Ντουκαντάμ

Ντουκαντάμ

Η δεύτερη...

Τζιμάκος

Τζιμάκος

Η πρώτη φορά ήταν με τον...

Σχολή

Σχολή

Η ομιλία του...

Αντικειμενικός

Αντικειμενικός

«Ναι, αλλά για το...

Κυρπαντελής

Κυρπαντελής

Στις 20 Αυγούστου 2015...

Τέλειο

Τέλειο

Τη μέρα που αγόρασα...

2017

2017

3 Ιανουαρίου,...

Κάλαντα

Κάλαντα

Ο στενός κύκλος,...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

24

24

Σήμερα, 24...

insidestory

insidestory

Τα βιβλία του 2017,...

Θέση

Θέση

«Πάρε θέση» και...

  • Ντουκαντάμ

    Ντουκαντάμ

    Wednesday, 17 January 2018 13:59
  • Τζιμάκος

    Τζιμάκος

    Saturday, 13 January 2018 23:55
  • Σχολή

    Σχολή

    Saturday, 13 January 2018 22:15
  • Αντικειμενικός

    Αντικειμενικός

    Sunday, 07 January 2018 15:23
  • Κυρπαντελής

    Κυρπαντελής

    Thursday, 04 January 2018 16:57
  • Τέλειο

    Τέλειο

    Sunday, 31 December 2017 23:26
  • 2017

    2017

    Sunday, 31 December 2017 10:52
  • Κάλαντα

    Κάλαντα

    Sunday, 31 December 2017 10:30
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Monday, 25 December 2017 13:32
  • 24

    24

    Sunday, 24 December 2017 23:08
  • insidestory

    insidestory

    Sunday, 24 December 2017 14:17
  • Θέση

    Θέση

    Thursday, 21 December 2017 11:30

adeiatoumpaΤο πρώτο ποστ στη σελίδα μου, μόλις ανακοινώθηκε πως ο Άγγελος Αναστασιάδης αναλαμβάνει τον ΠΑΟΚ, ήταν το εξής: «Γιατί; Γιατί; Γιατί»;

Ολόκληρο το καλοκαίρι προσπάθησα να επιχειρηματολογήσω, εστιάζοντας σε δύο παράγοντες που θεωρούσα (και θεωρώ) απολύτως αρνητικούς για να του επιτραπεί να προσφέρει στον ΠΑΟΚ. Την πνευματική του κατάσταση, όπως βγαίνει δημοσίως με τις τοποθετήσεις περί Παναγιάς, Θεού και γενικώς την επίκληση των Ανωτέρων Δυνάμεων και τον απολύτως διχαστικό ρόλο του, ως προσωπικότητα, με βασικό σημείο αναφοράς τον τρόπο που είχε χειριστεί τον εαυτό του κατά την προηγούμενη θητεία του στον ΠΑΟΚ, πριν από περίπου μία δεκαετία.

Για τις προπονητικές του ικανότητες δεν είπα κουβέντα. Ακόμα και σήμερα, δεν έχω να πω πολλά. Τόσο επειδή όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει κανένας ρουφιάνος που θέλει να κάνει τη δουλειά του και μεταφράζει τις κινήσεις και τις αποφάσεις του προπονητή όπως τον συμφέρει και με απόλυτη ιδιοτέλεια, όσο και επειδή μου έχει αποδείξει, πολλάκις, πως το κατέχει το πράμα και υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους σε προσφορά προπονητές στην ιστορία του ΠΑΟΚ που έζησα ζωντανά, αν όχι ο μεγαλύτερος.

Από ελαφρυντικά όσα θέλεις. Στήριξη από τη διοίκηση όταν η ομάδα έδειχνε πως μπορεί να κάνει το απίστευτο δεν υπήρξε. Να έχει έτοιμους να αγωνιστούν, από το πρώτο ματς του Γενάρη, όσους χρειαζόταν η ομάδα για να συνεχίσει να παραμένει στην πρώτη θέση. Στήριξη από τον Τύπο σαφώς και δεν υπήρξε ποτέ, ειδικά από τους συνήθεις τακτικούς κλικολάγνους, ακόμα και εν μέσω της αποθέωσης από τον «αντιπολιτευόμενο» Τύπο το περασμένο Φθινόπωρο. Όλοι παίνευαν την ομάδα, οι δικοί μας ήταν «σκεπτόμενοι», επειδή παίζαμε τουρλουμπούκι ή επειδή, ξέρω ‘γω, δεν εκμεταλλευόμασταν στο έπακρο το ταλέντο όλων των παικτών, ή κάτι θα βρούμε κάθε μέρα να πριονίσουμε. Στήριξη από τον κόσμο εννοείται πως δεν είδε ο Άγγελος, με μέσους όρους σαρδέλας και ενώ ο ΠΑΟΚ ήταν πρωτοπόρος. Στήριξη από τους ίδιους τους παίκτες, ιδιαίτερα μετά από όσα έχουν βγει τελευταία στην επιφάνεια, είναι πολύ πιθανό να μην είχε ακόμα κι όταν κέρδιζε παντού.

Αλλά δεν τον λυπάμαι. Για ακόμα μια φορά θεώρησε τον εαυτό του ως τον απόλυτο Ταρζάν Παοκτσή, έτοιμος να τα βάλει με όλα τα θεριά της ζούγκλας και να γίνει ο Βασιλιάς της. Έπεσε έξω. Δεν μπορούσε. Αποδείχτηκε πως δεν είχε τόση δύναμη. Πληρώθηκε γι’ αυτό, πλήρωσε γι’ αυτό, ας τα βάλει τώρα στο ζύγι ο ίδιος -δεν είναι δική μου δουλειά ο προσωπικός του απολογισμός. Ως δίκαιος Παοκτσής, θα τον θυμάμαι για πάντα για όσα μου έδωσε και όσα μου στέρησε και στο δικό μου ζύγι ο Άγγελος Αναστασιάδης έχει μια θέση δίπλα στην ασπρόμαυρη καρδιά μου.

Και τώρα, ήρθε η ώρα για το ασπρόμαυρο παχύ έντερο. Εκεί όπου έχω καβατζώσει τον υπεύθυνο για τη μεγαλύτερη αγωνιστική ξεφτίλα που έχω ζήσει ως οπαδός τα τελευταία είκοσι, περίπου, χρόνια. Την πιο μεγάλη ντροπή, τον αγώνα που έδιωξε από την κερκίδα πολλούς Παοκτσήδες κι ακόμα να τους ξαναδούμε στο καρεκλάκι τους. Τη μεγαλύτερη προδοσία του αγωνιστικού προς το Λαό που κουβαλήθηκε κατά χιλιάδες για να πάρει αυτό που του άξιζε. Ο πρώτος τελικός που έζησα ως Παοκτσής όπου η ομάδα δεν κατέβηκε να παίξει μπάλα.

Ως τώρα, πίστευα πως δύο είναι οι επιλογές μου: Συνεχίζω να το παλεύω ή το παρατάω. Δεν μπορώ να το παλέψω άλλο, δεν ωφελεί, όσο κι αν είναι το χρέος μου προς τα τέσσερα γράμματα, προς την ίδια την ιστορία της ομάδας που με μεγάλωσε. Αρχίζω να καταλαβαίνω κι εγώ -επειδή κάποιοι άλλοι έχουν καταλάβει από καιρό- πως, πλέον, δεν μπορώ να κάνω τίποτα, το παιχνίδι έχει χαθεί. Κουράστηκα. Η ΠΑΕ ΠΑΟΚ κατάντησε τον ΠΑΟΚ ένα ακριβό τίποτα, μια μολυσματική ασθένεια που αρρωσταίνει όποιον τον πλησιάζει. Ας πούμε πως ξέρω να χάνω και πως παραδέχομαι την ήττα μου: Ο ΠΑΟΚ είναι όμηρος όσων τρέφονται απ’ τις σάρκες του. Το να προσπαθήσεις να σώσεις τον ΠΑΟΚ απ’ τις ύαινες προϋποθέτει να είσαι λιοντάρι. Αγέλη. Να τους δαγκώσεις στο λαιμό. Έναν προς έναν. Εγώ δεν είμαι λιοντάρι -και να ‘μουν, δε φτάνει ένας.

Η ημέρα που ο Παναγιώτης Γλύκος και ο Γιώργος Τζαβέλλας θα ξαναφορέσουν τον Δικέφαλο στο στήθος σε επίσημο αγώνα είναι η ημέρα που θα αποδειχτεί πως ο ΠΑΟΚ δεν είναι πάνω απ’ όλα. Αυτός ο ΠΑΟΚ, ο σημερινός. Γιατί στον παλιό ΠΑΟΚ, τότε που η κερκίδα έβλεπε και καταλάβαινε τι έβλεπε πριν διαβάσει στις ιστοσελίδες πως αυτό που είδε δεν είναι αυτό που είδε αλλά κάτι άλλο, οι δύο συγκεκριμένοι (παροπλισμένοι, όχι κατά τύχη) ποδοσφαιριστές θα έψαχναν την επόμενη ομάδα τους κάπου στην επαρχία. Και, φυσικά, η ημέρα που θα τους ξαναδούμε στο χόρτο να μοστράρουν το σήμα της ομάδας που έχουν εξευτελίσει θα είναι η ημέρα που θα πάρω την επιβεβαίωση πως δε χρειάζεται να ασχοληθώ ξανά με το ποδόσφαιρο, δεν έχει κανένα νόημα πια, εν αναμονή της πολυπόθητης «λευτεριάς», όποτε έρθει, αν έρθει. Της λευτεριάς απ’ τις ύαινες.

Κι αν αναρωτιέσαι γιατί τα γράφω αυτά και γιατί εστιάζω σε δύο ονόματα, προφανώς δε βλέπεις τον ΠΑΟΚ από την κερκίδα με τα δικά μου μάτια -συνέχισε να κλικάρεις, δικαίωμά σου. Η αγωνιστική αξία ενός παίκτη φαίνεται σε κάθε φάση κάθε αγώνα -και κάθε φάση κάθε αγώνα μπορείς να τη δεις μόνο αν είσαι στο γήπεδο. Εγώ τελειώνω εδώ με ό,τι αφορά στην ΠΑΕ ΠΑΟΚ, τα λέμε από Σεπτέμβρη.

Ιφεάνι

Ιφεάνι

Συμπληρώνονται σήμε ...

Read more
Συλλφίλ

Συλλφίλ

Μπορεί η οπαδική κο&io ...

Read more
Σακούλα

Σακούλα

Μια σακούλα σούπερ-μάρκετ με ένα διαρκείας χάντμπολ του ΠΑΟΚ ταλαντευόταν επί τέσσερις ώρες στην κορ ...

Read more
Τηλεόραση

Τηλεόραση

Έχω δει σε αγγλική pu ...

Read more
Χημεία

Χημεία

Το μεγαλύτερο πανί &pi ...

Read more
Καταλαβαίνεις;

Καταλαβαίνεις;

Ρε να πούμε πριν έναν χ&rh ...

Read more
Φανέλες

Φανέλες

Τετάρτη βράδυ, εκεί που πίνει το γάλα της πίσω μου, σταματάει να ρουφάει και ρωτάει: «Μπαμπά, γιατί ...

Read more
Απεντόμωση

Απεντόμωση

Και οι τυφλοί είδαν εχθές. Ομάδα απαλλαγμένη από εξωαγωνιστικές έγνοιες, συγκεντρωμένη στο χορτάρι, ...

Read more
Περίεργα

Περίεργα

Έπρεπε να φτάσουμε μέ ...

Read more
Υποψήφιοι

Υποψήφιοι

Το συγκεντρωτικό π& ...

Read more
Μίσος

Μίσος

Η γιαγιά μου, η μπάμπω-&L ...

Read more
Υγεία

Υγεία

Εμφανίστηκε το πρωί &mu ...

Read more

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.