alkΤέσσερις μικρές ιστορίες για τέσσερα σχετικά πρόσφατα περιστατικά για τα οποία νομίζω πως δεν έχω μιλήσει ποτέ. Ίσως να είναι σχετικά με τη σημερινή τραγωδία, ίσως και όχι. Θεωρώ πως βοηθάνε στο να δοθεί ένα πλαίσιο για το πού βρισκόμαστε σήμερα. Ίσως να κάνω και λάθος. Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Στη σημερινή βροχή των ευχών και των κατάρων, στη σαπίλα των «ναι, αλλά και αυτοί τότε» και των «ναι, αλλά και εμείς τότε», στον μόνιμο αποπροσανατολισμό μας από το πραγματικό πρόβλημα, νιώθω τόσο μικρός και τόσο αδύναμος να συνεχίσω να γράφω για μια σελίδα που αποκαλείται ως «οπαδική». Νιώθω τη λέξη «οπαδός» ως βρισιά. Εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες, δεν πιάνουν οι ευχές, χάθηκε άλλος ένας νέος άνθρωπος για το τίποτα και πρέπει όλοι μας να το πάρουμε αλλιώς. Στις 4 Οκτωβρίου 2017, λίγο πριν κλείσει η κόρη μου τα οκτώ της χρόνια, επιστρέφαμε από ευρωπαϊκό αγώνα του ΠΑΟΚ στην Τούμπα για το γυναικείο ποδόσφαιρο. Συμπτωματικά, ήταν η επέτειος των Τεμπών. Επίσης συμπτωματικά, στο λεωφορείο 66 επέβαιναν καμιά δεκαριά τύποι, οι περισσότεροι έφηβοι, που γυρνούσαν από τον αγώνα μπάσκετ Άρης-ΠΑΟΚ στο Αλεξάνδρειο. Με κασκόλ και μπλούζες του Άρη. Η κόρη μου φορούσε την κλασική της ασπρόμαυρη ριγέ φανέλα. Καθόμασταν μπροστά, πίσω από τον οδηγό. Το λεωφορείο ήταν ήσυχο, είχε σκοτεινιάσει, ακούγονταν κάποιες συζητήσεις από το πίσω μέρος του οχήματος. Όταν έγινε αντιληπτή η παρουσία της κόρης μου με την ασπρόμαυρη μπλούζα, επειδή σηκώθηκε κάτι να τακτοποιήσει στη θέση της, άρχισαν να φωνάζουν τα παλικάρια από πίσω «κάθε πατέρας Παοκτσής έχει πουτάνα κόρη, έχει και έναν πούστη γιο που τον γαμάνε όλοι». Η μικρή δεν πολυκατάλαβε τι έγινε, με ρώτησε, της απάντησα με ένα γενικόλογο «ε, αυτοί υποστηρίζουν τον Άρη και λένε συνθήματα του Άρη», με έσωσε που δεν ξέρει από βρισιές. Το συνέχισαν, με κοιτούσαν γελώντας, τους έτρεχαν τα σάλια. Κάποια στιγμή το έκοψαν στη μέση, φώναζαν απλώς «κάθε πατέρας Παοκτσής έχει πουτάνα κόρη» και έσκαγαν στα γέλια. Απέφυγα μέχρι και την οπτική επαφή με τους τύπους, έπιασα άσχετη κουβέντα με τη μικρή, ποιος ξέρει τι της έλεγα, για καμιά ταινία, για τα μαθήματα, τέτοια, να της αποσπάσω την προσοχή. Φτάνοντας στη Θέρμη, άρχισαν οι πρώτοι να κατεβαίνουν. Στη δική μας στάση, είχαν μείνει δυο-τρεις. Ο ένας κατέβηκε μαζί μας. Της έβαλα τη ζακέτα και περίμενα να δω από ποιον δρόμο θα φύγει και πήρε έναν παράλληλο από τον δικό μας, από τον οποίο δεν πηγαίνουμε ποτέ. Εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν εγώ, ίσως η πρώτη και, μέχρι σήμερα, τελευταία στιγμή που με θυμάμαι να μεταμορφώνομαι σε κάτι άλλο. Έβραζα. Έπιασα από το χέρι το παιδί, άρχισα να περπατάω ξοπίσω του, στο σκοτάδι. Το μυαλό μου σκεφτόταν περίεργα. Ευτυχώς, επανήλθε αμέσως, αν και η τρομάρα που πήρα από τον ίδιο μου τον εαυτό ακόμα με στοιχειώνει. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα γύρισα και της είπα «ωχ, σε λάθος δρόμο μπήκαμε, πάμε από εκεί» και έκοψα κάθετα προς το σπίτι, σταματώντας να τον ακολουθώ. Τον συγκεκριμένο πιτσιρίκο, ένα σπυριάρικο μελαχρινό με σγουρά μαλλιά μια φάπα υπόθεση, από τότε τον συναντώ καμιά φορά, τώρα πρέπει να έχει πατήσει τα είκοσι, όπως και τους δυο-τρεις τελευταίους που στάμπαρα όταν κατέβαιναν. Νομίζω, δηλαδή, είχα θολώσει τόσο πολύ που ίσως και να κάνω λάθος. Αλλά μέχρι και σήμερα ευχαριστώ τον εαυτό μου που βρήκα τη δύναμη να καταλάβω πως οτιδήποτε άλλο πέρα από τη συγκεκριμένη μου διαχείριση θα σήμαινε πως αυτοί οι γελοίοι θα με είχαν τραβήξει στον κόσμο τους. Παρέμεινα στον δικό μου.

Στις 31 Μαΐου 2016, μετά τη λήξη του ΠΑΟΚ-Παναθηναϊκός και ενώ η μισή κερκίδα μας κατέβαινε προς την παραλία για κάποιες εορταστικές εκδηλώσεις για τα 90 χρόνια του ΠΑΟΚ, επέβαινα στο 10 το οποίο περνούσε από το Γήπεδο Χαριλάου. Στη στάση, ανέβηκε στο αστικό μια ομάδα νεαρών με κίτρινες μπλούζες, ουρλιάζοντας «πού είστε Τούρκοι να σας γαμήσουμε», «θα σας σκοτώσουμε ρε, εμφανιστείτε» και τέτοια. Το λεωφορείο μετέφερε κυρίως άσχετο κόσμο αλλά και τέσσερις-πέντε δικούς μας, με τους οποίους είχα ανεβεί από τη στάση στην Κλεάνθους. Κανείς δεν φορούσε διακριτικά και κανείς δεν μίλησε, όσο αυτοί οι δέκα-δεκαπέντε κυκλοφορούσαν στον διάδρομο του αστικού και ο οδηγός δεν έβαζε μπρος, κοκαλωμένος κι αυτός από το περιστατικό. Εγώ άκουγα μουσική και φορούσα ένα άσπρο μπλουζάκι του Πανελλήνιου Συνδέσμου Φίλων ΠΑΟΚ Αθηνών, πολύ διακριτικό, με έναν μικρό δικέφαλο μπροστά που για να τον δεις πρέπει να έρθεις δίπλα μου. Ήρθε δίπλα μου ένας από αυτούς, με κοίταξε, με μέτρησε, δεν είπε τίποτα. Κατέβηκαν, το λεωφορείο ξεκίνησε, συνεχίσαμε την πορεία μας. Τους έβλεπα από τα παράθυρα που ξαναστήθηκαν, λογικά για να περιμένουν το επόμενο λεωφορείο. Με θυμάμαι που σκεφτόμουν «γέρασα, δεν καταδέχτηκαν ούτε να με βρίσουν», ίσως να έπιασα ασυναίσθητα τα γκρίζα μαλλιά μου, που έχουν αντικαταστήσει το κανονικό μου χρώμα από τα τριάντα πέντε. Την επόμενη μέρα, με ρώτησε κάποιος «και γιατί δεν μας πήρες ένα τηλέφωνο, έτσι όπως κατεβαίναμε τόσος κόσμος να στρίψουμε για Χαριλάου, να τους σαπίσουμε»; Εγώ, από την επόμενη μέρα, αλλά και κάθε μέρα ως σήμερα, συνεχίζω να κυκλοφορώ όπως νιώθω πως θέλω να κυκλοφορώ. Πολλές φορές συνταξιδεύω με αθλητές και αθλήτριες του Άρη, που πηγαίνουν ή έρχονται από το Χαριλάου για κάποια προπόνηση. Αλλά πλέον έχω τον νου μου λίγο παραπάνω, επειδή μπορεί ο επόμενος μανιακός να μην έχει τόσο σεβασμό για τους ηλικιωμένους όπως ο συγκεκριμένος.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2019, ήμασταν καλεσμένοι κοντά στο Γήπεδο Χαριλάου σε ένα παιδικό πάρτι. Οι μικρές έβαλαν τα καλά τους, πήραμε τα δώρα και ξεκινήσαμε για το σπίτι του παιδιού που είχε γενέθλια. Έπαιζε ο Άρης με τον Παναθηναϊκό και δεν γνωρίζαμε πως τα λεωφορεία δεν περνούν από Παπαναστασίου όταν έχει αγώνα, συνεπώς κατεβήκαμε στην Οσία Ξένη και το πήραμε με τα πόδια. Η Άννα μπροστά με τη μεγάλη, εγώ πίσω με τη μικρή, χέρι-χέρι. Κοντεύοντας στο γήπεδο, κοιταχτήκαμε ανήσυχοι. Της έγνεψα «πάμε». Λίγο πριν φτάσουμε, πέσαμε πάνω στον μεγάλο όγκο των αρειανών που περίμενε να μπει στο γήπεδο. Συνεχίσαμε, κρατώντας τα παιδιά απ’ το χέρι, καθώς το στενό όπου έπρεπε να πάμε ήταν ακριβώς απέναντι στο γήπεδο και δεν υπήρχε άλλος δρόμος έτσι όπως βρεθήκαμε εκεί. Δέκα-είκοσι μέτρα. Λίγο πριν στρίψουμε και χαθούμε απ’ το οπτικό πεδίο του κόσμου, ακούστηκε δίπλα μου μια φωνή που έλεγε, πάνω κάτω: «Βρε, βρε, καλώς τον φυλακισμένο, με τα παιδάκια του, περνάει ανάμεσά μας, βρε έχε χάρη που είμαστε καλοί άνθρωποι και τον αφήνουμε». Κάτι τέτοιο. Σε φάση να καταλάβω πως με είχαν αναγνωρίσει, αλλά επίσης να καταλάβω πως μου τη χαρίζουν, για κάποιο λόγο που πρέπει να τους ρωτήσετε για να τον μάθω κι εγώ.

Στις 18 Οκτωβρίου 2015, στο μπαλκόνι ενός Συνδέσμου, κάποια πιτσιρίκια άρχισαν ξαφνικά να συζητούν δυνατά και φαίνονταν αναστατωμένα. Ένας από αυτούς, φώναξε «πάμε να τους γαμήσουμε». Φόρεσε μια σιδερογροθιά και έκανε νόημα στην παρέα να σηκωθούν. Κάποιοι τον ακολούθησαν, αλλά εμφανίστηκε ένας φίλος, μεγαλύτερος από εμένα, που τους ήξερε και τους έπιασε την κουβέντα. Δεν άκουγα, αλλά από τις χειρονομίες καταλάβαινα πως δεν τους άρεσαν αυτά που τους έλεγε. Λίγο μετά, επέστρεψαν όλοι στο μπαλκόνι, εκτός από τον πρώτο με τη σιδερογροθιά, που φάνηκε πως παρεξηγήθηκε κι έφυγε. Έκατσε δίπλα μου ο φίλος, τον ρώτησα «όλα καλά»; Μου απάντησε «για σήμερα όλα καλά, αλλά θα μας βάλουνε φυλακή τα κωλόπαιδα καμιά μέρα». Κάποιους μήνες μετά, είδα τον τύπο με τη σιδερογροθιά στην Τούμπα, μέσα στο γήπεδο, να τον κουβαλάνε καμιά δεκαριά μπάτσοι όπως τον είχαν αρπάξει στο χορτάρι και τον χτυπούσαν. Λίγες μέρες αργότερα, μου ζητήθηκε να βοηθήσω κι εγώ για να συγκεντρωθεί ένα ποσό για τα δικαστικά του έξοδα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB