Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

Μαγκντί

Μαγκντί

Είχα πάρει τηλέφωνο...

Διπλανός

Διπλανός

Στο Γυμνάσιο είχα...

Πιστόλι

Πιστόλι

Όσο ζω μαθαίνω. Και...

Μπείτε

Μπείτε

Έχουμε πάρει το...

Νίκη

Νίκη

Θλιβερό ρεκόρ, που...

Θολούρα

Θολούρα

Μετά από αυτό το ματς,...

Πειραιώς

Πειραιώς

Ο αγώνας...

Πείραμα

Πείραμα

Σε ποιο...

  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20
  • Μαγκντί

    Μαγκντί

    Wednesday, 03 April 2019 12:16
  • Διπλανός

    Διπλανός

    Tuesday, 02 April 2019 00:39
  • Πιστόλι

    Πιστόλι

    Monday, 01 April 2019 21:57
  • Μπείτε

    Μπείτε

    Sunday, 31 March 2019 08:47
  • Νίκη

    Νίκη

    Sunday, 24 March 2019 16:18
  • Θολούρα

    Θολούρα

    Wednesday, 20 March 2019 22:05
  • Πειραιώς

    Πειραιώς

    Wednesday, 20 March 2019 19:49
  • Πείραμα

    Πείραμα

    Thursday, 14 March 2019 21:28

isovites2019Παραμεγάλωσε η παρέα μας, οπότε ας ξανασυστηθώ. Λοιπόν, είμαι ο «Ισοβίτης», είμαι σαράντα τεσσάρων χρόνων, έχω μια γυναίκα, δύο κόρες, τρεις κουμπάρους, τέσσερις κολλητούς και πέντε χιλιάδες ευρώ χρέη.

Τη συγκεκριμένη παράγραφο την έχω επικαιροποιήσει καμιά δεκαριά φορές, δηλαδή όποτε βάζω αυτό το κείμενο για τους ειδαφωσκαιμπήκα της σελίδας, και κάθε φορά παραμένει ίδια εκτός από την ηλικία μου. Ξεκίνησε με «σαράντα», έγινε «σαράντα ενός», έφτασα τώρα λίγο πριν τα σαράντα τέσσερα και όλα τα υπόλοιπα δεν άλλαξαν, κάτι που είναι εξόχως θετικό: Είτε φτάσαμε να βγάζουμε ακριβώς όσα ξοδεύουμε, είτε μάθαμε να ξοδεύουμε ακριβώς όσα βγάζουμε -τα χρέη δεν αυξήθηκαν. Ναι, αυτό το κείμενο δεν βγαίνει, μεν, για πρώτη φορά, αλλά κάθε τόσο χρειάζεται ένα ρετουσάρισμα. Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν οι αναγνώστες, αλλάζω κι εγώ.

Και ποιος νομίζεις πως είσαι εσύ; Δεν είμαι τα εξής πράγματα: Δημοσιογράφος, υπάλληλος οποιασδήποτε εταιρείας που να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον ΠΑΟΚ, συνδεσμίτης, οργανωμένος, Παοκάρχης, κάτοχος διαρκείας επί έτη, ιστορικό στέλεχος του οπαδικού κινήματος, γνώστης κάθε προσώπου που να έχει υπηρετήσει τον ΠΑΟΚ από οποιοδήποτε πόστο. Δεν είμαι τίποτα από όλα αυτά. Και πολλά άλλα δεν είμαι, αλλά αναφέρω ενδεικτικά τα παραπάνω. Ποτέ δε θα ισχυριστώ πως υπήρξα ή σκοπεύω να γίνω κάτι από αυτά. Το μόνο που σίγουρα είμαι: Οπαδός του ΠΑΟΚ. Κάγκουρας, ρομαντικός, συναισθηματικός, άμπαλος, πονεμένος. Όπως βλέπεις μια αεροφωτογραφία της γεμάτης Τούμπας, διάλεξε ένα κεφάλι στην τύχη -αυτός είμαι.

«Ισοβίτη» με έβγαλε ο Σήφης. Ναι, αυτός ο Σήφης, ο γνωστός. Κουβαλούσα πάντα ένα πανί που έγραφε «ΙΣΟΒΙΤΕΣ ΠΑΟΚ» με ένα μπαρμπατζέλι μέσα στα κάγκελα, ο Σήφης ήταν ντεκορατέρ της Τούμπας και έβαζε τα πανιά με τέτρις για να χωρέσουν όλα (δεν χωρούσαν ποτέ) και στο ματς με την Παρί, αν το θυμάμαι καλά, φώναζε πίσω από την εστία της 4 «Ισοβίτης, Ισοβίτης, πιο δεξιά, πιο πάνω, πιο κάτω, εκεί, βάλ’ το εκεί, καλά είσαι». Μου άρεσε, το κράτησα. Κάγκελο κυριολεκτικό δεν έχω κάνει, δηλαδή από ποινικής άποψης ισοβίτης ούτε ξυστά. Αλλά έχω αναλύσει όλο το σκεπτικό μου περί του χαρακτηρισμού σχεδόν όλου του Παοκτσήδικου κόσμου ως «Ισοβίτες», δηλαδή δεν είμαι εγώ ο Ισοβίτης, αλλά ένας Ισοβίτης, όπως όλοι μας. Μια ζωή πίσω από το κάγκελο του γηπέδου και με μηδενική πιθανότητα αποφυλάκισης ή απόδρασης.

Μεγάλωσα στην Καβάλα, όπου κάποια στιγμή, πριν κλείσω τα δεκαεφτά, βρέθηκα να οργανώνω τις εκδρομές για τον ΠΑΟΚ. Ήμουν, ας πούμε, «πρόεδρος», αν και τότε δεν υπήρχαν αυτοί οι τίτλοι, ούτε σύνδεσμος υπήρχε, ούτε γραφεία, απλώς όποιος έκλεινε το πούλμαν, μετρούσε τα άτομα, συγκέντρωνε τα φράγκα και έδινε αναφορά στους ασφαλίτες που μας την έπεφταν πριν την αναχώρηση και μετά την επιστροφή, αυτός, λοιπόν, ήταν ο «πρόεδρος». Στην ΠΑΕ ΠΑΟΚ δίπλα στο «ΣΦ Καβάλας» είχαν γραμμένο το ονοματεπώνυμό μου και στο «τηλέφωνο συνδέσμου» το σταθερό του πατρικού μου στο χωριό. Έτσι με βρήκαν και με κάλεσαν στο Συνέδριο Συνδέσμων, έτσι με βρήκε και η Ωμέγα Τηλεόραση, κάποτε, και με κάλεσαν σε ένα πάνελ (δεν πήγα, γιατί όταν πήρα στην καψερή τη μάνα μου κάποια στιγμή να δω τι κάνει και με ενημέρωσε πως με ψάχνουν από μια τηλεόραση είχαν περάσει δυο μήνες). Ο Θωμάς, ας πούμε, με αποκαλούσε ως «πρόεδρο της Καβάλας» τις λίγες φορές που βρεθήκαμε, δυο-τρεις στα γραφεία που πήγαινα για τα εισιτήρια και σε δυο εκδρομές. Και ο Βεζυρτζής, σε κάτι περίεργες συναντήσεις Δευτέρα στη Βασιλίσσης Σοφίας, με έβλεπε με τα ραφτά και τον σωλήνα και με κοιτούσε περίεργα, τώρα που το σκέφτομαι, τι κάναμε εκείνες τις Δευτέρες και μαζευόμασταν και ερχόταν ο Βεζυρτζής, ούτε που το θυμάμαι, όλο για μέταλ μιλούσαμε με τα καγκούρια και δέκα οπλαρχηγοί τα έλεγαν μέσα για να βγάλουν άκρη. Τέλος πάντων.

Εκδρομές δεν έχω πάει πολλές, με την κλασική έννοια της «εκδρομής με τον ΠΑΟΚ» σε σύγκριση με άλλους συνταξιδιώτες που κατέβαιναν Αθήνα δέκα φορές τη σεζόν, αλλά από την επαρχία κάθε ματς ήταν εκδρομή, είτε με οργανωμένο πούλμαν, είτε με οτοστόπ ή ΚΤΕΛ ή αμάξι φουλαρισμένο εφτά άτομα που δεν έβρισκες το πόδι σου μέχρι να παρκάρεις κοντά στο γήπεδο. Αλλά πήγα όπου μπορούσα, τον καιρό που η εκδρομή δεν ήταν τίποτα σημαντικό, ήταν καθημερινότητα, δηλαδή πού παίζει ο ΠΑΟΚ, Καραϊσκάκη, α, τι ώρα φεύγουμε, ωραία, τέλος, πήγαμε Καραϊσκάκη. Την άλλη βδομάδα Τούμπα, μετά Σέρρες, μετά Τούμπα, μετά Λάρισα, μετά Λιβαδειά και τα λοιπά. Πηγαίναμε όπου έπαιζε ο ΠΑΟΚ επειδή θέλαμε να δούμε τον ΠΑΟΚ, ούτε τίποτα σπουδαίο νιώθαμε ότι κάναμε, ούτε το πολυσυζητούσαμε. Αν ο ΠΑΟΚ έπαιζε κάθε ματς στην Τούμπα, απλώς δεν θα πηγαίναμε εκδρομές και στα παπάρια μας. Δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά απαραίτητο ταξίδι για να βρεθείς δίπλα στην ομάδα.

Στον ΠΑΟΚ πηγαίνω από τα δεκατέσσερα, πρωτομπήκα σε εκδρομικό πούλμαν τον Νοέμβριο του 1989, λόγω απεριόριστης ελευθερίας από το σπίτι, για τεχνικούς λόγους που δεν αναλύονται δημοσίως -οι χωριανοί μου τα ξέρουν. Πηγαίνω όποτε μπορώ και όπου μπορώ. Δεν μετράω χιλιόμετρα, δεν πρόκειται να αραδιάσω σε κάποιον σε πόσα ματς πήγα για να αποδείξω οτιδήποτε σε οποιονδήποτε -και να το ‘θελα, έχει κόσμο από πίσω να μου ρίξει μια φάπα στο σβέρκο και να με φωνάξει «νιάνιαρο», ακόμα και τώρα, που πάω για τα σαράντα τέσσερα. Θεωρώ πως η γενιά μου βγήκε στη σύνταξη κάπου στα τέλη των 90ς, με το δυστύχημα των Τεμπών, άντε να το τραβήξω μέχρι το 2003 στον τελικό με τον Άρη στην Τούμπα, που εμφανιζόμασταν αρκετοί και είχε καλό γλέντι αλλά σποραδικά. Επίσης, θεωρώ πως η γενιά μου έκανε πολύ μεγάλο κακό στο οπαδικό κομμάτι του ΠΑΟΚ, αφήνοντας την επόμενη δίχως κατήχηση και δίχως πλάτες να αιωρείται ανάμεσα στα δοξασμένα μεγαλεία από το Γιουτιούμπ και το Ούλτρα Μοντέρνο Ποδόσφαιρο, αποτυγχάνοντας να βρει έναν καθαρό δρόμο που θα τη χαρακτηρίσει, όπως τις προηγούμενες.

Γνώρισα τρεις διαφορετικούς κόσμους στο πέταλο: Τον κόσμο του ΠΑΟΚ υπό τον Μάκη, τον κόσμο του ΠΑΟΚ μετά τον Μάκη και τον κόσμο του ΠΑΟΚ της νέας χιλιετίας, με τον οποίο δεν μπόρεσα να συνδεθώ και αποφάσισα συνειδητά να αυτοεξοριστώ στην 5 και την 7, αναλόγως τα φράγκα. Στη Θύρα 4 δεν πάτησα πόδι από την πρώτη φορά που κρεμάστηκαν στο κάγκελο πανιά άλλης ομάδας. Επέστρεψα πριν τρία χρόνια, σοκαρίστηκα από την κατάντια με τις σέλφι, τα μπλουζάκια που δεν γράφουν ΠΑΟΚ αλλά υμνούν άλλη ομάδα, άλλη θρησκεία και άλλους κόσμους ξένους με τον δικό μου ασπρόμαυρο μοναχικό και μοναδικό πλανήτη, από το πλήθος των παπαγάλων ραδιοφωνικών και διαδικτυακών απόψεων, από το εφήμερο της οπτικής που έχει μεγάλο κομμάτι της γενιάς που σήμερα παίζει μπάλα στο πέταλο για τον ΠΑΟΚ -λίγους ξεχωρίζω, λίγους βλέπω στο πλάι μου σε δέκα χρόνια από τώρα. Αλλά αυτοί οι λίγοι έχουν ψυχή κι αυτό είναι τεράστια ελπίδα για το ασπρόμαυρο οπαδικό αύριο. Απομένει να φανεί αν θα καταφέρουν να αλλάξουν και τους γύρω τους, να τους μεταδώσουν αυτό το συναρπαστικό που καίει στη ματιά τους και θυμίζει εποχές όπου το παιχνίδι παιζόταν και στην κερκίδα, παράλληλα με το χόρτο και όχι αποκομμένο από αυτό.

Η σελίδα ξεκίνησε ως πεδίο ξεφορτώματος του πονεμένου μυαλού μου και τα κείμενα τριγυρίζανε ανάμεσα σε καμιά εκατοστή φίλους μου. Πώς φτάσαμε στους δεκάδες χιλιάδες αναγνώστες ειλικρινά ούτε κατάλαβα, ούτε καταλαβαίνω ακόμα. Θεωρούσα πως το σημερινό αναγνωστικό κοινό θέλει ενημέρωση, ίντριγκα, υπονοούμενα, κόντρες, χωσίματα, σύντομα κειμενάκια, παρασκήνια και τα τοιαύτα, δεν περίμενα πως υπάρχει κόσμος να διαβάζει έναν τυπάκο που απλώς γράφει ό,τι του κατέβει, δίχως ατζέντα, δίχως σκοπό, δίχως πρόγραμμα, δίχως αρχή και τέλος, καμιά φορά. Δέχομαι οποιαδήποτε αντίθετη άποψη, αλλά δεν δέχομαι να με χαρακτηρίζει κάποιος επειδή έχω εγώ αντίθετη άποψη. Το σκέφτηκα πολύ, το σκέφτηκα από καιρό και, εν τέλει, αποφάσισα να στερώ το δημόσιο βήμα από κομπλεξικούς που μονάχα επίδειξη εξυπνάδας επιθυμούν να κάνουν στα σχόλια της σελίδας παρά να ασχοληθούν με την ουσία οποιουδήποτε κειμένου. Δεκτή η καζούρα, δεκτή η αντίθεση, δεκτή η διαφορετική άποψη, δεκτή η βρισιά, η «κακή λέξη» -το μόνο που δεν γίνεται δεκτό είναι η προσβολή.

Σιχαίνομαι τους μπούληδες του διαδικτύου που προσπαθούν να με πείσουν πως δεν είδα όσα είδα και δεν έζησα όσα έζησα. Επειδή γράφω τις δόξες, αλλά γράφω και τις ντροπές. Και τις ντροπές δεν είναι έτοιμος ο κόσμος να τις αντιμετωπίσει, προτιμάει να τις αφήνει να ξεχαστούν ή να τις αλλοιώσει. Εμένα δεν μου αρέσει αυτό το πράμα κι ας βρίσκω τον μπελά μου καμιά φορά που με βρίζουνε. Με τα πρώτα κείμενα, με τη συνέχεια, με το βιβλίο, μέχρι και σήμερα -γιατί γράφεις εναντίον των ρατσιστών Παοκτσήδων, ναι, άκουσα κι αυτό σήμερα, όχι για πρώτη φορά. Έτσι έγινε, ρε μεγάλε, εκεί ήμουν, το είδα, το έζησα, το έκανα κι εγώ αυτό το ντροπιαστικό πράγμα, το έκανε ο διπλανός μου, το έκαναν τρεις ηλίθιοι με ασπρόμαυρα, τι να κάνουμε τώρα, αν θέλεις εσύ να το αρνηθείς, αρνήσου το, εγώ δε θα πάω κόντρα στην ίδια μου τη μνήμη. Και έχω καλή μνήμη, πάει από χτες μέχρι δεκαετίες πίσω. Επίσης, δεν έπαιρνα ναρκωτικά, συνεπώς έχω αυτή την κατάρα να τα θυμάμαι όλα που καμιά φορά ξεχνάνε κάποιοι παλιοί συνταξιδιώτες με τάση προς την ψυχεδέλεια.

Δυστυχώς, μαζί με τους αναγνώστες έρχονται και οι κλειδαρότρυπες, αναγκαίο κακό -δεν άντεξα άλλο τη σύγχρονη μάστιγα της διαδικτυακής βλακείας, της έλλειψης στοιχειώδους ανοχής στη διαφορετική άποψη και την έκλεισα αρκετές φορές -δεν βρίσκω κανένα νόημα στην αντιπαράθεση μέσω πλήκτρων με ανθρώπους που ταΐζουν τα λειψά εγώ τους μέσω της στείρας κόντρας για την κόντρα. Στους εκατό ανθρώπους που είχαν επιχειρήματα εναντίον κάποιων γραφομένων μου, οι ενενήντα, ας πούμε, τα παρέθεσαν δημοσίως με ειρωνικό ή υβριστικό τρόπο κάνοντας (ή θεωρώντας πως κάνουν) επίδειξη γνώσεων ή πνευματικού επιπέδου. Οι δέκα που το συζήτησαν μαζί μου ιδιωτικά είναι στη λίστα των φίλων μου -ποιος δεν θέλει φίλους με υπέροχες αντίθετες απόψεις και όρεξη για πολύωρη κουβέντα που σου ανοίγει το μυαλό.

Είμαι ανοιχτός σε οποιαδήποτε πρόσκληση και έχω βρεθεί σχεδόν με όποιον μου ζήτησε να βρεθούμε, εκτός από περιπτώσεις που δεν βόλευε κανέναν μας. Ούτως ή άλλως, σχεδόν σε κάθε ματς στο ίδιο σημείο πηγαίνω, όποιος με έψαξε με βρήκε -με τους περισσότερους βρισκόμαστε ακόμα τακτικά. Ούτε μεγάλες παρέες έχω πλέον στο γήπεδο, ούτε πλάτες, ούτε κροκόδειλους τριγύρω μου, είμαι μοναχικός άνθρωπος και μόνο με τη γυναίκα και τις κόρες μου γουστάρω να πηγαίνω στον ΠΑΟΚ και τους κλασικούς φίλους που συναντώ στο γήπεδο. Δεν έχω να φοβάμαι τίποτα και κανέναν επειδή ποτέ δεν είχα δόλο σε οτιδήποτε από όσα έγραψα. Ακόμα και στις μαλακίες που έχω γράψει, για τις οποίες έχω ζητήσει συγγνώμη και δημοσίως, ο μόνος γνώμονας, η μόνη πηγή για να τις γράψω ήταν το πάθος μου για την Ιδέα που ακολουθώ από μικρός. Καμιά φορά δεν τα βλέπεις ξεκάθαρα, σου ανοίγει κάποιος τα μάτια, ζητάς συγγνώμη και διορθώνεσαι. Συμβαίνει.

Γουστάρω να πηγαίνω στον Σύνδεσμο όποτε βρίσκω χρόνο, επειδή ό,τι έμαθα για τον πραγματικό ΠΑΟΚ το έμαθα μέσα στους Συνδέσμους και χαίρομαι τα Παοκτσάκια που συνεχίζουν να πίνουν την μπύρα τους κάτω από ασπρόμαυρα γκράφιτι και πανιά. Δεν είμαι καθηγητής Παοκοσύνης, δεν πρόκειται να διδάξω ΠΑΟΚ ποτέ και σε κανέναν, επειδή νιώθω λειψός, μετεξεταστέος, έχω τη μόνιμη αίσθηση πως δεν τα έμαθα όλα, πως είχα πολλές ευκαιρίες που έχασα από το 1989 που τραβιέμαι στο γήπεδο, ακόμα ψάχνω ηγέτες να ακολουθήσω.

Γράφω από μικρός, από το Δημοτικό. Έχω συγγράψει δύο βιβλία με διηγήματα, ένα μυθιστόρημα κι άλλα δύο μισά που περιμένουν να τα τελειώσω, μία ποιητική συλλογή κι ένα αυτοβιογραφικό χρονικό για τη δεκαετία του ’90 και τη ζωή μου στα ασπρόμαυρα. Από αυτά, τα δύο έχουν εκδοθεί -και τα δύο από γαύρους εκδότες, ως ένα αστείο παιχνίδι της μοίρας. Επίσης, έχω γράψει κάπου τρεις χιλιάδες μικρά, μικρούλικα και μεγάλα άρθρα στη συγκεκριμένη σελίδα τα τελευταία πέντε χρόνια, εκ των οποίων αρκετά έχω μετανιώσει που τα δημοσίευσα αλλά τα αφήνω ως αυτοτιμωρία και ως μάθημα για να είμαι στο μέλλον πιο προσεκτικός, αν και ξέρω πως δεν θα είμαι.

Θα ήθελα το αναγνωστικό μου κοινό να μην περιλαμβάνει φασίστες, ρατσιστές, σεξιστές και γενικώς να μην με διαβάζουν άνθρωποι που διακατέχονται από συμπλέγματα. Δεν γίνεται αυτό, φυσικά, όσο κι αν προσπαθείς να διώξεις κάποιους με τα γραφόμενά σου. Κάποιοι με διαβάζουν επειδή τους αρέσω, κάποιοι με διαβάζουν επειδή δεν τους αρέσω, ο καθένας με το κόλλημά του. Δεν μπορώ να σεβαστώ ρατσιστικά σχόλια ή οποιονδήποτε προσβάλλει κοινωνικές ομάδες βάσει ενός και μόνο κοινού τους χαρακτηριστικού -έχω διαγράψει σχόλια και άβαταρ και θα συνεχίσω να το κάνω όποτε θεωρώ ότι χρειάζεται, ακολουθώντας και τη συμβουλή ενός αγαπημένου μου μέντορα να θυμάμαι πάντα πως η σελίδα μου είναι ένα μεγάλο δημόσιο βήμα, κάτι που μπορεί να γίνει επικίνδυνο αν κολλήσω το μικρόβιο του κανιβαλισμού που κουβαλάνε πολλές σελίδες στο διαδίκτυο ανταλλάσσοντας την αξιοπρέπειά τους με την απήχηση σε μεγαλύτερο κοινό.

Στενοχωριέμαι που κάποιοι συμφωνούν μαζί μου απλώς και μόνο επειδή είμαι ΠΑΟΚ ή διαφωνούν απλώς και μόνο επειδή δεν είμαι ΠΑΟΚ. Που κάποιοι Παοκτσήδες μου λένε «μπράβο» όταν γράφω καλά πράγματα για την ομάδα ή τον Λαό απλώς και μόνο επειδή γράφω καλά πράγματα και με βρίζουν όταν λέω κακά πράγματα για την ομάδα ή τον Λαό απλώς και μόνο επειδή γράφω κακά πράγματα. Δυστυχώς για μένα, αρνούμαι ακόμα να αποδεχθώ την πραγματικότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία απαιτεί να πηγαίνεις με το ρεύμα του κύριου όγκου των αναγνωστών σου. Ευτυχώς για μένα, αυτό δεν με ενδιαφέρει καθόλου.

Η αλήθεια είναι πως έχω βαρεθεί. Νιώθω πως το έχω εξαντλήσει το θέμα πια. Έχω ξεφορτώσει ό,τι θυμάμαι από το παρελθόν, έχω ασχοληθεί με το εκάστοτε παρόν της ομάδας και της κερκίδας και το μέλλον γνωρίζω πως δεν μου ανήκει αλλά με τα κείμενά μου έχω δώσει όποια μικρή ή μεγάλη παρακαταθήκη μπορώ από τη μεριά μου για τους επόμενους. Εύχομαι να βοήθησα στο να ανοίξουν κάποια μυαλά, να μείωσα το μίσος στις καρδιές κάποιων, να ένωσα κομμάτια στα παζλ που προσπαθούν να συνθέσουν κάποιοι με κενά στην οπαδική μας ιστορία. Ξέρω πως έχω σπάσει τα νεύρα των τακτικών μου επισκεπτών ανοιγοκλείνοντας τη σελίδα ανάλογα με τα κέφια μου, αλλά τελευταία πιστεύω πως το τέλος είναι κοντά. Πέντε χρόνια είναι αρκετά -ας το τελειώσω ως Πρωταθλητής, ξέρω ‘γώ. Γνωρίζω καλά πόσο εφήμερο είναι όλο το έργο, πως σε λίγο καιρό όλα θα έχουν ξεχαστεί και πως θα ασχολούμαι κι εγώ και όλοι οι άλλοι με κάτι διαφορετικό και η ζωή θα συνεχίζεται και η Γη θα γυρνάει όπως γυρνούσε από πάντα.

Γράφω για μπάλα αλλά από μπάλα δεν ξέρω πολλά πράματα. Ούτε συστήματα, ούτε τρανζίσιον ή όβερλαπ ή όλα αυτά που αραδιάζει το 99% των Παοκτσήδων στο ίντερνετ και τα καφενεία. Είμαι ο μοναδικός Παοκτσής που δεν μπορεί να αναλύσει έναν αγώνα του ΠΑΟΚ σαν διπλωματούχος προπονητής. Παίξαμε καλά ή παίξαμε χάλια. Ή αυτό ή το άλλο, δεν έχω επιπλέον κριτήρια. Αυτός κάνει για τον ΠΑΟΚ, αυτός δεν κάνει. Αυτός είναι καθαρός, αυτός είναι βρώμικος. Τίποτα ενδιάμεσο. Δεν ξέρω να σας πω τι χρειάζεται ο ΠΑΟΚ για να γίνει μεγάλος, ποιους παίκτες πρέπει να φέρει ή ποιους να διώξει για να ανεβεί αγωνιστικά. Το μόνο που θέλω είναι να πηγαίνω στο γήπεδο και να μην ντρέπομαι. Γι’ αυτό που βλέπω στην κερκίδα, γι’ αυτό που βλέπω στο χορτάρι, γι’ αυτό που βλέπω στις σουίτες απέναντι. Κάνε με να καμαρώνω και μ’ έκανες έναν ευτυχισμένο Παοκτσή -πρωταθλητής, δεύτερος ή τελευταίος. Αρκεί να μην ντρέπομαι.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB