Θάνατος

Θάνατος

Όταν είσαι μικρός,...

Θεωρητικά

Θεωρητικά

Θεωρητικά, ο ΠΑΟΚ...

Αποχή

Αποχή

Η λέξη που ειπώθηκε...

Ψηλότερα

Ψηλότερα

Η υπόθεση είναι η...

Γκαλοπάρ

Γκαλοπάρ

Τον Οκτώβριο του 2016...

Δευτέρα

Δευτέρα

Γύριζα ξημερώματα...

Επιστροφές

Επιστροφές

Βγάζω τα σπασμένα...

Ένορκοι

Ένορκοι

Ένας φώναξε κάτι από...

Μικρότερος

Μικρότερος

Αναλύσεις,...

Φως

Φως

Εγώ δεν είχα τέτοια...

Βράχια

Βράχια

1 Οκτωβρίου 1992 - 1...

Χημεία

Χημεία

Το μεγαλύτερο πανί...

  • Θάνατος

    Θάνατος

    Friday, 20 October 2017 20:07
  • Θεωρητικά

    Θεωρητικά

    Friday, 20 October 2017 17:13
  • Αποχή

    Αποχή

    Friday, 20 October 2017 11:00
  • Ψηλότερα

    Ψηλότερα

    Thursday, 19 October 2017 15:11
  • Γκαλοπάρ

    Γκαλοπάρ

    Tuesday, 17 October 2017 13:57
  • Δευτέρα

    Δευτέρα

    Monday, 16 October 2017 11:33
  • Επιστροφές

    Επιστροφές

    Sunday, 15 October 2017 22:00
  • Ένορκοι

    Ένορκοι

    Wednesday, 11 October 2017 15:45
  • Μικρότερος

    Μικρότερος

    Sunday, 08 October 2017 16:01
  • Φως

    Φως

    Thursday, 05 October 2017 15:03
  • Βράχια

    Βράχια

    Sunday, 01 October 2017 13:44
  • Χημεία

    Χημεία

    Friday, 29 September 2017 15:13

aekpiraiasΟ Γιώργης Πατροκοσμάς γύρισε κουρασμένος από τη δουλειά στο σπίτι, αργά το βράδυ του Σαββάτου.

Στο αστικό μετρούσε και ξαναμετρούσε το βδομαδιάτικο πίσω από τη θέση, εκατόν πενήντα ευρώ όλα μαζί, μείον τα ψώνια, τα έξοδα για το πήγαινε-έλα, το χαρτζιλίκι του μικρού, τα κοινόχρηστα. Δεν έμενε σχεδόν τίποτα. Ίδρωσε, δε βολευόταν, έβγαλε το κινητό, έγραψε το μήνυμα αλλά δεν τολμούσε να το στείλει. Επόμενη στάση το σπίτι του. Σηκώθηκε, πάτησε το κουμπί και την ώρα που άνοιγαν οι πόρτες του λεωφορείου πάτησε και το Send. Έχωσε το τηλέφωνο στην τσέπη του μπουφάν, σα να μην ήθελε να δει την απάντηση.

Ίσα που τον προλαβαίνεις, μπορεί και να τον πήρε ο ύπνος, του είπε η Σοφία μόλις μπήκε στο σπίτι. Πήγε στο καμαράκι όπου ξάπλωνε ο γιος του, «κοιμάσαι ρε», ψιθύρισε και ο μικρός του απάντησε, μισοκοιμισμένος, «όχι, σε περίμενα». «Τι ώρα θα φύγεις, μπαμπά»; «Σε λίγο. Θα φάω κάτι, θα αλλάξω και φεύγω, τα πούλμαν ξεκινάνε ξημερώματα για Θεσσαλονίκη». Ο μικρός ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, «μπαμπά, να προσέχεις». Του χάιδεψε τα μαλλιά, «ναι, αγόρι μου, θα προσέχω, δε θα με ξαναμαγκώσουν οι μπάτσοι, μην ανησυχείς. Και θα σου φέρω και δώρο από τη Μακεδονία όταν γυρίσω, Δευτέρα πρωί, πριν πας στο σχολείο, να έχεις να παινεύεσαι στους γάβρους».

Ο μικρός ξαναξάπλωσε, σκεπάστηκε με την κουβέρτα κι έκλεισε πάλι τα μάτια. «Μπαμπά, ξέρεις τι θέλω να μου φέρεις»; Ο Γιώργης του είπε, γελώντας, «το Κύπελλο»; «Όχι, μπαμπά, θέλω να μου φέρεις μία μπουγάτσα». «Πώς σου ‘ρθε αυτό; Μπουγάτσα; Τι λες τώρα, αγόρι μου»; «Μπαμπά, στο σχολείο οι γάβροι φώναζαν ένα σύνθημα που έλεγε ‘είσαι στο μυαλό κάτι μαγικό’ και η Ηλέκτρα, που είναι Σαλονικιά, τους είπε πως το μόνο μαγικό πράγμα στον κόσμο είναι η μπουγάτσα. Θέλω να μου φέρεις μία, να δοκιμάσω». Ο πατέρας κράτησε τον εκνευρισμό του να μη τον δείξει και του απάντησε «σώπα τώρα και πέσε κοιμήσου, δεν είναι για μας τους αεκτσήδες αυτά τα πράματα, μπουγάτσες τρώνε μόνο οι Παοκτσήδες. Και να μην ξανακούσω τέτοια λόγια από το στόμα σου». «Εντάξει, ρε μπαμπά, δε θα το ξαναπώ. Καληνύχτα». Τον καληνύχτισε κι αυτός κι έμεινε να τον κοιτάζει όπως τον έπαιρνε πάλι ο ύπνος. Καμάρωνε ανακουφισμένος -όσο μεγάλωνε τόσο του ‘μοιαζε, ευτυχώς, ούτε τη μυταρόγκα της μάνας του πήρε, ούτε το στραβό της σουλούπι. Αλλά την αγαπούσε τη σύζυγο, την πιο ωραία Σοφία που μπόρεσε να βρει στον Πειραιά για να παντρευτεί, γιατί μόνο Σοφία έπρεπε να λένε τη μάνα του παιδιού του.

Θα τον έπαιρνε ο ύπνος κι αυτόν από την κούραση, δίπλα στον Θωμά, αλλά τον ξύπνησε το μπιπ-μπιπ από το μήνυμα στο κινητό. Δαγκώθηκε, το πήρε στο χέρι, έκανε από μέσα του μια προσευχή στον Αϊ-Γιώργη και διάβασε την απάντηση, «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ». Ντράπηκε. Πόσες φορές ήταν αυτή η τελευταία φορά που του έδινε δανεικά ο αδερφός του, μια ζωή για την ΑΕΚ, μια ζωή για τις εκδρομές. Τα τελευταία δυο χρόνια είχε ηρεμήσει με τα ταξίδια, αλλά και πού να πας με την ομάδα, εδώ τριγύρω, στο Μενίδι, στη Ραφήνα, έκανε κι ένα ταξίδι στην Κρήτη με τον Ερμή Ζωνιανών -την έβγαλε οικονομικά την τουρνέ στη Γάμα και τη Βήτα Εθνική. Αλλά αύριο ήταν ο τελικός του χάντμπολ, δεν μπορούσε να λείψει αυτός, ο μεγαλύτερος αεκτσής του Πειραιά. Ζήτησε ένα πενηντάρικο, για το εισιτήριο, την εκδρομή και κάτι να φάει στο δρόμο.

«Σοφία, πετάγομαι μέχρι τον αδερφό μου». Η γυναίκα του έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης, αλλά δεν είπε τίποτα. «Τι φάτσα είναι αυτή τώρα, τι έπαθες»; «Τίποτα, τι να πάθω. Πάλι για δανεικά πας; Θα ανεβείς τελικά»; Της εξήγησε πως δεν μπορεί να λείψει από τέτοιο ματς, τελικός ήταν, η ομάδα τον χρειαζόταν. Της έδωσε το βδομαδιάτικο, όλο το πακέτο από την τσέπη και της είπε πως δεν ήθελε να τους λείψει τίποτα, γι’ αυτό θα ‘παιρνε πάλι λεφτά από τον αδερφό του. «Έλπιζα πως αυτήν τη φορά δε θα ανεβείς». Ακόμα δε με έμαθες, ψιθύρισε γλυκά ο Γιώργης, δεν μπορώ μακριά της. «Μου φαίνεται πως την αγαπάς την ΑΕΚ πιο πολύ από εμένα», είπε η Σοφία, αλλά χαμογέλασε. Μια Κυριακή ήταν, είχε μάθει πια να την αφήνει μόνη στο σπίτι με το παιδί, αλλά είχε καλομάθει τα τελευταία δυο χρόνια που τα ταξίδια του ήταν κοντά, εκεί στη Γάμα και τη Βήτα Εθνική, τώρα θα ανέβαινε Θεσσαλονίκη και θα έλειπε δύο νύχτες.

Ο Γιώργης γύρισε μετά από λίγο σκεπτικός. «Πόσα του πήρες; Κάνα πενηντάρικο πάλι»; Έγνεψε καταφατικά και μπήκε στο μπάνιο. Κάτω από το ντους τον έπιασε ένα άγχος, υπολογίζοντας πόσα χρωστάει στον αδερφό του από τα δανεικά για να τρέχει στην ΑΕΚ. Έπρεπε να βρει καλύτερη δουλειά ή δεύτερη δουλειά ή να κάνει κάτι, τέλος πάντων, σαράντα χρονών έφτασε κι ακόμα με τα χαμαλίκια και το μεροκάματο. Η Σοφία χτύπησε την πόρτα και του ζήτησε το κινητό του. «Τι το θες», ρώτησε απορημένος, «να το φορτίσω, αγάπη μου, να έχεις μπαταρία για το ταξίδι». Καλά που είχε κι αυτήν, που τον καταλάβαινε, η Σοφία του, η Άγια-Σοφιά του, από τη λαχτάρα του για την εκδρομή είχε ξεχάσει να φορτίσει το κινητό.

Έφαγε τη φασολάδα, έβαλε τις εκδρομικές φόρμες, έχωσε το πενηντάρικο στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν και τσέκαρε τα εφόδια για το ταξίδι. Καπνός, χαρτάκια, αναπτήρας, κασκόλ, κινητό. «Το πανό», του είπε η Σοφία. «Αμάν, καλά λες, ξέχασα το πανό»! «Αν δεν είχες κι εμένα τι θα ‘κανες», τον ειρωνεύτηκε και ξεκρέμασε από την κρεβατοκάμαρα το αγαπημένο του ύφασμα. «ORIGINAL 21 ΠΕΙΡΑΙΑΣ», δίχως αυτό δεν πήγαινε πουθενά. Το δίπλωσε προσεκτικά και του το έδωσε, τον φίλησε στο μέτωπο και του είπε «άντε και με την κούπα».

Λίγο πριν φτάσει στην εξώπορτα, άκουσε τη Σοφία να του φωνάζει «κάτι ακόμα, να μην ξεχάσω». Γύρισε ο Γιώργης στο σαλόνι και την άκουσε να του λέει «τι χαζομάρες λες στο παιδί πως Ελλάδα είναι μέχρι τη Λαμία κι από ‘κεί και πάνω είναι Βουλγαρία; Έστειλε χαρτάκι ο δάσκαλος, πως στη Γεωγραφία το παιδί έχει πρόβλημα». Τίποτα, μωρέ, είπε ο Γιώργης, τα οπαδικά μας του έλεγα, αυτός τα πήρε στα σοβαρά. «Ε, μια του λες Ελλάδα μέχρι τη Λαμία, μια του λες Ελλάδα μέχρι την Πόλη, άμα πάμε να πάρουμε την Πόλη από πού θα περάσουμε, από τη Λαμία δε θα πάμε; Σοβαρέψου, μην το τρελαίνεις το παιδί». Γέλασε ο Γιώργης και την καθησύχασε. «Φεύγω». «Να προσέχεις». «Θα προσέχω». «Έτσι είπες κι όταν έφευγες για τον τελικό της Λαμίας και γύρισες με είκοσι μελανιές».

Λίγο μετά τα διόδια τον πήρε ο ύπνος. Άκουγε τα πιτσιρίκια από πίσω στο πούλμαν να συζητάνε για το παιχνίδι. «Ποιος το χέζει το χάντμπολ, ρε φίλε, εμείς πάμε να τα σπάσουμε όλα». Λυπόταν για την κατάντια της νέας γενιάς, που δεν ερχόταν για την ομάδα αλλά για τα μπάχαλα. Αυτόν τον ένοιαζε μόνο η κούπα. Να είναι η ΑΕΚ Βασίλισσα, να τα κερδίζει όλα. Παντού. Ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλεϊ, χάντμπολ. Τσέκαρε ξανά το κινητό, αγχωμένος, το είδε πως ήταν φουλ φορτισμένο και χαλάρωσε -έπρεπε να έχει μπαταρία για το μεσημέρι. «Ρε σεις, τι κάναμε στο βόλεϊ σήμερα, ποιος ξέρει»; Γέλασαν γύρω του, ρε θείο, ποιο βόλεϊ, τι μας λες τώρα, άιντε άραξε και κοιμήσου, α χα χα, βόλεϊ, λέει. Μπήκε από το κινητό στη σελίδα της ΑΕΚ, χαράμισε λίγη μπαταρία: Παμβοχαϊκός-ΑΕΚ 3-0. Είδε και τη βαθμολογία, τελευταία η ΑΕΚ, έξι πόντους πίσω από τη Λαμία. «Δεν τη γλιτώνουμε τη Βήτα Εθνική και στο βόλεϊ», σκέφτηκε και έγειρε να κοιμηθεί.

«Έλα, θείο, σήκω, φτάσαμε Θεσσαλονίκη». Πετάχτηκε από τη θέση του, αγχωμένος, έβγαλε το κινητό να δει την ώρα. Ήταν νωρίς. Μια χαρά. Είχαν φτάσει στα Μάλγαρα, κατέβηκαν να ξεπιαστούν. Οι μπάτσοι τους έβλεπαν από απόσταση, ξεκινούσε η διαδικασία που πάντα βαριόταν και πάντα του την έσπαγε, ο «εξονυχιστικός έλεγχος», που τσάκωναν στην τύχη δυο άτομα και τα έψαχναν. Λόγω φάτσας, αυτόν δεν τον είχαν ψάξει ποτέ. Έκανε μια βόλτα στα μπροστινά πούλμαν που ήταν αραγμένα, βρήκε δυο-τρεις παλιούς, χαιρετήθηκαν, είπανε για το ματς, για τους Παοκτσήδες, «μάγκες, θα είναι διπλάσιοι και θα μας περιμένουν φορτωμένοι, πρέπει να τους την πούμε αμέσως, να πετάξουμε ό,τι μπορούμε με το πρώτο ντου για να τους ψαρώσουμε». Ο Γιώργης αντέδρασε, να πάρουμε πρώτα την κούπα και μετά ας γίνει Βιετνάμ. «Ποια κούπα, ρε Γιώργη, ελπίδα δεν έχουμε, είναι καλή ομάδα ο ΠΑΟΚ, εσύ για το ματς ήρθες μέχρι εδώ; Το θέμα είναι να πουλήσουμε τρέλα, χέσε το ματς, ποιος νοιάζεται». Ρε παιδιά, τελικός είναι, ποτέ δεν ξέρεις, άμα παίξουμε σοβαρά… Αλλά τον διέκοψε ένας άλλος, «ξεκόλλα, ρε φίλε, άμα ήθελες να δεις χάντμπολ να ανέβαινες μόνος σου».

Λίγο πριν ξανανεβεί στο πούλμαν είδε ένα γνωστό, με πρησμένο πρόσωπο. Μιλούσε με δυσκολία, τα χείλη του είχαν φουσκώσει. «Τι έπαθες, ρε, τράκαρες»; «Όχι, ρε Γιώργη, εμείς ήρθαμε από προχτές στην μπουγατσούπολη, πήγαμε από ένα σύνδεσμό τους και πουλήσαμε τρέλα, έπρεπε να τα δεις τα Παόκια πώς άφρισαν, τους τρελάναμε, ρε, σου λέω». «Και τα μούτρα σου; Πώς έγινε αυτό»; «Ε, ντάξει, μας τσακώσανε και τις φάγαμε, αλλά πουλήσαμε μεγάλη τρέλα, θα μας θυμούνται για χρόνια. Μετά το ματς θα πάμε να πάρουμε και το αμάξι, τ’ αφήσαμε εκεί πέρα, άμα θέλεις γυρνάμε μαζί, έχει μια θέση».

Ο κόσμος τριγύρω στο πούλμαν φώναζε συνθήματα. Έβριζαν τον ΠΑΟΚ, τη Θεσσαλονίκη, γίνονταν οι συνεννοήσεις πώς θα περάσουν τους πυρσούς και τα στιλό με τις φωτοβολίδες. Αυτός μπήκε στο ίντερνετ να βλέπει την εξέλιξη του μπάσκετ, έπρεπε να κερδίσουν τον Άρη σήμερα, να σκαρφαλώσουν στη βαθμολογία, να μπούνε τετράδα. Η ΑΕΚ έπαιζε καλά, αλλά ο Άρης αντιστεκόταν, ντέρμπι το ματς, στο λεωφορείο μιλούσαν για το πώς θα κάψουν το Παλατάκι αλλά αυτός με το κουμπί στο Refresh, 21-21, 32-28, 52-44, 63-60, αγχωνόταν, τελικά ξέφυγε η ομάδα στο τέλος και κέρδισε εύκολα. «Καλό σημάδι», σκέφτηκε. Η μέρα είχε αρχίσει όμορφα.

Έφταναν Θεσσαλονίκη και σε λίγο άρχιζε το παιχνίδι. Δε θα προλάβαιναν την έναρξη, οι μπάτσοι τους είχαν καθυστερήσει. Γκρίνιαζε ο κόσμος, από τη μία δεν τους ένοιαζε το ματς, από την άλλη δεν ήθελαν να το χάσουν. Πλησίασαν το Παλατάκι κι αυτός με το κινητό στο χέρι να παρακολουθεί μια το παιχνίδι στην Καλλιθέα και μια τα σχόλια για το χάντμπολ. «Δύο χιλιάδες Παόκια έχει μέσα, γράφει εδώ». Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, τι δυο χιλιάδες, αφού πήραμε από εφτακόσια εισιτήρια. «Ε, έτσι γράφει, τι να σας πω». Πάγωσαν κάπως οι φάτσες στο πούλμαν, αλλά φώναξε ένας «ρε πάμε να μπούμε κι ό,τι γίνει, είναι μεγάλη η απόσταση, δε θα μας πειράξει κανείς».

Είχε πάει σχεδόν τρεισήμισι κι ακόμα ο Γιώργης ήταν απ’ έξω. Έμπαινε ο κόσμος, είχε μείνει από τους τελευταίους. Άκουγε τη βουή από μέσα, τους Παοκτσήδες που φώναζαν συνθήματα, του φαινόταν σα να άκουγε δέκα χιλιάδες. «Πόσοι να είναι», αναρωτήθηκε. Του ‘ρθαν στο μυαλό τα σκηνικά της Λαμίας, ανατρίχιασε, τον έπιασε το στομάχι. Αλλά τώρα είχε φτάσει μέχρι την είσοδο, πήρε μια ανάσα βαθιά και χώθηκε μέσα. Μπαίνοντας από την εσωτερική πόρτα, είδε στο βάθος την κερκίδα των γηπεδούχων και σάστισε, του θύμισε τα καλά χρόνια της σκεπαστής, χοροπηδούσαν και τραγουδούσαν, οργανωμένοι, γεμάτοι, μια ομορφιά. Είδε και τους δικούς του από κάτω, πετούσαν ό,τι είχανε καταφέρει να περάσουν στο γήπεδο, ένας είχε στηθεί με το στιλό πίσω από τους άλλους που τον έκρυβαν από τις κάμερες, πέταξε μια φωτοβολίδα, οι Παοκτσήδες τους πέταξαν κι αυτοί, το ματς διακόπηκε.

Κατέβηκε με δυσκολία ανάμεσα στους δικούς του και έφτασε στο κάγκελο. Έβγαλε το πανί, προσπάθησε να το κρεμάσει. Οι μπάτσοι είχαν κοντέψει, οι Παοκτσήδες ήταν στα πέντε μέτρα στη γωνιά παραδίπλα, τον έπιασε μια ζάλη, είχαν ανεβεί οι σφυγμοί. Κατάφερε και το κρέμασε. Σκέφτηκε τον μικρό, τον Θωμά του, τώρα θα ήταν αραγμένος στην τηλεόραση και θα καμάρωνε τον πατέρα του, θα τον έβλεπε σε ζωντανή μετάδοση να κρεμάει το ιστορικό πανί του Πειραιά και θα την έλεγε αύριο στους συμμαθητές στο σχολείο. Τσέκαρε αν το είχε βάλει καλά, ικανοποιήθηκε από το θέαμα και έκανε να γυρίσει λίγο πιο πάνω, να έχει μια απόσταση ασφαλείας από τις μάχες μπροστά, επειδή δεν είχε πολλή όρεξη για νταβαντούρια αλλά και ήθελε να παρακολουθεί την εξέλιξη του Καλλιθέα-ΑΕΚ από το κινητό. «Έχε το νου σου στο πανί για λίγο», είπε σε έναν πιτσιρικά.

Δεν πρόλαβε να κάνει δυο βήματα και έπεσε κάτω από τα σπρωξίδια. Κύλησε δυο σκαλιά, προσπάθησε να σηκωθεί, τον πάτησαν κάνας-δυο πάνω στην αναταραχή. Ο ένας του έλιωσε το χέρι κι ο Γιώργης ούρλιαξε. «Προσέχτε, ρε σεις, άνθρωπος εδώ κάτω». Οι Παοκτσήδες απέναντι ούρλιαζαν, οι δικοί του προσπαθούσαν να αποφύγουν τους μπάτσους και ανέβαιναν λίγο προς τα πάνω κι αυτός είχε μείνει μπροστά. Ίσα που πρόλαβε να δει την ασπίδα, του ‘ρθε από το πουθενά ένα γκλομπ στην πλάτη έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος στο καρεκλάκι από το πέσιμο, έπειτα κι άλλο, ένα ακόμα στα πόδια, πάλεψε να σηκωθεί για να ανεβεί λίγο πιο πάνω, να ξεφύγει, ο αστυνομικός δε σταματούσε. Σχεδόν λιποθύμισε. Σύρθηκε, κατάφερε να ξεφύγει. Κλαίγοντας, έβαλε όση δύναμη του είχε απομείνει και σκαρφάλωσε πάνω. Έκατσε, ενώ από κάτω γινόταν η μάχη.

Καθάρισε τα μάτια από τα δάκρυα, έχοντας στο μυαλό του πως ο μικρός δεν μπορεί να τον δει σε ζωντανή μετάδοση να τις τρώει. Πρόλαβε να δει έναν μαυροντυμένο να φτάνει στο κάγκελο και να αρπάζει ένα πανί, έπειτα να τρέχει ξανά προς την κερκίδα των Παοκτσήδων χοροπηδώντας, κυνηγημένος από τους ματατζήδες. Η απέναντι κερκίδα ξεδίπλωσε το ύφασμα και το κρέμασε στο δικό της πέταλο κι ο Γιώργης έπαθε ένα μικρό εγκεφαλικό. «ORIGINAL 21 ΠΕΙΡΑΙΑΣ». Όχι, δεν μπορεί να ήταν το δικό του πανί, από όλα τα πανιά που ήταν απλωμένα στο κάγκελο δεν ήταν δυνατό να πάθαινε αυτός τέτοια ζημιά. Κι όπως είχε σαστίσει με γουρλωμένα μάτια, άκουσε από δίπλα «μας ξεφτίλισαν, μας πήραν το πανί. Γαμώ τον Πειραιά μου, γαμώ». Κατέβηκε πάλι τα σκαλιά τρέχοντας, πήγε στον πιτσιρικά που υποτίθεται πως θα πρόσεχε το πανί κι άρχισε να τον βρίζει. Ο νεαρός προσπάθησε να του εξηγήσει, ο Γιώργης άφριζε από αγανάκτηση -οι Παοκτσήδες απέναντι άρχισαν ένα σύνθημα που θα το ακούει στ' αυτιά ως να πεθάνει: «Μην το μαλώνεις το παιδί, ήτανε μόνο ένα πανί». Ζαλίστηκε. Αποσύρθηκε από την πρώτη γραμμή μην τον πάρει καμιά κάμερα έτσι που καιγόταν ολόκληρος από μέσα του.

Μέχρι να συνέρθει, ακούστηκε πως ο τελικός διακόπτεται οριστικά. Μπήκε τρέμοντας στο ίντερνετ να δει τι κάνει η ΑΕΚ στην μπάλα, είχε σκοράρει, είχε κάνει το 0-1. Εκεί κατάλαβε πως δεν ήξερε ποιο ήταν το σκορ στον αγώνα που είχε έρθει να δει, γύρισε στον πίνακα, είδε το «7-8» και σκέφτηκε «καλά πάει, το παλεύουμε». Το κινητό χτύπησε, είδε το μήνυμα από τη σύζυγο, «ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΔΕΙΧΝΕΙ ΤΟ ΠΑΝΟ ΣΟΥ ΠΩΣ ΤΟ ΠΗΡΑΝ ΟΙ ΠΑΟΚΤΣΗΔΕΣ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΑ»; Άρχισε να καταρρέει, έκατσε στο καρεκλάκι κι έγραψε στα γρήγορα την απάντηση, «ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ ΑΛΛΑ ΤΖΑΜΠΑ ΗΡΘΑΜΕ ΤΟ ΔΙΕΚΟΨΑΝ», αλλά λίγο πριν το στείλει τον πήρε πάλι από κάτω ένα κύμα δικών του που ανέβαιναν για την έξοδο. Είχε αρχίσει η εκκένωση, τους έβγαζαν έξω. Ξανακοίταξε το κινητό, έψαξε να ξαναβρεί το μήνυμα για να το στείλει, τα χέρια του έτρεμαν, μπέρδεψε το μενού, μέχρι να το βρει είχε μείνει πάλι τελευταίος, είδε τους μπάτσους στο ένα μέτρο.

Έφαγε άλλες δυο-τρεις στην πλάτη κι έτρεξε προς την έξοδο. Άκουγε τους Παοκτσήδες να κοροϊδεύουν, γύρισε άλλη μια φορά να δει το πανί του για τελευταία φορά, το πανί που είχε κρεμάσει σχεδόν σε όλα τα γήπεδα της Ελλάδας, στη Ραφήνα, το Αιγάλεω, το Πέραμα, τη Μάνδρα, τη Νάξο, τη Βάρη, το Περιστέρι, το αποχαιρέτισε και βγήκε από το γήπεδο. Πρόλαβε να δει την αντανάκλαση του προσώπου του στα τζάμια της πόρτας κι έπιασε το χείλος του που έτσουζε από το ξύλο. Πονούσε παντού.

Μπήκε στο πούλμαν και δεν ήξερε πού πονάει περισσότερο. Η πλάτη, τα πόδια, τα μούτρα του, το αριστερό χέρι. Αλλά ήταν παλικάρι, άχνα δεν έβγαλε, λούφαξε στη θέση του και έβγαλε το κινητό. Δεν έμενε πολλή μπαταρία, το σήκωσε από το παράθυρο και έβγαλε την πρώτη φωτογραφία της ημέρας -το γήπεδο του ΠΑΟΚ, να το θυμάται. «0-2 στην Καλλιθέα», ψιθύρισε γύρω του, αλλά κανείς δεν απάντησε. Είχαν πέσει όλοι στις θέσεις τους, κουρασμένοι, δε μιλούσαν.

Πέρασαν τα Μάλγαρα και η μπαταρία τον αποχαιρετούσε. Το ματς είχε ξαναρχίσει στο Παλατάκι και ο ΠΑΟΚ κέρδιζε τον τελικό άνετα. Αν δεν είχαν κάνει τη μαλακία να το διακόψουν θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ομάδα να το παλέψει, τώρα έπαιζαν μόνοι τους, ήταν και καλύτερη ομάδα ο αντίπαλος, δεν είχε χαΐρι. Τουλάχιστον είχαν κερδίσει στο μπάσκετ και το ποδόσφαιρο. Κάτι ήταν κι αυτό. Μετάνιωσε που δεν πήγε στο ΟΑΚΑ να δει το ΑΕΚ-Άρης, θα είχε γλιτώσει την ταλαιπωρία, τα φράγκα, το ξύλο -θα είχε ακόμα και το πανί. Θα είχε γλιτώσει και την ξεφτίλα, αύριο στο σχολείο ποιος ξέρει τι θα έλεγαν στο μικρό οι υπόλοιποι, «τι βλάκας αυτός ο μπαμπάς σου, του πήραν το πανό οι Παοκτσήδες». «Να του ‘παιρνα μια μπουγάτσα, τουλάχιστον», σκέφτηκε, αλλά το πούλμαν ήδη περνούσε απ’ τα Τέμπη.

Προσπάθησε να κάνει θετικές σκέψεις για να αποφύγει την κρίση πανικού που ερχόταν. Στο βόλεϊ πέφτουμε Α2 αλλά του χρόνου θα ανεβούμε ξανά. Ερχόμαστε. Στο μπάσκετ του χρόνου θα έχουμε σούπερ ομάδα και θα χτυπήσουμε τελικό. Ερχόμαστε. Στην μπάλα ανεβαίνουμε Σούπερ Λίγκα. Ερχόμαστε. Στο χάντμπολ του χρόνου θα πάρουμε εκδίκηση. Ερχόμαστε. Λίγο πριν τον αποχαιρετήσει η μπαταρία του κινητού, πρόλαβε να δει το τελικό σκορ, ΑΕΚ-ΠΑΟΚ 27-29. Και το μήνυμα της Σοφίας «ΠΟΥ ΕΙΣΤΕ»; Πρόλαβε να απαντήσει «ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ» και το κινητό έσβησε. Βρήκε μια στάση που δεν πονούσε πολύ, βούλιαξε στη θέση κι αποκοιμήθηκε.

Εντεκάτη

Εντεκάτη

Η 11η Σεπτεμβρίου θα μείνει χαραγμένη στις μνήμες των απανταχού Παοκτσήδων ως μία σπουδαία επέτειος ...

Read more
Δύο

Δύο

Σήμερα η σελίδα isovitis.gr κ& ...

Read more
0049

0049

Δευτέρα πρωί έφευγα ...

Read more
Χωριά

Χωριά

Ποιος πιστεύει πως φέτος μπορούμε να πάρουμε το Europa League; Δε βλέπω κανένα χέρι. Ποιος πιστεύει ...

Read more
Καροπαντελονής

Καροπαντελονής

Πόσοι να φορούσαν α&sigm ...

Read more
0043

0043

Η προπονητική του κ&al ...

Read more
Κλυταιμνήστρα

Κλυταιμνήστρα

Δε νομίζω να υπάρχει κάποιος που δεν την έχει δει, αλλά ποτέ δεν ξέρεις. Η καλύτερη ελληνική ταινία ...

Read more
Σκάμμα

Σκάμμα

Όπως είμαστε χαμηλά στην 4, βλέπω έναν πιτσιρικά πίσω από την εστία, γνωστό σουλούπι, δεν μπορεί να ...

Read more
Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν έχω συμπληρώσει ούτε τρεις εβδομάδες ως Παοκτσής, ζαλισμένος ακόμα από το έπο ...

Read more
0045

0045

Το ασπρόμαυρο ταξίδ&i ...

Read more
Αναπάντητο

Αναπάντητο

Πέρσι στο φιλικό με μ&i ...

Read more
Θρίλερ

Θρίλερ

Αυτό το πράμα δεν είναι ΠΑΟΚ. Το χρυσό ντέρμπι της ΙΟΝ είναι. Τα περσινά θρίλερ συνεχίζονται και φέτ ...

Read more

Θανασάκης

logo