Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52

iso062018Κάποια Σάββατα με έπαιρνε ο πατέρας μου στη δουλειά, συνήθως όποτε είχε τρίψιμο. Είχα γλυκαθεί με το πρώτο πεντακοσάρικο, που τότε με ένα πεντακοσάρικο περνούσες έναν μήνα με καλυμμένα Μίκυ Μάους, Μπλεκ και Περιπέτεια, αλλά δεν επαναλήφθηκε τέτοιο μεροκάματο, ήταν κάτι σαν πριμ μεταγραφής στον υπέροχο κόσμο των μωσαϊκών-μαρμάρων. Αυτός έφτιαχνε πατώματα με μωσαϊκά και ο αδερφός του μάρμαρα, μια δουλειά-τέχνη που απαιτούσε ώρες υπομονής, σκέψης, κουβαλήματος, τοποθέτησης και μετά τριψίματος με την τρομακτική μηχανή επί ώρες, με το αλφάδι εφιάλτη να τον στοιχειώνει κάθε φορά και να νυχτώνει προσπαθώντας να πετύχει το τέλειο, αυτό που θα καμαρώνει όταν φύγει και θα λέει στο καφενείο «τραβάτε να δείτε τι έφτιαξα». Δεν έκανα βαριές δουλειές, κουβαλούσα κάνα εργαλείο, έλεγχα με το αλφάδι κάθε σημείο του πατώματος που μου άρεσε αυτή η μέτρηση και την έκανα κάθε δύο λεπτά και τον τρέλαινα, έφερνα καινούργια γυαλόχαρτα αλλά, κυρίως, σκούπιζα τη σκόνη από τις πέτρες που άφηνε πίσω της η μηχανή, αυτή ήταν η αγαπημένη μου δουλειά. Η μυρωδιά εκείνης της σκόνης, ακόμα την έχω. Μια φορά βαριόμουν να τη μαζεύω στα σακιά και την έριξα στον σωλήνα του μπαλκονιού, με την εντύπωση πως θα πάει κάτω και θα πέσει στο χώμα, έπλυνε μετά ο πατέρας μου και βούλωσαν όλα, χρειάστηκε να ξηλώσουν τα πάντα, με έβριζε κάνα χρόνο.

Όταν μεγάλωσα, στα δεκατρία, με πήρανε στην ταβέρνα της γειτονιάς ως βοηθό. Απλά πράγματα, πήγαινα τα αναψυκτικά, συμμάζευα τα άδεια μπουκάλια, έπαιρνα δεύτερες παραγγελίες όταν με φωνάζανε και τις έδινα στον σερβιτόρο, ο οποίος σερβιτόρος ήταν ο Εφραίμ και μπουρμπουάρ δεν προλάβαινες να δεις ούτε με τηλεσκόπιο, μέχρι που μια μέρα έσκασε μια μπύρα από το βαρέλι στον λαιμό του Εφραίμ και γεμίσαμε αίματα και χέστηκα πάνω μου -δεν χωρούσαν στο ψυγείο τα ποτά, τα είχαμε σε ένα θεόρατο βαρέλι με πάγο. Δεν ξαναπήγα στην ταβέρνα, το έπαιξα λίγο άρρωστος, το κατάλαβε ο Στέλιος, δεν με πίεσε.

Αλλά ο πατέρας μου άνοιξε καφενείο, που στα μέρη μου ως «καφενείο» ορίζεται ο χώρος όπου υπάρχουν τέσσερα τραπέζια με τσόχα στα οποία διεξάγονται αγώνες Θανάση, Πόκας και Ζαριών επί εικοσιτετράωρης βάσης και από καφέ λίγα πράματα, όλοι με τα ουίσκια ήταν βράδυ-πρωί. Πρώτη Γυμνασίου, με βάλανε τσιλιαδόρο. Είχα το ακουστικό του ασύρματου έξω στο αυτοκίνητο κι όταν έβλεπα φώτα σχημάτιζα αριθμούς. Ακουγόταν μέσα στο «καφενείο» ο ήχος των αριθμών, τουτ-τουτ-τουτ, μάζευαν τα φράγκα από τα τραπέζια και έβγαζαν ένα τεφτέρι με πόντους Ξερής κι έκαναν πως παίζουν Ξερή. Δεν μας τσάκωσαν ποτέ, αλλά θα είχε ενδιαφέρον ένα πέσιμο από τους μπάτσους στις τέσσερις τα χαράματα σε είκοσι τύπους που όλοι παίζουν Ξερή. Έπαιρνα καλά φράγκα, ειδικά όταν με φώναζαν να παρατήσω τις τσίλιες και να τους φτιάξω καφέδες, αφού και ο πατέρας μου και ο εκάστοτε υπάλληλος έπαιζαν κι αυτοί, δούλευα τα Σαββατοκύριακα εκτός από τις εκδρομές που πήγαινα στον ΠΑΟΚ και στις διακοπές -ποια κάλαντα τώρα να πας να πεις, εδώ είναι τα λεφτά.

Έναν χρόνο αργότερα, άνοιξε και προποτζήδικο, το οποίο στεγαζόταν στον ίδιο χώρο με τη χαρτοπαικτική λέσχη και χωρίζονταν μεταξύ τους από ένα νοβοπάν. Εκεί χόντρυνε το πράμα, είχε πραγματική δουλειά, πήγαινα στο μαγαζί μόλις σχολούσα από το σχολείο και έφευγα το βράδυ που έκλεινα το Προ-Πο, έτρωγα εκεί, διάβαζα εκεί, άκουγα τις κασέτες μου εκεί, χαμηλόφωνα, επειδή με κράζανε πως, δήθεν, οι Slayer και οι Sepultura τους εμπόδιζαν να συγκεντρωθούν και δεν μπορούσαν να υπολογίσουν ποιος έχει την Ντάμα που λείπει από κάτω στον Αναστάση. Δεν έπαιρνα μισθό, αλλά λειτουργούσα ως τοποτηρητής της οικογένειας: Ήμουν ο λογιστής του προποτζήδικου και όλα τα έσοδα πήγαιναν στη μάνα μου, για το σπίτι. Τα έσοδα του καφενείου ήταν πολύ μεγάλη ιστορία να τα ξεμπερδέψεις, αν είχε έσοδα.

Τον έπρηζε ο Τσανάκαλης, ο κολλητός του, να ανοίξουν ένα ποντιακό κέντρο διασκέδασης στην Καβάλα. Έβγαζε φράγκα ο γέρος, κάνανε την επένδυση. Δευτέρα-Παρασκευή προποτζήδικο μετά τη δουλειά, όλο το Σάββατο με τα δελτία και μετά ξημέρωμα Κυριακής στις τσόχες, τώρα προστέθηκε και το ποντιακό. Παρασκευές, Σάββατα, Κυριακές, έκλεινα το προποτζήδικο που πλέον είχε μεταφερθεί σε δικό του, ξεχωριστό χώρο πάνω στην Εθνική και έτρεχα στο καινούργιο μαγαζί, να εξυπηρετήσω διακόσιους Πόντιους που χόρευαν, τραγουδούσαν, έσπαζαν και ξερνούσαν. Τα καλοκαίρια μέχρι και πεντακόσιες καρέκλες βάζαμε έξω, δεν υπήρχε ούτε ΣΔΟΕ τότε, ούτε εφορίες, ούτε έλεγχοι, έκανες ό,τι γούσταρες. Δίπλα από το ποντιακό είχε βενζινάδικο, οι Πόντιοι κάπνιζαν τα τσιγάρα τους και πετούσαν τις γόπες δίπλα στις αντλίες, υπέροχες καταστάσεις.

Κλείσανε και τα τρία μαζί. Δεν είχα πατήσει ακόμα στα δεκαοκτώ, μπήκε μέσα ο γέρος, τα έχασε όλα. Μείναμε μετέωροι, εγώ, η μάνα μου, η αδερφή μου. Ήρθε και το διαζύγιο, γαμήθηκαν τα πάντα. Παράτησα το σχολείο και δούλεψα χαμάλης, στη μεταφορική ενός ξαδέρφου που δεν μας πλήρωνε ούτε δραχμή αλλά μοιραζόμασταν τα χρήματα που μας έδιναν οι παραλήπτες των εμπορευμάτων για να τους τα κουβαλάμε στις αποθήκες τους -αυτός ο ξάδερφος, που δεν μας έδινε ούτε εκατό δραχμές για τον καφέ μας, έγινε βουλευτής, φαινόταν από μικρός πως θα προοδεύσει. Έβγαιναν τρία-τέσσερα χιλιάρικα τη μέρα, Τρίτη με Σάββατο, από τις επτά το πρωί ως το απόγευμα και με κάνα τυχερό, πότε-πότε, που μας ψώνιζαν όποιοι έκαναν μετακομίσεις να τους κουβαλήσουμε τα έπιπλα ως ειδικοί. Κυριακή και Δευτέρα ύπνος, όλη μέρα, όλη νύχτα, να επανέλθει το κορμί. Που δεν επανήλθε ποτέ, ακόμα πονάει τις νύχτες, από το σβέρκο ως τα δάχτυλα των ποδιών, ο αυχένας, η πλάτη, η μέση, τα πόδια.

Ξαναπήγα σχολείο, στην ίδια τάξη. Γνώρισα την Άννα. Πήγαινα χαμάλης μόνο τα Σάββατα, με είχε πείσει να στρωθώ να διαβάσω, να περάσουμε μαζί. Έκανε διπλή δουλειά η μάνα μου για να τα βγάζουμε πέρα. Κοιμόμουν από την ώρα που γύριζα απ’ το σχολείο ως το άλλο πρωί επειδή δεν είχα τσιγάρα. Αρίστευσα, όμως, άξιζε όλη η χρονιά. Πήγα δυο μήνες στη Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, τρυπούσα παγωμένο θειάφι με ένα κομπρεσέρ, γέμιζα ένα καρότσι και το πετούσα παραδίπλα, σε ένα μεταλλικό βαρέλι.

Ήρθαμε Θεσσαλονίκη, βρήκα δουλειά λαντζέρης στα Κάστρα, σε μια ταβέρνα. Πήγαινα τα πρωινά και έπλενα όλα τα βρώμικα της προηγούμενης νύχτας, έτσι το ήθελε ο τύπος που είχε το μαγαζί, και τα Παρασκευοσάββατα έκανα και τον σερβιτόρο. Το καλοκαίρι, μετά το πρώτο εξάμηνο της Σχολής, ξαναπήγα στα Λιπάσματα, ήταν αρκετά τα φράγκα και έπρεπε να μαζέψω για το επόμενο σπίτι μας που το πρώτο είχε πλημμυρίσει κι έπρεπε να φύγουμε με την Άννα. Βρήκαμε ένα υπόγειο στην Παλιά Λαχαναγορά, ζόρικη φάση, η βροχή να κυλάει πάνω από το παράθυρό σου, ποντίκια, κατσαρίδες, κάμπιες από το Τσινάρι, έπρεπε να βρω νέα δουλειά κι έπιασα σε ένα εστιατόριο στην Όλγας. Μετακομίσαμε δίπλα, για να γλιτώσω τα πηγαινέλα. Κι έμεινα εκεί μέχρι τη μέρα που πήγα φαντάρος, σερβίροντας.

Μετά τον Στρατό δούλεψα σε δισκάδικο, που ήταν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες δουλειές της ζωής μου, ειδικά επειδή είχα τον Σήφη στον ίδιο χώρο να κοπανιόμαστε. Έφυγα και πήγα στη Vodafone, έμεινα δέκα χρόνια και μετά άλλον ένα σε κατάστημα, φρίκη η πολυεθνική, βρωμιά, απάτη και ένα μόνιμο αίσθημα ντροπής για τη δουλειά που κάνεις. Πρόλαβα να τη δω να μετατρέπεται σε γαλέρα, με μισθούς τριακοσίων εξήντα ευρώ στα πιτσιρίκια που προσλήφθηκαν μετά την εκδίωξη των μόνιμων, έφυγα με «εθελουσία» υπό τις απειλές πως αν δεν φύγουμε μόνοι μας θα μας διώξουν χωρίς αποζημιώσεις.

Έριξα όλα τα λεφτά της εθελουσίας στο προποτζήδικο, που το είχε πάρει πάλι πίσω πριν λίγα χρόνια ο πατέρας μου από τον άνθρωπο που το δούλευε από τότε που είχε καταστραφεί και του το είχε παραχωρήσει με ένα συμφωνητικό που ακόμα δεν το έχω καταλάβει. Με πούλησαν οι δικοί μου οι άνθρωποι, πήγαν όλα χαράμι, έμεινα άφραγκος με δύο παιδιά. Δούλεψα πρόχειρα ως βοηθός ενός φίλου λογιστή, ο ιδιοκτήτης του καταστήματος όπου πήγα μετά δεν μας πλήρωνε και έφυγα με καταγγελίες στην Επιθεώρηση Εργασίας για να πάρω τα δεδουλευμένα, μείναμε άστεγοι και μέναμε στο σπίτι της γιαγιάς μιας φίλης εγώ και η Άννα, με όλα τα πράγματά μας, τις συσκευές, τα έπιπλα, τα ρούχα, τα βιβλία, τα παιχνίδια σε ένα γκαράζ και με τα παιδιά στο χωριό, στον παππού, μέχρι να μαζέψουμε χρήματα για να νοικιάσουμε νέο, βρέθηκε ένας άνθρωπος να βοηθήσει και να μην μας ζητήσει εγγύηση, να μπούμε και να του τα δώσουμε αργότερα. Ευτυχώς, τα παιδιά δεν πήραν χαμπάρι πως όλο το καλοκαίρι δεν είχε η οικογένειά τους διεύθυνση κατοικίας.

Πήγα τρεις μήνες στη Χαλκιδική, σε ένα σούπερ-μάρκετ. Μετά, δούλεψα σε ένα e-shop με μισθό 247 ευρώ μηνιαίως, μείον οι απουσίες όταν αρρώσταιναν τα παιδιά -έτυχε να πάρω και μηνιαίο μισθό 180 ευρώ στα μεγάλα κρύα που είχαν πυρετό και οι δύο, εναλλάξ. Ξαναπήγα το επόμενο καλοκαίρι Χαλκιδική, με το ΚΤΕΛ, ξυπνούσα, έπαιρνα αστικό, έφτανα στο ΚΤΕΛ Χαλκιδικής, ταξίδευα για το μαγαζί, δούλευα, έπαιρνα πάλι το υπεραστικό, είχα τύχει και στην απεργία των λεωφορείων και περπατούσα πέντε χιλιόμετρα από το ΚΤΕΛ ως το σπίτι επειδή δεν είχα για ταξί, μετά μπήκα βραδινή βάρδια και σχολούσα τρεις-τέσσερις το πρωί, περιμένοντας στο ΚΤΕΛ να πάει επτά για το πρώτο λεωφορείο που με έφερνε στην πόλη. Την Πρωτοχρονιά φέτος, υπέγραψα σύμβαση μόνιμου υπαλλήλου. Με μισθό 415 ευρώ καθαρά, συν τις υπερωρίες, που έχει από καμιά φορά και φτάνω τα πέντε κατοστάρικα, μέσο όρο. Με έναν ακόμα μισθό της Άννας, με δύο παιδιά, με σχολεία, με χορούς, με μπαλέτα, με αγγλικά, με εκδρομές, με ψώνια, με ρούχα, με παιχνίδια, με δώρα, με νοίκια, με ρεύματα, με νερά, με κινητά, με σταθερά, με ΠΑΟΚ, με δόσεις πότε-πότε στα παλιά χρέη που συσσώρευσα τόσα χρόνια.

Τον Νοέμβριο βγήκε το δεύτερό μου βιβλίο. Από το πρώτο, το 2003, δεν είχα πάρει όχι ευρώ αλλά ούτε ένα αντίτυπο δώρο. Είχα ψειρίσει δέκα κομμάτια που μου είχε στείλει ο εκδότης για να τα δώσω στο ραδιόφωνο, να κληρωθούν -είχα δώσει στον 1055 τα τρία αντίτυπα και κράτησα τα επτά κι από αυτά τα επτά έχω τώρα ένα δικό μου στη βιβλιοθήκη, να μου θυμίζει πως κάποτε στο παρελθόν υπήρξα και συγγραφέας. Διάβασα, όχι μόνο μία φορά, πως «κονόμησε ο Ισοβίτης με το βιβλίο». Πράγματι. Κονόμησα. Με το δέκα επί τοις εκατό στις πωλήσεις, μπορεί και να «κονόμησα», δεν αντιλέγω. Δουλεύω από μικρό παιδί χωρίς διακοπή, δεν είχα ποτέ πέντε φράγκα περισσευούμενα, ρε πούστη, σαράντα τρία χρόνια ζωής και μια φορά να πω «πάρε ό,τι θες, μην σκέφτεσαι τα λεφτά», μια ζωή στο τσίμα-τσίμα, μια ζωή με κλειστά τα τηλέφωνα μην ξαναπάρει ο ιδιοκτήτης ή η τράπεζα ή η εταιρεία για τα χρέη, μια ζωή σκυμμένο κεφάλι όταν η κουβέντα πάει στην τσέπη, μια ζωή με την ανάσα αναστεναγμό. Θα πουλήσει το βιβλίο κοντά τρεις χιλιάδες αντίτυπα, θα πάρω τρία χιλιάρικα στην εκκαθάριση του χρόνου, βάσει συμβολαίου, θα έχω να λέω κι εγώ πως «κονόμησα». Τρία χιλιάρικα, για τρία χρόνια συγγραφής. Που ως να τα πάρω, θα τα χρωστάω κι αυτά, όπως τα άλλα πέντε που έχω στην πλάτη από τα παλιά κι άλλα τόσα που έχει η Άννα.

Ως τώρα την πάλευα επειδή μπορεί να μην περίσσευε τίποτα αλλά τουλάχιστον ζούσα αυτήν τη γεμάτη, τη συναρπαστική, την καταπληκτική μου ζωή με τη γυναίκα μου, τις κόρες μου, τους φίλους και τους συντρόφους μου χωρίς ξένους εφιάλτες. Βλέποντας πίσω, αντιλαμβάνομαι πως ο μόνος τρόπος να συνεχίσω να την παλεύω είναι να επιστρέψω σ’ αυτό το μοτίβο. Ως «Ισοβίτης» δέχτηκα απειλές, βρισιές, κατάρες, προσβολές και βρέθηκα πολλές φορές ένα βήμα πριν απαντήσω και το μετανιώσω. Ως «Νίκος» δεν είχα κανένα πρόβλημα στη ζωή μου, όλα μια περιπέτεια τα έβλεπα και τα βλέπω, μια πορεία ευθεία από το πρώτο κλάμα ως το τελευταίο. Χρειάζομαι λίγο χρόνο να το σκεφτώ, αν αξίζει να θυσιάσω την όμορφη περιπέτεια της περσόνας για να δώσω ποιότητα ζωής στον πραγματικό μου εαυτό, που δεν ξυπνάει χαράματα από μπιπ-μπιπ στο κινητό του για να διαβάσει «θα του γαμήσω την πουτάνα τη μάνα του» από δήθεν φίλους που λίγες μέρες πριν μου έλεγαν στο τσίπουρο «στην υγειά σου, ρε αλάνι Ισοβίτη» ή «ωραία τα γράφεις, αλλά όταν δεν συμφωνώ μαζί σου είσαι ένας μπάσταρδος γαμημένος ηλίθιος».

Καλό καλοκαίρι και βλέπουμε. Κι αν τύχει και τα κονομήσετε από κάπου, πείτε και σ’ εμάς πώς γίνεται, μην μας βγάζουν τσάμπα το όνομα, να έχουμε και τη χάρη.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038