Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

argentinaΟι πρώτες μου μνήμες από μπάλα είναι το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982. Ήμουν επτά χρόνων, έβλεπα τους αγώνες στην καφετέρια του Ζήση και, όπως όλη η τσακαλοπαρέα της γειτονιάς, έφτιαχνα μαζί του το πάνθεον των ηρώων της παιδικής μας ηλικίας ξεκινώντας από το Μουντιάλ της Ισπανίας, μαζί με τα χαρτάκια της Πανίνι και τις σελίδες των Αθλητικών στις εφημερίδες των πατεράδων μας, με τα πολυσέλιδα αφιερώματα μέρες πριν τη διοργάνωση. Ξέραμε ήδη ποιοι θα είναι οι πρωταγωνιστές, αν και δεν είχαμε δει κανέναν να αγωνίζεται εκτός από τα σκόρπια ματς που έδειχνε η κρατική τηλεόραση κάποια Σάββατα -ήμασταν όλοι Λίβερπουλ και Αμβούργο, δηλαδή με τις καλύτερες ομάδες στην Αγγλία και τη Γερμανία που παρακολουθούσαμε στους «ασπρόμαυρους δέκτες» μας εκείνα τα χρόνια.

Υποστηρίζαμε διάφορες ομάδες, ανάλογα με την περίσταση. Εμένα με μάγευαν οι Νοτιοαμερικανοί, από πάντα, οπότε είχα τη Βραζιλία και την Αργεντινή και το Περού ως πρώτες επιλογές: Τη Βραζιλία λόγω Σόκρατες, την Αργεντινή λόγω Μαραντόνα, το Περού επειδή φορούσε ίδια στολή με τον Κεραυνό Λεύκης, δηλαδή τη μόνη ποδοσφαιρική στολή που είχα στην ντουλάπα μου, του πατέρα μου, που ακόμα μου ήταν μεγάλη και περίμενα να ψηλώσω για να μου κάνει και την έβαζα μόνο στο σπίτι για να παίζω μπάλα στο δωμάτιό μου, σπάζοντας τις λάμπες καθημερινά και ρημάζοντας τοίχους, έπιπλα, σκεύη. Συμπαθούσα και τη Σκοτία, μάλλον επειδή έπαιζαν ο Σούνες και ο Νταγκλίς και ο Στράχαν, αλλά μου είχε ρίξει η ξαδέρφη μου η Ευδοκία τον ελληνικό καφέ στο κεφάλι όσο πανηγύριζα ένα γκολ της Σκοτίας στο σπίτι τους -φώναζα από τη χαρά μου, χοροπηδούσα, αυτή μόλις είχε πάρει το μπρίκι από το μάτι, την έσπρωξα, έπεσε ο καυτός καφές στα μαλλιά μου και η μάνα μου με είχε βάλει το βράδυ στο μπάνιο δεκαεφτά φορές για να ξεκολλήσει τον καφέ από τις τρίχες, που στο τέλος είχε κουραστεί και έλεγε «καλύτερα να κουρευτείς» αλλά δεν ήθελε να λέει ο κόσμος πως έχω ψείρες. Επειδή όποιος ήταν γουλί ή μύριζε πετρέλαιο είχε ψείρες, έτσι πήγαινε τότε. Την παράτησα τη Σκοτία, λόγω του καφέ.

Το Περού δεν είχε τόσο καλή ομάδα, η Βραζιλία με την Αργεντινή βρέθηκαν στον απίστευτο όμιλο με την Ιταλία και τα μεταξύ τους παιχνίδια ήταν τα πρώτα σπουδαία ντέρμπι που είδα στη ζωή μου, πανηγυρίζοντας όλα τα γκολ των δύο, μέχρι και στο μεταξύ τους παιχνίδι. Στο Βραζιλία-Αργεντινή, το ορόσημο της πρώτης μου νιότης, επέλεξα και ομάδα: Όποιος κερδίσει. Κέρδισε η Βραζιλία, άνετα, σαρωτικά. Καμάρωνα για τον Σόκρατες, που όταν θα μεγάλωνα θα γινόμουν ο Σόκρατες, ντρεπόμουν για τον Μαραντόνα, που διάβαζα ότι μάλλον είναι ο καλύτερος παίκτης στον κόσμο και με την Μπαρτσελόνα θα σαρώσει τα πρωταθλήματα και τα ευρωπαϊκά, αλλά αυτός αντί να σκοράρει πήγε και σκότωσε τον καημένο τον Μπατίστα και έφαγε κόκκινη, τότε που η κόκκινη ήταν ακόμα στίγμα. Και ταυτίστηκα με την παρέα του Ζίκο, του Φαλκάο, του Σερέζο, με αποτέλεσμα στις 5 Ιουλίου 1982, στην τρυφερή ηλικία των επτά ετών και είκοσι δύο ημερών, να κλαίω με ποτάμια δακρύων στις κούνιες του Ζήση και ο πατέρας μου να μην μπορεί να το διαχειριστεί, δίνοντάς μου απλώς όσα λεφτά του περίσσευαν για να πάω να πάρω χαρτάκια, γαριδάκια, παγωτά ή ό,τι άλλο θα μου σταματούσε το κλάμα.

Στο Μεξικό, άλλαξα στρατόπεδο. Καθηλωμένος από την εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, που τώρα ξέρω ότι όποιος Παοκτσής δεν την έχει κάνει θα πρέπει να ντρέπεται που κουβαλάει το σκουλήκι στο ασπρόμαυρο κορμί του, έβλεπα τα ματς με έναν παππού που βρισκόταν στον διπλανό θάλαμο και έπειθε τη βραδινή νοσοκόμα να μας επιτρέπει την τηλεόραση για τα ματς που παίζονταν ξημερώματα. Υποστήριζε την Αργεντινή, όπως κι εγώ, είχαμε κοινό σημείο επαφής πως ο δικός μου ο πατέρας και ο δικός του ο γιος ήταν πρόεδροι των αντίστοιχων Συλλόγων Ποντίων σε Νέα Καρβάλη και Ελαιοχώρι, είχα φτιάξει μία σημαία από δύο φύλλα σχολικού τετραδίου που τα είχα βάψει με μπλε στιλό πάνω και κάτω και αυτό ήταν μία διαδικασία που έπαιρνε ώρες, καθώς τότε έπαιρνες μία φορά μαρκαδόρους Καριόκα στην αρχή της χρονιάς και μέχρι τον άλλο Σεπτέμβριο έβαφες τα πάντα μπλε με τον Μπικ της σεζόν, οπότε είχε βολέψει που είχαν μπλε χρώματα στη σημαία τους, πηγαίναμε στον θάλαμο να θαυμάσουμε τον ημίθεο Ντιέγκο και την παρέα των Μπουρουσάγα, Βαλντάνο, Πασαρέλα -και τον Ολαρτικοετσέα, που πολύ μου άρεσε το όνομά του και το έλεγα συνέχεια όταν παίζαμε μπάλα, Ολαρτικοετσέα, Ολαρτικοετσέα, σουτάρει ο Ολαρτικοετσέα και γκολ, σχεδόν το ίδιο κόλλημα με αυτό που είχε ο Μαυρομάτης όταν έλεγε τη λέξη «Εστερχάζι». Σήκωσα το Κύπελλο σπίτι, μαζί με τους 115.000 θεατές του τελικού της Μέξικο Σίτι και κλείδωσε μέσα μου η ομάδα που θα υποστηρίζω στα Μουντιάλ.

Νέο κλάμα το 1990, που είχα στήσει και γκόμενα για να δω τον τελικό και μετά δεν πήγα στο ραντεβού επειδή πώς να εμφανιστώ με τα βουρκωμένα μάτια ολόκληρος μεταλλάς δύο μέτρα με κολλητό παντελόνι και μπλούζα με αίματα και εκκολαπτόμενη χαίτη, τότε που η γκόμενα δεν ήταν κάτι που έβρισκες εύκολα αλλά ο ντεμέκ πεναλτάκιας Γκοϊκοετσέα ένα πράμα έπρεπε να κάνει, να πιάσει το σουτ του Μπρέμε και δεν τα κατάφερε και μας έστειλε στην κατάθλιψη. Χαρές και απίστευτα πανηγύρια το 1994, με τον Ντίνο, που κλειδωθήκαμε σπίτι να δούμε το ματς με την Ελλάδα επειδή σε όλο το χωριό κανείς δεν μας ήθελε, ως «προδότες του Έθνους», και από το πρώτο λεπτό η βουβή γειτονιά μας άκουγε να ρημάζουμε το σπίτι στα τέσσερα γκολ της ομαδάρας, για να περάσουμε πάλι στο κλάμα όταν ο Ντιέγκο βρέθηκε ντοπαρισμένος που του βάλανε ναρκωτικά στο ποτό του, σίγουρα, δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Απογοήτευση το 1998, που ο αλήτης ο χασογκόλης ο Μπέργκαμπ μας έστειλε αδιάβαστους με τη λήξη, ποιος, αυτός που τον είχε σταματήσει λίγους μήνες νωρίτερα ο Μιχόπουλος. Ντροπή το 2002, που ολόκληρη Μικτή Κόσμου με Μπατιστούτα, Βερόν, Ζανέτι, Ορτέγα, Αϊμάρ, Κλαούντιο Λόπεζ, Σορίν, Τσαμότ, Κρέσπο, δεν κατάφερε να κερδίσει την ποια τη Σουηδία την ποια τη Σουηδία ρε ποια Σουηδία πλάκα με κάνετε και αποκλείστηκε από τους ομίλους και τι Μουντιάλ να κάτσεις να δεις, βρε άιντε από ‘δώ, με τους Κιμ και τους Λι και τους Φουτζιγιάμα -τουλάχιστον έσβησα διά παντός την πιθανότητα να υποστηρίξω τη Βραζιλία ξανά στη ζωή μου, μετά την πιο εξευτελιστική ενέργεια ποδοσφαιριστή στην ιστορία του ποδοσφαίρου από τον γελοίο Ριβάλντο. Οργή το 2006, για τον σφαγέα Λιούμπος Μίχελ, που αρνείται να αποβάλει τον Ποντόλσκι επί 117 λεπτά, αφήνοντας στο ματς τον ξεφτίλα Σορίν που τρώει γκολ κοιμώμενος σαν κλώσσα από κάποιον Κλόσε και δημιουργώντας κλίμα τρομοκρατίας στα πέναλτι εναντίον των παιδιών μας, με συνέπεια να χάσουμε δύο πέναλτι εντελώς άδικα και να μετρήσει όλα τα δικά τους και να μας ξεφύγει η σίγουρη κούπα, που την πήραν κάτι άπλυτοι ζελεδιασμένοι Ιταλοί. Το 2010 πού πας, μωρέ, με προπονητή τον Ντιέγκο και μέσο όρο ύψους ομάδας 1,59, πάλι καλά που ήταν η Ελλάδα πάλι και χαρήκαμε για ενενήντα λεπτά. Το 2014 πήραμε την κερκίδα, ποιος το χέζει το Κύπελλο, που με τη χειρότερη ομάδα όλων των εποχών πλην του προηγούμενου Μουντιάλ φτάσαμε στον τελικό για πλάκα. Αλλά ο κόσμος δεν θα θυμάται μήτε Γερμανίες, μήτε τελικούς και απονομές. Ο κόσμος θα θυμάται αυτό:

Brasil, decime qué se siente

Τener en casa tu papá

Te juro que aunque pasen los años

Νunca nos vamos a olvidar

Que el Diego te gambeteó

Que Cani te vacunó

Estás llorando desde Italia hasta hoy

A Messi lo vas a ver

La Copa nos va a traer

Maradona es más grande que Pelé

«Ρε Μπραζίλ, για πες μου, πώς νιώθεις

Που γύρισε ο μπαμπάς σου στο σπίτι

Όσα χρόνια κι αν περάσουν

Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ

Πώς σε ξέσκισε ο Ντιέγκο

Πώς σε έστειλε ο Κανίγια

Από την Ιταλία μέχρι σήμερα κλαψουρίζεις

Βρε θα δεις τον Μέσι

Βρε θα σηκώσουμε το Μουντιάλ

Ο ΜΑΡΑΝΤΟΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΛΕ»

Και φτάνουμε στο φετινό Μουντιάλ, απαλλαγμένοι από το άγχος, το κλασικό άγχος του «ποιον θα υποστηρίξεις», πάντα την Αργεντινή υποστηρίζεις, τα έχουμε λύσει αυτά τα θέματα από παιδιά. Και συμβαίνει κάτι αναπάντεχο: Εν μέσω παγκόσμιου μουδιάσματος, ο Τραμπ μεταφέρει την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ, οι Ισραηλινοί αρχίζουν να σφάζουν τους Παλαιστίνιους που αντιδρούν ξεσηκώνοντας την υφήλιο εναντίον τους, το προγραμματισμένο «φιλικό» Ισραήλ-Αργεντινή μεταφέρεται, συμβολικά, πιο συμβολικά πεθαίνεις και πεθαίνεις κυριολεκτικά αν είσαι Παλαιστίνιος, από τη Χάιφα στην Ιερουσαλήμ. Η Αργεντινή ακυρώνει το «φιλικό» πέντε ημέρες πριν τη διεξαγωγή του. Η υφήλιος τη συγχαίρει. Η υφήλιος συγχαίρει την Αργεντινή επειδή υπέκυψε στις απειλές εναντίον των παικτών και των οικογενειών τους από αντιδρώντες στη διεξαγωγή του συγκεκριμένου αγώνα, επειδή τρομοκρατήθηκε από την παγκόσμια κατακραυγή, επειδή έκανε πίσω σε μία ήδη ακατανόητη πολιτική ενέργεια ξεπλύματος των φονιάδων που είχε συμφωνήσει, προγραμματίσει και υπερασπιστεί μέχρι και χθες, «μπλέκοντας την πολιτική με το ποδόσφαιρο», λες και υπήρξαν ποτέ το ένα χωρίς το άλλο.

Σ’ ευχαριστώ για τις αναμνήσεις. Αλλά θα πρέπει, στα σαράντα τρία, στο δέκατο Μουντιάλ της ζωής μου, να ψάξω καινούργια ομάδα να υποστηρίξω. Αργεντινή του 2018, άντε γαμήσου.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB