Μπένγκτσον

Μπένγκτσον

Την ημέρα που ο ΠΑΟΚ...

Ημιδιαμονή

Ημιδιαμονή

Θέλεις να ψάξεις...

Όρθιοι

Όρθιοι

Πρώτη φορά στις...

Θετικό

Θετικό

Αναμενόμενο και...

Πανεπιστήμιο

Πανεπιστήμιο

Μπήκα στο...

Βαγόνι

Βαγόνι

Ίσα να κάνεις ένα...

Εσύ

Εσύ

Δεν έχεις πάει ποτέ...

Άκου

Άκου

Άκου, ανθρωπάκι...

Ισοβίτης

Ισοβίτης

Παραμεγάλωσε η...

Ρατσιστές

Ρατσιστές

«Καρκίνο στα...

Θάτσερ

Θάτσερ

Το «Μοντέρνο...

Ολοκλήρωση

Ολοκλήρωση

Έτυχε να γεννηθώ...

  • Μπένγκτσον

    Μπένγκτσον

    Thursday, 08 August 2019 17:03
  • Ημιδιαμονή

    Ημιδιαμονή

    Wednesday, 19 June 2019 17:42
  • Όρθιοι

    Όρθιοι

    Tuesday, 21 May 2019 14:35
  • Θετικό

    Θετικό

    Tuesday, 14 May 2019 12:48
  • Πανεπιστήμιο

    Πανεπιστήμιο

    Monday, 06 May 2019 11:53
  • Βαγόνι

    Βαγόνι

    Sunday, 28 April 2019 22:50
  • Εσύ

    Εσύ

    Saturday, 27 April 2019 23:50
  • Άκου

    Άκου

    Monday, 22 April 2019 13:30
  • Ισοβίτης

    Ισοβίτης

    Friday, 12 April 2019 12:21
  • Ρατσιστές

    Ρατσιστές

    Wednesday, 10 April 2019 10:48
  • Θάτσερ

    Θάτσερ

    Monday, 08 April 2019 17:00
  • Ολοκλήρωση

    Ολοκλήρωση

    Sunday, 07 April 2019 15:20

epeteiosΤο «Μια Εποχή Στο Τσιμέντο» έκλεισε έναν χρόνο στα βιβλιοπωλεία. Προσπαθώ από προχθές, που ήταν η «επέτειος», να μετατρέψω τις σκέψεις μου σε χαρτί, αλλά μου είναι αδύνατο. Τυχεροί και άτυχοι όσοι βρίσκονται γύρω μου, που γνωρίζουν τις απόψεις μου, βλέπουν τις αλλαγές μου και επηρεάζονται από τις συναισθηματικές μου ταλαντώσεις. Για τους υπόλοιπους, ζητώ πίστωση χρόνου.

Είναι αλήθεια πως δεν έχω διάθεση να σκάψω άλλο τόσο βαθιά μέσα μου -από τον περασμένο Γενάρη, που με βρήκε η Άννα στην τουαλέτα λιπόθυμο, μετά το μίνι εγκεφαλικό από τον σεισμό της Λιμπερτάτια και όσες τραγωδίες ακολούθησαν τις επόμενες ημέρες, παλεύω να ισορροπήσω και δεν τα καταφέρνω. Όλες οι εξετάσεις καθαρές, η καρδιά χτυπάει σαν εφηβική («δεν χρειάζεται να κόψεις το τσιγάρο», είπε ο καρδιολόγος, μια ελπίδα είχα να με τρομοκρατήσει κάποιος και την έχασα), αίμα, ούρα, μάτια χαίρουν άκρας υγείας) -η μέση κι η πλάτη βογγάνε μονάχα, από το χαμαλίκι. Αλλά η ψυχή αιμορραγεί, τα βλέπει όλα μάταια από τότε, μια ζωή καταθλιπτική και ευάλωτη στο σκοτάδι. Λίγο πριν βγει το βιβλίο, ο Σάκης, που ακόμα να βρω κουράγιο να πάω ένα βιβλίο στον τάφο του όπως το έχω υποσχεθεί στην αδερφή του, είχε προβλέψει, μ’ εκείνη την εντυπωσιακή διαύγεια που διέθετε πάντα όποια ώρα και σε όποια κατάσταση κι αν τον συναντούσες, πως «θα σε κράξουν ό,τι κι αν κάνεις, αλλά επειδή σε ξέρω θα τους γράψεις όλους στ’ αρχίδια σου, οπότε τι το συζητάμε».

Πριν έναν χρόνο, όταν εκδόθηκε το βιβλίο, δούλευα ημιαπασχόληση ως χαμάλης και ταμίας σε μια εταιρεία, με μηνιαίο μισθό 438 Ευρώ. Έναν χρόνο αργότερα, κάνω την ίδια δουλειά, με τον ίδιο μισθό, ελπίζοντας σε υπερωρίες για να παίρνω κάτι παραπάνω. Πριν έναν χρόνο, χρωστούσα στην αρχή του Νοέμβρη το νοίκι του Αυγούστου και βασιζόμουν στην καλή θέληση του ιδιοκτήτη να κάνει υπομονή. Σήμερα, χρωστάω πάλι το νοίκι του Αυγούστου και βασίζομαι στο ίδιο πράγμα. Πριν έναν χρόνο, είχα γύρω μου ανθρώπους με καρδιές σαν τσιμέντο, να με σηκώνουν όταν πέφτω και να περιμένουν το ίδιο από εμένα στη δύσκολη ώρα τους. Έναν χρόνο μετά, τους έχω ακόμα -δεν έχασα ούτε έναν, εκτός από τον Σάκη που τον έβλεπα μόνο στο γήπεδο. Μοιάζει το βιβλίο να μην έχει αλλάξει τίποτα στην πράξη.

Όμως θα ήταν ψέμα να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Η έκδοση μου ‘δωσε την ευκαιρία να ανοίξω μια πόρτα στην καρδιά και να τη γεμίσω με τόση αγάπη που δεν φανταζόμουν ποτέ πως μπορούσε να υπάρξει. Καθημερινά, μηνύματα, τηλέφωνα, λόγια έκφρασης ασύλληπτης αγάπης και συγχαρητηρίων, από Παοκτσήδες κι από μη Παοκτσήδες, από γνωστούς κι αγνώστους, από αναγνώστες και «συναδέλφους», από κάθε μέρος της Γης. «Ο γιος μου είναι μια δεκαετία στη Χιλή και μου έχει ζητήσει να του στείλω τόσα χρόνια από την Ελλάδα μόνο δύο πράγματα, ένα φορμάκι ΠΑΟΚ από την μπουτίκ όταν έκανε παιδί και τώρα αυτό το βιβλίο». Οι παρουσιάσεις, αυτές οι τελετές στις οποίες δεν είχα την τύχη να λάβω μέρος με το πρώτο μου βιβλίο πριν από χρόνια, ένα πανηγύρι, ένα γλέντι παραδοχής αυτού που έχουμε όλοι όσοι ακολουθούμε ιδέες και σύμβολα από ένστικτο, σε πείσμα της εποχής των μαύρων ψυχών και των διαβρωτικών κοινωνικών δικτύων. Θεσσαλονίκη, Λεμεσός, Λευκωσία, Χανιά, Αθήνα. Φάτσες χαρούμενες, φάτσες σαν φίλοι από χρόνια, φάτσες συνοδοιπόρων με τους οποίους μοιραστήκαμε δυο θέσεις στο πούλμαν και συνοδοιπόρων που δεν τους ήξερα επειδή μας χωρίζουν σύνορα, εποχές ή χρώματα στο κασκόλ. Θρίαμβος.

Ασπίδα αυτή η αγάπη. Ασπίδα αλλά και όπλο, να αντέξω το μίσος. Τα θολωμένα βλέμματα των ναζί που άρχισαν να βρομίζουν την κερκίδα που με μεγάλωσε. Τις σάπιες κατάρες των τιποτένιων που ταΐζουν τη μηχανή της καρδιάς τους μόνο με ό,τι τους χωρίζει από τους άλλους. Τους συμπλεγματικούς που λερώνουν τη γνήσια αγάπη για κάτι που φτιάχτηκε με τα πιο αγνά υλικά κι έγινε μια αλλόκοτη, ακατανόητη θρησκεία για να πατσίσουν το μικρό μέγεθος του εγκεφάλου ή του βρακιού τους προσπαθώντας να τη μειώσουν στα μέτρα τους. Τους «ασπρόμαυρους» και τους «αντιπάλους», που με «αγαπάνε» απλώς και μόνο επειδή είμαι ΠΑΟΚ και με «μισούν» απλώς και μόνο επειδή είμαι ΠΑΟΚ, αυτούς που με θεωρούν αυτόματα «δικό τους» ως «ομόθρησκο» κι αυτούς που απειλούν τα παιδιά μου επειδή είμαι «αλλόθρησκος». Τους ζηλιάρηδες και τους αποτυχημένους. Τα καραγκιοζάκια των κατεστημένων. Ασπίδα ανεκτίμητη.

Στο ζύγι, πέρσι ήμουν ένας τυχαίος τύπος που αγαπούσε τον δικό του ΠΑΟΚ που ήταν το άθροισμα των φίλων, των συνταξιδιωτών και των προηγούμενων και των επόμενων ομοιοπαθών στην κερκίδα, που αγαπούσε ένα μικρό κοινωνικό περίγυρο αποτελούμενο από ανθρώπους με καθαρά μάτια και αιώνια, αμφίδρομη εμπιστοσύνη, που αγαπούσε τρία κορίτσια πιο πολύ από τον ίδιο του τον εαυτό και έκοβε μέχρι απ’ τη σάρκα του για να τα βλέπει ευτυχισμένα. Η αγάπη κάποιων ξένων τον σήκωσε λίγους πόντους από το έδαφος, το μίσος κάποιων άλλων ξένων τον ξανάριξε στο έδαφος. Μηδέν εις το πηλίκο. Ελπίζω του χρόνου να πετάω, έστω και έναν πόντο πάνω από το έδαφος.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB