Γειτονιά

Γειτονιά

Το μυαλό μου έχει...

Επανεκτίμηση

Επανεκτίμηση

Υπάρχουν δύο...

Λάσπη

Λάσπη

Τόσες δεκαετίες...

Τόνοι

Τόνοι

Από τη μία, έχουμε έναν...

Θαύμα

Θαύμα

Η φετινή...

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα

Χριστούγεννα 1987. Δεν...

Βάρος

Βάρος

Η προσωπική μου...

Παππούς

Παππούς

Πέρασε η τετραετία...

Ήρεμα

Ήρεμα

Σαν σήμερα, στις 11...

Κυριακή

Κυριακή

Κερδίσαμε στην...

Χειρονομίες

Χειρονομίες

Κάπου υπάρχει μια...

Σημαντικό

Σημαντικό

Η ομάδα έπαιζε για...

  • Γειτονιά

    Γειτονιά

    Wednesday, 06 May 2020 15:16
  • Επανεκτίμηση

    Επανεκτίμηση

    Monday, 24 February 2020 23:06
  • Λάσπη

    Λάσπη

    Friday, 07 February 2020 00:16
  • Τόνοι

    Τόνοι

    Monday, 03 February 2020 16:57
  • Θαύμα

    Θαύμα

    Monday, 03 February 2020 08:25
  • Χριστούγεννα

    Χριστούγεννα

    Tuesday, 24 December 2019 13:12
  • Βάρος

    Βάρος

    Saturday, 14 December 2019 20:21
  • Παππούς

    Παππούς

    Thursday, 12 December 2019 21:39
  • Ήρεμα

    Ήρεμα

    Wednesday, 11 December 2019 13:58
  • Κυριακή

    Κυριακή

    Monday, 25 November 2019 00:33
  • Χειρονομίες

    Χειρονομίες

    Monday, 04 November 2019 15:02
  • Σημαντικό

    Σημαντικό

    Saturday, 02 November 2019 15:06

noor 1 720x415Υπάρχουν δύο σοβαροί λόγοι που, όπως το καταλαβαίνω από το κλίμα της επόμενης μέρας στο ασπρόμαυρο σύμπαν, ίσως να είμαι ο ψυχραιμότερος Παοκτσής του κοινωνικού μου περίγυρου. Δεν με επηρέασε, δηλαδή, η ουσιαστική απώλεια του Πρωταθλήματος μετά τη χθεσινή αγωνιστική ήττα, στο μέγεθος που διαπιστώνω πως επηρέασε τους περισσότερους. Σαφώς, η ήττα είναι ήττα, η ήττα εντός έδρας πονάει περισσότερο, η ήττα από την πιο σιχαμένη ομάδα στην ελληνική ποδοσφαιρική ιστορία, η ήττα που στερεί έναν τίτλο. Αλλά δεν ήταν η ήττα που θα με αναγκάσει να μην μπορώ να περπατήσω με ψηλά το κεφάλι σήμερα το πρωί -την περιμένω σχεδόν τριάντα χρόνια κι ακόμα δεν ήρθε. Άλλο η ηττοπάθεια, άλλο η μιζέρια, άλλο η αντοχή στην ήττα. Στο μυαλό μου, τουλάχιστον.

Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με μια επανεκτίμηση που αναγκάστηκα να κάνω πριν λίγες μέρες σχετικά με τη θνητότητα, το προσωπικό μου αξιακό σύστημα και την ίδια μου τη ζωή. Παραθέτω στο τέλος ένα κείμενο που έγραψα για τους φίλους μου, που πάνω-κάτω τα εξηγεί. Αλλά ο δεύτερος, ο πιο βασικός, είναι η ίδια μου η πορεία ως οπαδός, ακόλουθος, παρατηρητής και λάτρης του ΠΑΟΚ επί τριακονταετία και βάλε: Δεν πήρε Πρωτάθλημα η ομάδα μου το 1988, δεν πήρε το 1989, το 1990, το 1991, το 1992, το 1993, το 1994, το 1995, το 1996, το 1997, το 1998, το 1999, το 2000, το 2001, το 2002, το 2003, το 2004, το 2005, το 2006, το 2007, το 2008, το 2009, το 2010, το 2011, το 2012, το 2013, το 2014, το 2015, το 2016, το 2017, το 2018, πήρε πέρσι, δεν θα το πάρει φέτος. Ελπίζω να το πάρει του χρόνου, του παραχρόνου και θα παλεύω με όσες δυνάμεις έχω και θα έχω ως να πεθάνω για να το παίρνει κάθε χρονιά. Αλλά, ρε φίλε, ούτε καλομαθημένοι είμαστε, ούτε στα σύννεφα πετάμε πως θα καταφέρνουμε διαρκώς να κερδίζουμε κόντρα στους πάντες, σε κυβερνήσεις, σε πρωθυπουργούς κανονικούς ή τυπικούς, σε υπουργούς, σε επιτροπές, σε ΜΜΕ, σε εγκληματικές οργανώσεις, σε ό,τι βάλει ο νους.

Ως Παοκτσής, πήρα το Πρωτάθλημα μία φορά στις τριάντα δύο. Φέτος θα γίνει μία στις τριάντα τρεις. Πιο σημαντικό για μένα είναι να μην κοιτάζω προς τα πίσω και να ντρέπομαι, να μην έχω προσκυνήσει πρεζέμπορες, εγκληματίες, φονιάδες, λαθρεμπόρους, εκβιαστές, να μην έχω χειροκροτήσει δυνάστες, να μην έχω τραγουδήσει για πληρωμένα μεγαλεία και αγορασμένες γιορτές. Ακόμα κι αν θεωρηθώ ως αφελής, στο ζύγι με βρίσκω εντάξει. Δεν προσκύνησα κανέναν και για κανέναν λόγο. Όποιος πρόσφερε στον ΠΑΟΚ, θεωρώ πάντα πως το έκανε επειδή είναι ΠΑΟΚ και επειδή ήταν χρέος του να προσφέρει, ούτε το όνομά του θα τραγουδήσω, ούτε θα του πω «ευχαριστώ», ούτε θα του επιτρέψω να με στρατολογήσει για οτιδήποτε. Στο άλλο λιμάνι, στον Νότο, μάλλον τα βλέπουν διαφορετικά.

«Δεν θα σκύψουμε το κεφάλι -δεν ξέρουμε πώς».

Τα ειλικρινά μου συγχαρητήρια στους εμπνευστές και οργανωτές της μεγαλύτερης πραγματικά αντικυβερνητικής διαδήλωσης που έχει δει αυτός ο τόπος εδώ και καιρό. Λίγες λέξεις, λίγες εικόνες, όλη η ουσία. Καμάρι!

19/2/2020

Συνεχώς μπερδευόταν η γλώσσα μου κι αντί για «βιοψία» πήγαινα να πω «νεκροψία». Γελούσα από μέσα μου, σκεπτόμενος πως αν ήμουν προληπτικός θα είχα σαλτάρει. Δεν είμαι -ευτυχώς. Απλώς πέρασα μία εβδομάδα εξαπατώντας τους δικούς μου πως «είναι ανάλυση ρουτίνας», δεν αποκάλυψα σε κανέναν και καμία πως ο γιατρός είχε χαρακτηρίσει το δείγμα ως «ύποπτο, δεν μου αρέσει καθόλου». Σήμερα το πρωί, μου φάνηκε πιο αγχωμένος και από εμένα για τα αποτελέσματα, «άντε, πάρ’ τους τηλέφωνο να δεις αν είναι έτοιμα, να δούμε τι θα κάνουμε». «Αν χρειαστεί να κάνουμε κάτι», συμπλήρωσε, προσπαθώντας να ηρεμήσει αυτόν που δεν γνωρίζει πως είναι μάλλον ο πιο ήρεμος άνθρωπος που έχει συναντήσει στην ιατρική του καριέρα.

«Περιμένοντας τη βιοψία», ωραία φάση να την περνάς μόνος σου. Το κεφάλι χάλια, τα ράμματα σουβλιές στο κρανίο, αντιβίωση, αναλγητικά, μπεταντίν, τηλέφωνα από τους πάντες για περαστικά και ερωτήσεις ανησυχίας, πιάσιμο από την ξάπλα της μίας πλευράς, πόνος, ναυτία, ζαλάδες. Και αϋπνία. Δυο-τρεις ώρες ύπνου τη μέρα, με το στανιό, μετά το φευγιό της Άννας και των παιδιών το πρωί για το σχολείο, με εφιάλτες και ξυπνήματα κάθε λίγο, με ιδρώτα και βήχα που έμεινε κληρονομιά απ’ την ίωση πριν δεκαπέντε μέρες. Και λίγο άγχος, ναι, άλλο η ηρεμία κι άλλο η αναισθησία -αγχώθηκα. Έφτιαχνα σενάρια, τα κακά σενάρια, πώς θα εξελιχθεί το πράμα στην περίπτωση που το αποτέλεσμα δεν θα είναι καλό. «Τουλάχιστον πρόλαβα ένα Πρωτάθλημα». Κι από Δευτέρα δουλειά, άλλο μανίκι και τούτο, να έχεις τον πόνο σου, τον κυριολεκτικό και τον ψυχολογικό, και να πρέπει να είσαι «παραγωγικός», μην πάει πίσω η οικονομία της χώρας εξαιτίας του μη παραγωγικού τετραώρου σου.

Αναδρομικά, το άγχος αυτών των επτά ημερών δεν συγκρίνεται με πολλά άλλα άγχη. Δεν συγκρίνεται με τον ημιτελικό του ΣΕΦ, δεν συγκρίνεται με τις παρατάσεις με τη Σκαβολίνι, με το σουτ του Μπάνε στο 96-96, με τον τελικό του Βόλου, με κανέναν τελικό γενικώς, με τα ματς με τα χωριά την τελευταία τριετία όσο δεν βάζαμε δεύτερο γκολ, με τον βαθμολογικό πίνακα της Α1 από την αρχή της χρονιάς. Δεν φτάνει η αναμονή μιας βιοψίας το άγχος που σου προκαλεί ο ΠΑΟΚ στα σπουδαία του σταυροδρόμια. Έπαιζα μέσα μου το «Περαστική Θλίψη» της Σαγκάν, που όταν το είχα διαβάσει πιτσιρικάς δεν το είχα αγαπήσει αλλά να που το μνημονεύω ακόμα, σκεφτόμουν τι θα απογίνει η Άννα, τα παιδιά, οι φίλοι κι οι φίλες, να βρω καλή φωτογραφία για το «ζεις, για πάντα Παοκτσής» μη βάλουν καμιά που είμαι ασιδέρωτος και γκρινιάζει η μάνα μου, τι μου έμεινε να ζήσω που θα έπρεπε να ζήσω ως να πεθάνω πέρα από το να ξαναδώ τους Tool, τέτοια. Αλλά γελώντας, χαμογελώντας, δεν με έριχνε όλο αυτό.

Έφτασε η μέρα που τα αποτελέσματα ήταν έτοιμα. «Είστε ενήμερος για το κόστος»; Δεν ήμουν. «Είναι εκατόν τριάντα ευρώ». Εκατόν τριάντα ευρώ, τι μας λέει αυτή τώρα, εδώ συζητούσαμε αν θα πληρώσουμε τα κοινόχρηστα ή αν θα πάρει κινητό η Άννα που γυρνάει με το Black Mirror της τόσο καιρό που η μισή οθόνη έχει μαυρίσει και το κουβαλάει μόνο για να ακούει μουσική και θα τα δώσουμε στη βιοψία; Δεν τη θέλουμε, κυρία μου, κρατήστε την μέχρι να πάρουμε δώρο το Πάσχα, ούτως ή άλλως όσο δεν ξέρουμε τα αποτελέσματα, τυπικά δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με την υγεία μας κι αυτό είναι αρχαίο ελληνικό ρητό που κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. «Τράβα, ρε μαλάκα, πάρε τη βιοψία», είπε γλυκά η σύντροφος στο τηλέφωνο.

Έκατσα στο πεζουλάκι, απέναντι στο γήπεδο μπάσκετ του ΠΑΟΚ, που η μοίρα το έφερε έτσι ώστε να ανοίγω αποτελέσματα ζωής ή θανάτου ή κάτι ανάμεσα ακριβώς δίπλα του. Σκέφτηκα τα «ματς ζωής και θανάτου» που έχω δει εκεί μέσα και με πήραν τα γέλια. Έλα, δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, άνοιξέ το και διάβασε τι λέει και μετά βλέπουμε. Καλά, καλά, το ανοίγω. Ιατρός τάδε, εξέταση τάδε, ακαταλαβίστικα, ακαταλαβίστικα, ακαταλαβίστικα, α, «συμπέρασμα»: «Δεν παρατηρείται κακοήθης νεοπλασματική εξεργασία». Πάμε μια φορά ακόμα: «Δεν παρατηρείται κακοήθης νεοπλασματική εξεργασία». Τηλέφωνο. «Γιατρέ, έτσι κι έτσι τα λέει το χαρτί». «Υπέροχα νέα». «Τώρα τι κάνω»; «Τώρα συνεχίζεις τη ζωή σου σαν να μην έγινε τίποτα». Πείνασα απότομα. Γύρισα σπίτι, έφτιαξα μακαρονάδα κι έφαγα τρία πιάτα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB