Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

Μπαλάντα

Μπαλάντα

Στην πιο καμένη...

Οριεντάλες

Οριεντάλες

«Orientales, la Patria o la Tumba!»Όσες...

Πατρίς

Πατρίς

Όταν τελειώνει η...

Τόλφαν

Τόλφαν

Στην εποχή της...

Όλσεν

Όλσεν

O πρώτος...

Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26
  • Μπαλάντα

    Μπαλάντα

    Monday, 02 July 2018 11:24
  • Οριεντάλες

    Οριεντάλες

    Saturday, 30 June 2018 21:01
  • Πατρίς

    Πατρίς

    Friday, 29 June 2018 19:26
  • Τόλφαν

    Τόλφαν

    Wednesday, 27 June 2018 11:37
  • Όλσεν

    Όλσεν

    Sunday, 24 June 2018 18:17
  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35

iso2018Τέτοια μέρα, πέντε Ιουλίου, τρία χρόνια πριν. Κυριακή. Τέτοια ώρα. Παίρνεις ένα μαχαίρι, κόβεις το στομάχι μου και το πετάς στα σκυλιά. Στην πλάτη μου, ένας μπόγος με ρούχα. Στην τσέπη, το κλειδί του σπιτιού της πεθαμένης γιαγιάς μιας φίλης. Δυο μπαουλοντίβανα, ένα τραπεζάκι. Καμίνι. Τα πράγματα είχαν πάει στο γκαράζ μιας άλλης φίλης -συσκευές, έπιπλα, ρούχα, παιχνίδια, βιβλία, ό,τι είχαμε αποκτήσει στα είκοσι δύο χρόνια που είχαμε ζήσει μαζί. Αποκόμματα συναυλιών, αφίσες, κάρτες, ραβασάκια που ανταλλάσσαμε στο σχολείο, μουσικές, εισιτήρια του ΠΑΟΚ, φωτογραφίες, σκληροί δίσκοι. Κουκλάκια των παιδιών, τα παραμύθια τους, τα φορμάκια που φορούσαν μωρά. Μια ζωή πεταμένη σ’ ένα υπόγειο και σκεπασμένη με ένα θλιβερό, σκισμένο νάιλον να τα προφυλάσσει ποιος ήξερε για πόσο διάστημα. «Κάτι θα βρεθεί».

Είχαν κολλήσει τις φάτσες τους στο πίσω παρμπρίζ αμίλητες. Δεν καταλάβαιναν τι συμβαίνει, αλλά καταλάβαιναν πως κάτι συμβαίνει. Δεν χαίρονταν όπως χαίρονταν συνήθως όταν έφευγαν στο χωριό, με τον παππού και τη γιαγιά. Τις μεταδίδαμε τη φρίκη μας, την απόγνωση, το απόλυτο μαύρο που έπεφτε όποτε λέγαμε ή σκεφτόμασταν τη λέξη «αύριο». Κι ήταν η στιγμή που έβαλε μπρος το αυτοκίνητο του παππού, άναψε φλας κι έστριψε προς Καβάλα, που ακούστηκε από τα ανοιχτά παράθυρα η συγχρονισμένη τους κραυγή και με έριξε κάτω. «Μπαμπά»! Κάτω, στην άσφαλτο. Σχεδόν στη μέση του δρόμου. Έκοβαν το τιμόνι για να μην με πατήσουν οι διερχόμενοι, δεν είχα κουράγιο να σηκωθώ. Δεν είχα άλλη δύναμη. Τελείωσα, πέθανα. Σηκώθηκε ένας παππούς από τους γνωστούς θαμώνες της πλατείας στον Φοίνικα και με ρώτησε αν είμαι καλά ή κάτι τέτοιο.

Ένας τύπος στο Facebook με έβριζε επειδή είμαι μαλάκας που πιάνω στο στόμα μου τον Ιβάν. Ένας άλλος έγραφε πως είμαι πουτάνας γιος, λίγες μέρες μετά που με κερνούσε τσίπουρα και διηγιόταν πόσο ωραίος τύπος είμαι κοιτώντας με στα μάτια. Σχολίαζαν διάφοροι για τις μεταγραφές, τι έχεις να πεις τώρα, ρε Ισοβίτη, που κάναμε ομαδάρα, δεν σε παίρνει τώρα, ε, βέβαια, όλοι εσείς που τα παίρνετε για να γράφετε το ένα και το άλλο και τα σχετικά. Ναι, αλλά για το άλλο δεν μας λες. Ναι, αλλά δεν γράφεις για τον τάδε. Γαμημένε. Ξεφτίλα. Πουλημένε. Τσιράκι του Ιβάν. Υβριστή του Ιβάν. Ποιος είσαι εσύ, ρε πιτσιρίκο, που ήρθες από το πουθενά να μας κάνεις μαθήματα. Ρε σε ξέρει κανένας, σε έχει δει κανένας ποτέ στο γήπεδο. Πώς τολμάς και γράφεις για τα αδέρφια μας της Παρτιζάν, ρε μπάσταρδε, θα σε βρούμε και θα σου σπάσουμε το κεφάλι. Ισοβίτη, πρόσεχε, ξέρουμε πού μένεις. Δεν ξέρεις πού μένω, ρε ηλίθιε, άστεγος είμαι.

Ευρώ το ευρώ, παρακάλι το παρακάλι, μέρα τη μέρα. Λιώσαμε παπούτσια γυρνώντας όλη την πόλη ψάχνοντας τον έναν που θα μας λυπόταν να μας νοικιάσει ένα σπίτι να βάλουμε τα πράγματά μας, να έχουν κάπου να επιστρέψουν τα παιδιά τον Σεπτέμβρη, να πάνε σχολείο. Τον έναν που θα έλεγε «μπείτε και έχει ο Θεός». Αλλά δεν είχε ο Θεός. Κι αν είχε, δεν του περίσσευε για μας. Ισοβίτη, γαμιόλα, γαμώ τον ΠΑΟΚ σου, ρε Βούλγαρε, γαμημένε κωλόγυφτε, πουσταράδες μπαοκτσήδες, θα πεθάνετε. Κάθε πρωί στη δουλειά που δεν πλήρωνε τίποτα επειδή «κάπιταλ κοντρόλ, παιδιά, θα κάνετε υπομονή», κάθε απόγευμα μεσίτες, αγγελίες, σπίτια δυσθεώρητα και απλησίαστα, κάθε βράδυ αϋπνία με το κεφάλι να καίει και να σε ζαλίζει η άλλη μια μέρα που πέρασε βασανιστικά και δίχως λύση. Ισοβίτη, εσύ ρε που τα ξέρεις όλα, θυμάσαι που έγραφες εκείνο το πράμα και τώρα που δεν έγινε αυτό που έγραφες κάνεις πως δεν θυμάσαι, άντε ρε μαλάκα να πούμε μας το παίζεις κάποιος, βρήκες εκεί πέρα μια σελίδα και πουλάς τρέλα στα πιτσιρίκια να σε πατάνε λάικ. Τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι, εφτά. Ξυπνητήρι, μάτι δεν έκλεισες πάλι. Μπλινγκ-μπλινγκ, έχετε δεκαεπτά νέες ειδοποιήσεις στη σελίδα Ισοβίτης.

«Μόνο όταν έχεις χάσει τα πάντα μπορείς να κάνεις τα πάντα».

Τρία καλοκαίρια μετά. Το πρώτο σχεδόν φονικό, αποπνικτικό, βάσανο σπάνιο και ασήκωτο. Το δεύτερο πάλι βαρύ, αλλά με μια ανάσα περισσότερη, πέρασε πιο εύκολα. Αυτό το καλοκαίρι μ’ αφήνει να αναπνέω κανονικά. Κανονικά. Εισπνοή, εκπνοή. Χωρίς αναστεναγμό ενδιάμεσα. Χωρίς να νερώνω το γάλα για να φτάσει. Χωρίς να καπνίζω λαθραία τσιγάρα δώρο από φίλους. Χωρίς να περπατάω πεντέμισι χιλιόμετρα παράλληλα με την περιφερειακή μέσα στη νύχτα με τον φακό του κινητού αναμμένο στο ύψος του κεφαλιού επειδή δεν έχω ένα πεντάευρο για ταξί. Χωρίς να περιμένω τέσσερις ώρες στο πουθενά με παρέα δέκα αδέσποτα ως το πρώτο αστικό να με φέρει στην πόλη. Μπορεί να μην κατάφερα ακόμα να βγω απ’ τη θάλασσα, αλλά επιπλέω. Επιπλέω και η φουρτούνα έχει κοπάσει. Μια μέρα θα βγω και στη στεριά.

Ισοβίτη, η Μακεδονία είναι ελληνική και να πας να γαμηθείς κι εσύ και όλοι οι ντεμέκ Παοκτσήδες που δεν κατεβαίνετε στις πορείες που καταστρέφουμε αντιπολεμικά και αντιναζιστικά μνημεία και κυνηγάμε μετανάστες και αντιφρονούντες φορώντας μπλουζάκια του ΠΑΟΚ και του Άρη, παρέα. Ισοβίτη, πώς βλέπεις τις μεταγραφές φέτος, θα περάσουμε στους ομίλους. Ισοβίτη, πώς την έχεις δει, ρε φίλε. Έχει ηλιοβασίλεμα στο μπαλκόνι και το προσέχω, ρε φίλε, έτσι την έχω δει. Βλέπω τα γλαστράκια που έχουν πετάξει φύλλα και τα ποτίζω. Κλείνω τα μάτια και κοιμάμαι, βλέπω και όνειρα, όμορφα όνειρα, χωρίς να πετάγομαι ιδρωμένος και κλαμένος όπως τα τελευταία τρία χρόνια. Ξαπλώνω και πάνω μου ξαπλώνουν τα παιδιά μου και παίζουμε και τραγουδάμε και χορεύουμε και μαθαίνουμε και συζητάμε χωρίς να πρέπει να κρατιέμαι μην με πάρουν τα ζουμιά και χωρίς να ασπρίζουν κι άλλο τα μαλλιά μου καθημερινά από την αβάσταχτη στενοχώρια όποτε με κοιτάνε στα μάτια. Ζεσταίνομαι από τον ήλιο, όπως όλοι, όχι από τη φωτιά στο κεφάλι μου. Αναπνέω. Ζω. Ξαναζώ. Αν κατάφερνα να γράφω στ’ αρχίδια μου τους κανίβαλους των social media και τους κομπλεξικούς ανώνυμους που φτιάχνονται μονάχα προσβάλλοντας και μειώνοντας, αγνοώντας πως για να θέλεις να μειώσεις κάτι σημαίνει πως νιώθεις στη σκιά της αξίας του, τότε που η παραμικρή λέξη μπορούσε να με τρελάνει, τώρα το ανοσοποιητικό μου για τη μαλακία του καθενός έχει ήδη χτίσει ολόκληρο φρούριο. «Σας σιχάθηκε η ψυχή μου, καρκινάκια του πλανήτη, σκατοκαριόλες».

Τους περισσότερους και τις περισσότερες με τους οποίους και τις οποίες έχουμε ανταλλάξει δύο ή περισσότερα λόγια μέσω αυτού του ψηφιακού εθισμού σας εκτιμώ. Μην το παρεξηγήσουμε επειδή φορτώνω με λίγους και λίγες που άλλη δουλειά δεν έχουν απ’ το να ψάχνουν με το πληκτρολόγιο-τουφέκι να πυροβολάνε όποιον θεωρούν πως πετάει ψηλότερα απ’ αυτούς. Και η τιμή που μου κάνετε να με θεωρείτε ως άξιο συνομιλητή σας αποτελεί την ύψιστη ανταμοιβή μου για όσα έχω αφήσει σ’ αυτές τις κόλλες ψηφιακού χαρτιού τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια. Σας αφήνω να ξεκουραστείτε, όσο μπορείτε, να ξεκουραστώ κι εγώ. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη, που έγραφε το σινεμά της πόλης μου όταν ήμουν μικρός. Υγεία σε όλους.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038