Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

eisΌλοι πιστεύουν πως τους τρώει η γκαντεμιά. Στέκονται σε μια ουρά, προχωράει η άλλη. Πηγαίνουν για μπάνιο, βρέχει –δεν πηγαίνουν, έχει κάψα.

Εγώ είμαι από τους άλλους, όλα βολικά μου πηγαίνουν στη ζωή. Παίρνω χαρτάκι στην τράπεζα εκατό νούμερα αναμονή, μετά από δύο λεπτά σηκώνεται ένας παππούς με τη μαγκούρα και κουνάει το χαρτάκι του, ποιος το θέλει, το παίρνω εγώ, σε πέντε λεπτά κάνω τη δουλειά μου. Βγαίνω στη στάση και περνάει το αστικό μετά από ένα λεπτό, ακόμα κι αν είναι γραμμή με δρομολόγιο ανά μισή ώρα. Πάω στο ΠΑΟΚ-Άρης και κερδίζουμε, δεν πάω και χάνουμε. Μια ζωή κωλοφαρδία, παράπονο δεν έχω.

Πηγαίναμε Σκιάθο από Βόλο, μια ουρά μέχρι τα Τρίκαλα σχεδόν για το καράβι. Χαμός. Το επόμενο δρομολόγιο ώρες μετά, αγχώνονταν όλοι να προλάβουν εισιτήριο γι’ αυτό που έφευγε σε λίγα λεπτά. Βγαίνει ένας λιμενικός, φωνάζει να ηρεμήσουμε που γινόταν ένα μπαχαλάκι έξω από τα εκδοτήρια, αρχίζει να μετράει από τον πρώτο που είχε φτάσει στο γκισέ. Ένα, δύο, τρία, φτάνει στο δέκα που ήμουν εγώ και φωνάζει προς τους πίσω μου, καμιά εκατοστή κόσμο: «Όσοι είστε πίσω από το παιδί εδώ θα πάτε με το επόμενο καράβι, γέμισε». Ρε μια κωλοφαρδία, ευτυχώς που η σύζυγος ήταν μπροστά μου, αλλιώς θα φεύγαμε με τρεις-τέσσερις ώρες διαφορά και θα έμενα μόνος μου στο νησί μέχρι να φτάσει κι αυτή και τι θα έκανα, πώς θα περνούσε η ώρα, γεμάτο Ιταλίδες το νησί κι εγώ ιταλικά δεν ξέρω, θα βαριόμουν.

Με αφήνει αδιάφορο το γλέντι που ξεκινά πίσω μου με τον λιμενικό από όσους κόπηκαν και δεν μπορούσαν να έρθουν με το καράβι που έφευγε. Φτάνω στο γκισέ, μου λέει η κοπέλα «άντε, εσύ ήσουν ο τελευταίος και τυχερός, φτου φτου». Και μου δίνει ένα εισιτήριο με ονοματεπώνυμο άσχετο, για παράδειγμα Γεώργιος Τσαουσίλας, λέω τώρα, δε θυμάμαι τι έλεγε. Ευχαριστώ, της λέω, αλλά τι όνομα είναι αυτό. «Είναι ακυρώσεις», μου λέει, «εσείς οι τελευταίοι είστε οι τυχεροί που φεύγετε με τα εισιτήρια όσων δεν ήρθαν στο δρομολόγιο». Μάλιστα. Και τη ρωτάω το καγκούρικο δηλαδή εγώ θα ταξιδέψω ως Γεώργιος Τσαουσίλας, έτσι; «Ναι», μου λέει. Κι άμα, λέμε, άμα, βουλιάξει το καράβι και ψάχνετε τους ναυαγούς, στην τηλεόραση θα λέει πως αγνοείται ο Γεώργιος Τσαουσίλας, σωστά; «Χμμμ, ναι, μάλλον», απαντάει η εκδότρια. Κι εμένα η μάνα μου πού θα με ψάχνει, σκαστοί είμαστε, πενήντα χρόνια μαύρα θα φοράει και δε θα ξέρει πού χάθηκε το παλικάρι της, άσε που θα τσακίζει και τα καλαμαράκια, ιδέα δε θα ‘χει πως του πνιγμένου η μάνα ψάρι δεν τρώει, κάπου εκεί με τραβάει η σύζυγος, άντε, ρε μαλάκα, τελείωνε πάλι με τις παπαριές σου και θα χάσουμε το καράβι.

Για κάποιο λόγο, θυμήθηκα αυτό το σκηνικό όταν μου δώσανε το «ονομαστικό» εισιτήριο προχτές στο γήπεδο, σπουδαίο μέτρο.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB