουτάρει τρίποντο απελπισίας, κάτι δεν πάει καλά. Αλλά το κερδίζει το ματσάκι η ομάδα και λες «πάλι μας έριξε τάπα ο κόουτς», μόκο, πανηγύρι και πάμε για το επόμενο.

Οι πρωταθλητές Ουγγαρίας και μόνο που γράφεις «πρωταθλητές Ουγγαρίας» αρκεί. Δώσε ένα μυδραλιοβόλο σε έναν τυφλό να το αδειάσει στον ουρανό, ε, μια μπεκάτσα θα κατεβάσει στις χίλιες σφαίρες. Κάπως έτσι κι αυτοί, τούβλα που δεν έβρισκαν ούτε στεφάνι, ντουπ στο ταμπλό και τρία μέτρα μακριά, ριμπάουντ, νέο τούβλο τσιμεντένιο από τη ρακέτα, αυτό έβρισκε στεφάνι και ανέβαινε η ψυχολογία τους, ο ψηλός ημίψηλος ημίπαλτος από κάτω πρέπει να είχε γουόκμαν στ’ αυτιά γιατί κάτι χόρευε έτσι μπρέικ-ντανς, έπαιρναν οι άλλοι πάλι το ριμπάουντ, ε, κάποια φορά έμπαινε το καλάθι. Εμείς μπίρι-μπίρι, αυτοί ντάμπα-ντούμπα, έγινε ωραία μίξη και το φτάσαμε ντέρμπι. Κι αν δεν έκανε τη μαλακία στο τέλος με τα βήματα ο παικταράς των πρωταθλητών Ουγγαρίας, που πίσω μου ένας το είχε προβλέψει, «βήματα θα κάνουν» και κάνανε, ποιος ξέρει τι λαϊκά δικαστήρια θα είχαμε απόψε και σπασμένα αυτοκίνητα καλαθοσφαιριστών και κατάληψη στα γραφεία της ΚΑΕ και Μπάνε το μπούλο από τις χιλιάδες αγανακτισμένων οπαδών του μπάσκετ του ΠΑΟΚ. Αλλά ευτυχώς όλα πήγαν καλά.

Και πήγαν καλά επειδή άλλο ένα παντελονάτο Παοκτσήδικο κόλπο έπιασε στην εντέλεια. Τρεις πόντοι διαφορά, τρία δευτερόλεπτα στο ρολόι, τι κάνεις; Φάουλ, για να μη σουτάρουνε τρίποντο και ισοφαρίσουνε; Όχι, εσύ είσαι ανώτερος απ’ αυτά, βλέπεις δέκα χρόνια μπροστά, δεν πέφτεις σε τέτοιες παγίδες. Σου λέει, τους κάνουμε φάουλ, βάζουν την πρώτη, χάνουν τη δεύτερη κι έτσι που πετάνε τα τούβλα αυτοί το ριμπάουντ της βολής φτάνει στο τρίποντο, τσουπ, μας το χώνουν και παίρνουν το διπλό. Οπότε κάνεις το πιο λογικό πράγμα για Παοκτσή: Τους αφήνεις να κατεβάσουν, να σουτάρουν το τριποντάκι που ξέρεις εκ των προτέρων πως θα το χάσουν επειδή έτσι αφού ξέρω ‘γώ ΠΑΟΚ είσαι, δικαιώνεσαι, χειροκρότημα, πανηγύρι, πήραμε τα πονταλάκια και πάμε παρακάτω. Αν και υπάρχει η άλλη εκδοχή που πρέπει να σεβαστούμε: «Αφού ήρθα εγώ σήμερα, δεν υπήρχε περίπτωση να νίκηζε η Ουγγαρία».

Ταλιμπάν

Ταλιμπάν

Οι αστυνομικοί είναι φίλοι μας. Εγώ ελληνική αστυνομία άι λάικ, μεγάλα γούστα, τι να πρωτοθυμηθεί κα ...

Read more
Ντίσνεϋλαντ

Ντίσνεϋλαντ

Εννοείται πως όλα αυτά που αναφέρει έγιναν τελικά έτσι κάπως στο περίπου, με Παοκτσήδικη διασκευή. ...

Read more
Μανουριάρης

Μανουριάρης

Η 30ή Οκτωβρίου 2004 θα μείνει στη μνήμη κάθε Παοκτσή ως αποφράδα ημέρα, που λένε, ως ημέρα για την ...

Read more
Τρία

Τρία

Στις 30 Απριλίου 2014 εμ&p ...

Read more
Νομιμότητα

Νομιμότητα

Ο πατέρας ήταν γύρω στα σαράντα. Το παιδάκι, το κοριτσάκι του, κάτω από δέκα, δεν πρόλαβα να τη δω π ...

Read more
0001

0001

Ιανουάριος 1990. Ο ΠΑ&Omicron ...

Read more
Κηδείες

Κηδείες

Επί μία εικοσαετία &kap ...

Read more
Μπελούσι

Μπελούσι

Πριν μια βδομάδα, ο Τ&zet ...

Read more
Σεβασμός

Σεβασμός

Είναι η λέξη-κλειδί. Είναι η λύση για όλα τα προβλήματά μας. Είναι αυτό που χάσαμε κάπου στη διαδρομ ...

Read more
0025

0025

Η ομάδα ποδοσφαίρο&u ...

Read more
Ορμένιο

Ορμένιο

Για να πας από Ξάνθη σ&ta ...

Read more
Σειρές

Σειρές

Αφιέρωμα στις 14 καλύ&tau ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.