Είναι η δεύτερη μέρα που η efsyn.gr, η εφημερίδα που έχω επιλέξει, μαζί με την προκάτοχό της, να με ενημερώνει εδώ και περίπου τριάντα πέντε χρόνια, αρθρογραφεί υπέρ του ρατσιστικού και άκρως επικίνδυνου «Νόμου Ορφανού». Υπάρχει η χθεσινή αναφορά στον «πολύ καλό αθλητικό νόμο» του 2006, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα του εμπνευστή του, ήρθε σήμερα και ο αρχικός υπότιτλος στο κύριο άρθρο της ΕφΣυν, που δημοσιεύτηκε πριν λίγη ώρα: «Πρώτα κατήργησαν τον νόμο Ορφανού για την αθλητική βία, τώρα κλαίνε για το 19χρονο θύμα». Αν χθες μιλούσαμε για την άποψη ενός συντάκτη, σήμερα νομίζω πως είναι ασφαλές να μιλάμε για την άποψη της εφημερίδας. Και έπειτα από τη στήριξη της ΕφΣυν στην οργουελική «Κάρτα Φιλάθλου», το υπέρτατο εργαλείο παρακολούθησης των ζωών μας που πάλευε να μας επιβάλει ο Κοντονής, έχουμε τώρα τη στήριξη στον πιο αυταρχικό Νόμο που έχει τεθεί σε ισχύ, την τριετία 2006-2009.

 

Στηρίζει η ΕφΣυν το «σύλληψη σημαίνει φυλάκιση»; Αυτό ακριβώς είχε πει ο Ορφανός για τον Νόμο του. Και αυτό ίσχυε: Εφόσον ένας αστυνομικός σε άρπαζε στο γήπεδο, έμπαινες φυλακή. Κατόπιν, αποφάσιζε το Δικαστήριο αν είσαι ένοχος ή αθώος. Θεωρεί η ΕφΣυν πως ο κάθε αστυνομικός θα πρέπει να αποφασίζει αν εγώ, εσύ, το παιδί μου, θα περάσει ένα μέρος της ζωής του στη φυλακή, δίχως να έχει αποφασίσει τελεσίδικα η Δικαιοσύνη; Αυτό κάνει σήμερα η Εφημερίδα των Συντακτών. Το στηρίζει. Έχει απόλυτη εμπιστοσύνη η εφημερίδα στους αστυνομικούς, τους θεωρεί ως καταλληλότερους από τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης, επικροτεί τον ρόλο τους ως επί τόπου ανακριτές, δικαστές και εφέτες με πλήρη δικαιοδοσία στις ζωές μας, όταν η ίδια εφημερίδα, μέρα παρά μέρα, αρθρογραφεί για την αστυνομική αυθαιρεσία, την αστυνομοκρατία, τον κυβερνητικό αυταρχισμό που έχει μετατρέψει την αστυνομία σε όργανα επιβολής κάθε παραληρηματικού και αντισυνταγματικού μέτρου.

Στηρίζει η ΕφΣυν πως δεν πρέπει να υπάρχει ανασταλτικός ή εξαγοράσιμος χαρακτήρας για τα αδικήματα εντός αθλητικών χώρων; Πως αν βρίσω έναν διαιτητή, αν πετάξω ένα πλαστικό μπουκάλι, αν έχω στην κάλτσα μου ένα τσιγάρο, αν το εισιτήριό μου είναι πλαστό, αν ανάψω έναν πυρσό, θα πρέπει να πάω οπωσδήποτε στη φυλακή, ακόμα κι αν έχω λευκό ποινικό μητρώο; Να μπω φυλακή, με ό,τι συνέπεια θα έχει αυτό στη ζωή μου και τη ζωή της οικογένειας και του κοινωνικού μου κύκλου, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, όπου υπάρχει η πιθανότητα να αθωωθώ; Αυτό κάνει σήμερα η Εφημερίδα των Συντακτών. Το στηρίζει. Βιαστές, λαθρέμποροι, έμποροι ναρκωτικών, διαρρήκτες, απατεώνες, όλοι με το συνταγματικό τους δικαίωμα στην αναστολή ως την τελεσιδικία, αλλά ο πολίτης που πάει να παρακολουθήσει έναν αγώνα όχι. Μπορείς να έχεις συνταγματικά δικαιώματα κλέβοντας, βιάζοντας, πουλώντας ναρκωτικά, εμπορευόμενος ανθρώπους, εκβιάζοντας, υπεξαιρώντας, καίγοντας κτίρια, χτυπώντας μετανάστες, αρκεί να μην τα κάνεις μέσα ή γύρω από ένα γήπεδο.

Στηρίζει η ΕφΣυν πως δεν πρέπει να υπάρχει διαχωρισμός των αδικημάτων; Να μην υπάρχει αναλογικότητα της ποινής; Πως πρέπει να μπαίνει φυλακή αυτός που έβρισε τον διαιτητή αλλά και αυτός που σκότωσε τον διαιτητή; Αυτός που πέταξε ένα πλαστικό μπουκάλι κι αυτός που πέταξε με στιλό δέκα φωτοβολίδες; Αυτός που είχε στην τσέπη ένα τσιγάρο κι αυτός που κουβαλάει μισό κιλό χωρισμένο σε σακουλάκια; Αυτός που σπρώχνει κατά λάθος έναν αστυνομικό για να μην πέσει και αυτός που μαχαιρώνει έναν άνθρωπο; Αυτό κάνει σήμερα η Εφημερίδα των Συντακτών. Το στηρίζει. Στηρίζει τον ρατσιστικό διαχωρισμό των πολιτών σε «κανονικούς πολίτες» και «οπαδούς», αποδίδοντας στους δεύτερους τον αυτόματο χαρακτηρισμό ως εν δυνάμει εγκληματιών, στερούμενων των δικαιωμάτων που η ίδια η Δημοκρατία επιφυλάσσει στους μεγαλύτερους παραβάτες των κανόνων λειτουργίας της.

Είναι εξωφρενικό να υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δεν κουβαλούν μεσαιωνικούς, σκοταδιστικούς εγκεφαλικούς μηχανισμούς και να στηρίζουν σήμερα το «Ορφανός που σας χρειάζεται». Είναι ασύλληπτο, μια δημοκρατική εφημερίδα, που υπήρξε, κατά διαστήματα, η φωνή της δημοκρατικής μικροαστικής και αστικής τάξης, να στηρίζει τον αυταρχισμό, τον εφαρμοσμένο αυταρχισμό που ζήσαμε στην πράξη πριν μιάμιση δεκαετία και να τον νοσταλγεί, δίνοντας και τον λόγο στον εμπνευστή του. Να αναβαθμίζει τον αστυνομικό σε απόλυτο άρχοντα της ζωής μας, να σιγοντάρει στην απώλεια των συνταγματικών δικαιωμάτων μίας κοινωνικής ομάδας που δεν είναι καν, ουσιαστικά, «κοινωνική ομάδα» παρά κάποιοι άνθρωποι που έχουν επιλέξει ένα απόγευμα να περάσουν δυο ώρες από τη ζωή τους βλέποντας ποδόσφαιρο ή μπάσκετ ή βόλεϊ, όπως θα επέλεγαν να πάνε στο θέατρο ή το σινεμά ή μια συναυλία. Για εκείνες τις δύο ώρες, η ΕφΣυν συναινεί πως δεν είμαστε πολίτες μιας δημοκρατίας.

* Τον Μάρτιο του 2007, λίγο μετά την ψήφιση του «Νόμου Ορφανού», είχε συμβεί η μεγαλύτερη οργανωμένη σύγκρουση ανάμεσα σε οπαδούς (Ολυμπιακού και Παναθηναϊκού), με αποτέλεσμα τον θάνατο του Μιχάλη Φιλόπουλου. Παρά την παρουσία εκατοντάδων συμμετεχόντων, τη βιντεοσκόπηση του εγκλήματος από τους ίδιους τους συμμετέχοντες και τη διακίνησή του στο ίντερνετ, την αναγνώριση δεκάδων συνεργών στη δολοφονία, κανείς δεν καταδικάστηκε για την ανθρωποκτονία. Ο Ορφανός διέκοψε τις αθλητικές συναντήσεις για λίγες ημέρες και έκλεισε προσωρινά όλους τους συνδέσμους οπαδών. Όσο υπήρχε ο Νόμος του σε ισχύ, πλήθος ανθρώπων πέρασε μέρος της ζωής του στη φυλακή και έπειτα αθωώθηκε στο Δικαστήριο. Ωραία χρόνια, ας τα επαναφέρουμε.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB