Καλύτερα να είσαι υποκριτής, παρά δολοφόνος, δεν έχω αντίρρηση. Αλλά η υποκρισία ήταν και θα είναι ένα ακόμα συστατικό που οπλίζει δολοφόνους. Από το προχθεσινό σοκ της είδησης, περάσαμε στην αμηχανία της αντίδρασης και τώρα στην αναγούλα.

Υποκριτές οι «ομόθρησκοι», οι ευαίσθητοι οπαδοί του ΠΑΟΚ που τρέμουν μην τους τσουβαλιάσουν οι «απέναντι» ως συνεργούς. Μην «λερωθεί» το όνομα των Παοκτσήδων. Εγώ κι εσείς, που χοροπηδήσαμε στην ίδια κερκίδα με δολοφόνους. Είτε κάναμε πως δεν βλέπαμε, είτε όντως δεν βλέπαμε, είναι εξωφρενικό να κοιτάμε στον καθρέφτη και να μην αναγνωρίζουμε ίχνος ευθύνης. Για όσα επιτρέψαμε να υμνούνται, για όσα φτάσαμε να υμνούμε κι εμείς, για τα φίδια που κυκλοφορούν, χρόνια τώρα, ανάμεσά μας και δεν τα πατήσαμε. Για την αυτοφίμωση στον βωμό του «καλού της ομάδας», για ένα πρωτάθλημα, ένα κύπελλο, για «να μην στενοχωρήσουμε τον μεγάλο ευεργέτη και φύγει και μας αφήσει και καταστραφούμε». Για τα πεσίματα από εμάς σε εμάς που ρίξαμε κάτω από το χαλί. Για τα πεσίματα από εμάς σε άλλους που τρέξαμε να δικαιολογήσουμε με χίλιες δυο αυταπάτες.

 

Υποκριτές οι απέναντι, που πριν λίγες μέρες πιάστηκαν λίγο πριν διαπράξουν ένα άλλο έγκλημα, 89 από δαύτους, με μαχαίρια, με στυλιάρια, με πέτρες, με σουγιάδες, που τώρα κλαίνε και καταριούνται τους δολοφόνους με τα διαφορετικά χρώματα. Που έκαναν πως δεν άκουσαν τους πυροβολισμούς άλλων φασιστών, με τα δικά τους χρώματα, κάνα-δυο χιλιόμετρα από το σημείο της προχθεσινής τραγωδίας, μέρα μεσημέρι. Που τραμπουκίζουν παιδάκια και γονείς και παππούδες επειδή απλώς πηγαίνουν στη δουλειά ή το σπίτι τους και η διαδρομή τυχαίνει να περνά έξω από το γήπεδό τους. Που χειροκροτούν έναν απατεώνα με τον εμπρηστικό μηχανισμό της μισαλλοδοξίας στο χέρι τον τελευταίο καιρό.

Υποκριτές οι άλλοι απέναντι, που έφτασαν μέχρι και να αλλάξουν χρώμα για να προσέξουμε τη θλίψη τους, όταν δεν άλλαξαν χρώμα ούτε στο πρόσωπό τους από ντροπή για τον θάνατο του Νάσου. Οι καθηγητές της ενέδρας, της τυφλής επίθεσης στο σκοτάδι, οι δολοφόνοι ενός παιδιού και τραμπούκοι άλλων τόσων. Αυτοί που ύψωσαν πανιά για καρκίνους και έμπολες και θανάτους και χειροκροτούσαν αυτάρεσκα τον εαυτό τους, αυτοί που καταριούνται τα παιδιά μου να ψοφήσουν από καρκίνο.

Υποκριτές οι μεγάλοι μας δάσκαλοι, οι μαχαιροβγάλτες των Αθηνών και των περιχώρων, οι πρώτοι διδάξαντες των ραντεβού, των ντου σε συνδέσμους, των οπαδικών κατευθυνόμενων στρατών, των πεσιμάτων σε δημοσιογράφους που μιλάνε άσχημα για τον μεγάλο μας αρχηγό και του χαλάνε τις μπίζνες. Οι πετροβολητές του ηλεκτρικού και των πούλμαν, που έσπαγαν κρυμμένοι πίσω απ' τους μπάτσους, πριν μας αναλάβουν αυτοί. Οι σφαγείς που κύκλωναν την Ομόνοια περιμένοντας να ξεμυτίσει ένας από μας από το κοπάδι για να τον χαρακώσουν.

Υποκριτές οι «ουδέτεροι», που όλα τα φορτώνουν στους «αλήτες των γηπέδων», οι οποίοι ευθύνονται, τόσες δεκαετίες, για τις αποτυχίες μιας κοινωνίας ολόκληρης. Που ξεχνούν πως αυτοί οι «αλήτες» είναι τα παιδιά και τ' ανίψια τους και τα γειτονάκια τους, που τα μεγάλωσαν να γαμάν και να δέρνουν επειδή είναι άντρες, να μην σέβονται οτιδήποτε διαφορετικό και να μεγαλώνουν με τις διαστρεβλωμένες «αρχές» της οικογένειας, της θρησκείας, της πατρίδας. Να μην σέβονται το άλλο φύλο, την άλλη γειτονιά, την άλλη πόλη, την άλλη χώρα, το άλλο χρώμα στο δέρμα, την άλλη θρησκεία, την άλλη ομάδα, το άλλο κόμμα, την άλλη ιδέα, την άλλη επιλογή, το άλλο οτιδήποτε. Κι όποτε αυτές οι «αρχές» μπαίνουν σε εφαρμογή, ποστάρουν ένα κεράκι, πατάνε δυο ψηφιακά δάκρυα, σταυροκοπιούνται και συνεχίζουν να περιμένουν την αιώνια ανταμοιβή τους στη μετά θάνατο ζωή.

Υποκριτές οι ΠΑΕ, η κυβερνήσεις, οι πολιτικοί, χωρίς να χρειάζεται ανάλυση. Το αντανακλά η ίδια η πραγματικότητα, η δική τους ευθύνη είναι η πιο μεγάλη. Μέχρι και στα λουλούδια και τις φανέλες και τα σπαρακτικά σημειώματα που κατατέθηκαν στο σημείο όπου έσβησε ο Άλκης είναι ευδιάκριτη η υποκρισία: Στη μνήμη του παιδιού που δολοφονήθηκε, κάποιος άφησε ένα σημείωμα «ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΝΕΚΡΟΣ, RISING TERROR». Ανερχόμενος τρόμος.

Υποκριτής κι εγώ ο ίδιος. Ασυγχώρητος. Τυφλός. Τυφλωμένος. Ελπίζω να μην παγιδευτώ ξανά στο κλουβί της υποκρισίας που μου δημιουργεί εφιάλτες δυο νύχτες τώρα. Παλεύω να ξεφύγω. Να κόψω δεσμούς με τα δεσμά μιας αδιανόητης προσκόλλησης. Έχω κόψει τόσα και τόσα, ήρθε η ώρα για ένα ακόμα. Δεν είναι λύση να αποφύγεις το πρόβλημα. Είναι. Δεν είναι. Κάτσε να πολεμήσεις. Δεν θέλω να πολεμήσω. Κάτσε να το δουλέψεις μαζί μας. Δεν είμαστε αρκετοί. Κάτσε να μαζευτούμε, να γίνουμε αρκετοί. Δεν έχω κουράγιο. Κανείς δεν έχει. Από πού να αρχίσουμε. Από εμάς. Από τον καθρέφτη.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB