Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26

xaniaΣτην Κρήτη είχα βρεθεί πριν από χρόνια, με την ποδοσφαιρική ομάδα της εταιρείας στην οποία δούλευα τότε και εν μέσω οικονομικής ευμάρειας που επέτρεπε σε μια εταιρεία να έχει ποδοσφαιρικές ομάδες, να πληρώνει για τις προπονήσεις της, τα αεροπορικά, τα ξενοδοχεία και για ολόκληρο τουρνουά ποδοσφαίρου με συμμετοχή δεκάδων υπαλλήλων της, με διαιτητή, γηπεδάκια, έπαθλα, κάμερες -πέρα από τα χίλια εκατό ευρώ που έπαιρνα για να γράφω επιστολές και να φτιάχνω εξελάκια. Στα Χανιά, βεβαίως, έπρεπε να απαντώ «δεν έχω ξανάρθει στην Κρήτη, μόνο Ηράκλειο έχω πάει», επειδή όλοι οι Κρητικοί θεωρούν το Ηράκλειο ως άλλο μέρος και το υπόλοιπο νησί εκτός Ηρακλείου ως Κρήτη, αλλά και την Κρήτη ως ήπειρο και τον υπόλοιπο κόσμο ως νησί, κάτι τέτοια περίεργα, που δεν καταλαβαίνω αλλά εκεί κάτω δεν παίζεις, που προχθές πήρα έναν να συνεννοηθούμε και από τις μπαλωθιές στον γάμο ούτε την καλησπέρα δεν άκουσα, οπότε φέρθηκα σύμφωνα με τα μαθήματα που είχα πάρει πριν προσγειωθώ στο αεροδρόμιο, αφήνοντας το προηγούμενο νησί μετά από ένα πενθήμερο που θα μου μείνει αξέχαστο.

Τότε, στο Ηράκλειο, δίναμε τον τελευταίο αγώνα Κυριακή πρωί και οι περισσότεροι της ομάδας δεν είχαν εμφανιστεί στην προθέρμανση. Είχαμε ήδη αποκλειστεί, ένας είχε κολλήσει στο ξενοδοχείο και διάβαζε, άλλοι έψαχναν πατσατζίδικο μετά τα ολονύχτια μπουζούκια, άλλοι έβγαζαν καπνούς από τα αυτιά από τον αργιλέ που είχαν ανακαλύψει κάπου στα περίχωρα και ρούφα τόνε τράβα τόνε ως το ξημέρωμα, άλλοι απλώς έλειπαν και δεν βρέθηκαν ποτέ μέχρι να τους ξαναδούμε το απόγευμα στο αεροδρόμιο, ένας είχε καεί από την ηλιοθεραπεία στα μπούτια και δεν μπορούσε να φορέσει παντελόνι και γύρισε με το ποδοσφαιρικό σορτσάκι δύο πτήσεις ως τη Θεσσαλονίκη, ένας πολύ τσιγκούνης που είχαμε έκανε τον γύρο της πόλης ψάχνοντας αποδείξεις φαγητού για να τις βγάλει ακριβώς στο ποσό που δικαιολογούσε η εταιρεία και να μην χάσει ούτε σεντ, εγώ είχα πάθει διάστρεμμα και κυκλοφορούσα με ένα παπούτσι με τάπες και μια σαγιονάρα, καθηλωμένος όλη νύχτα στο κρεβάτι και αναγκασμένος να ακούω την ιστορία της ζωής μιας κωλόγριας που ξεκίνησε από τη γέννησή του και τελείωσε εκείνη τη μέρα, δηλαδή έγραφα τη βιογραφία του με τη μία, αν ήθελα, αλλά δεν ήθελα επειδή δεν είχε και τίποτα συναρπαστικό, δεν είχε πέσει ακόμα ο Ηρακλής να έχει ενδιαφέρον.

Αυτή ήταν η ομάδα «Θεσσαλονίκη», τη φανέλα της οποίας φορούσα, η οποία συγκεντρώθηκε οριακά, τελικά, με την έναρξη του αγώνα. Οι αντίπαλοι έκαναν διατάσεις, τρεξιματάκια, σπριντ, ασκήσεις στο χορτάρι με τον προπονητή τους -εμείς δεν είχαμε προπονητή επειδή είχε ξαμολυθεί να ξετρυπώσει τους παίκτες και είχε κάψει την μπαταρία από τα τηλέφωνα, δεν είχαμε τότε τσεκίν να δει ο άνθρωπος πού λιάζεται ο καθένας και να τους φέρει να παίξουμε, μην ξεφτιλιστούμε, που ο αγώνας γραφόταν από καμεραμάν και θα γινόταν αργότερα σιντί να γελάει μαζί μας όλη η εταιρεία. Όταν τελείωσε το ζέσταμα, τους σπάσαμε τον τσαμπουκά με την κίνηση-ματ, κάνοντας ζέσταμα με τον τρόπο του Σαλονικιού, μέσα σε δευτερόλεπτα, δηλαδή πήρε ο καθένας τη θερμαντική και την άπλωσε παντού πάνω του, χέρια, πόδια, αυχένας, πλάτη, σαν αντηλιακό, διπλό κόλπο, και ζεσταίνεσαι και βρωμάς να μη σε πλησιάζει αντίπαλος. Κατάφερα να βάλω και το δεξί παπούτσι με δυσκολία, έκατσα τερματοφύλακας, συνεννοηθήκαμε να μην μου γυρίζουν την μπάλα στο δεξί πόδι και προσευχηθήκαμε να μην καταλάβουν πως ο γκολκίπερ της Θεσσαλονίκης είναι κουτσός κι αρχίσουν τα σουτ από παντού και μας διαλύσουν χωρίς κόπο. Έπιασε, κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, έτρωγα γκολ αλλά αυτοί νόμιζαν πως είχαν κάνει τη σούπερ προσπάθεια, πλασέ Τιερί Ανρί που στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μύτος του Σαλπιγγίδη και αν μπορούσα να πατήσω, τουλάχιστον, το δεξί πόδι, θα τα έβγαζα για πλάκα. Χάσαμε 7-0, κυρίως επειδή είχα πίσω μου κάτι ηλιακά πάνελ και έκανε αντηλιά, αυτό έφταιγε, αλλά σώσαμε την αξιοπρέπειά μας -όταν με είδανε να κουτσαίνω μετά, στο, ας πούμε, γκαλά της διοργάνωσης, όλοι με ρωτούσαν τι έπαθα αφού το πρωί στο ματς είχα παίξει καλά. Ευγενικοί άνθρωποι. Πήρα εκδίκηση στο επόμενο τουρνουά, στη Λάρισα, μετά από έναν χρόνο.

Στα Χανιά, τη Δευτέρα, δεν πήγα για ποδοσφαιρικό τουρνουά αλλά επειδή η Ryan μου πούλησε φτηνό εισιτήριο για Πάφο και στην επιστροφή μου ζητούσε 251 ευρώ. Σου λέει αυτός θέλει να έρθει στην Κύπρο, να δει τα αδέρφια του, να κάνει παρουσιάσεις, να κάνει βόλτες στη Λευκωσία και τη Λάρνακα και την Πάφο και τη Λεμεσό, να δει το ματς στον Σύνδεσμο πρώτη μούρη, άσ’ τον να έρθει, περίμενε, τώρα, πατάει το «Πληρωμή», το πάτησε. Την πάτησε. Επιστροφή με κόστος μεγαλύτερο από το μισό μου μηνιάτικο. Και σε χρονικό σημείο που ακόμα δεν ξέρω πως καλά είναι να μην γυρίσεις από ‘κεί πέρα, ωραία η Κύπρος, οι πίσες τζαι τα μπιλοτσίρκια τζαι τα φώτα τζαι τα πιτφίξ τζαι τα μοναρια τζαι το σκουλικούιν πού πάεις χωρίς βρακούιν, ωραίες οι Κυπραίες, 32 βαθμούς στις οκτώ το πρωί, δρακοπούλια που σε κάνουν να νιώθεις πως παίζεις στο Game Of Thrones, άνετοι δρόμοι, φράγκα, πολλά φράγκα η Κύπρος, δουλειές για όλους, να επιλέξω, ρε παιδί μου, «Απλή Μετάβαση», να μείνω εκεί και να έρθει και η οικογένεια, να ζήσουμε στην Κύπρο, να την πέφτουν οι κλαρινοκύπριοι στη Χουλιγκάνα κι αυτοί να τους λέει «πάενε, βρε κουρκούτζελε», να ερχόμαστε Τούμπα μια-δυο φορές τον χρόνο και να κάνει θέατρο ο Γκαρθία, τέτοια ωραία. Μαναβίσιο το κόλπο, 251 ευρώ η Θεσσαλονίκη, αλλά έχει κι άλλο τρόπο να γυρίσεις στο σπίτι, πατάω «Αθήνα», ζητάει η Ryan κατοστάρικο, πατάω «Χανιά», όπα, εδώ είσαι, τον κοροϊδέψαμε τον αλγόριθμο. Δεκαεννιά ευρώ. Τσακ-μπαμ, έκλεισε. Και το ταξίδι γίνεται Θεσσαλονίκη-Πάφος, Πάφος-Χανιά. Ε, από Χανιά κάτι θα βρούμε, έχει και πλοίο. Παλιότερα, τον Σεπτέμβριο του 1992 για την ακρίβεια, είχε και τρένο, όπως έλεγε το αξεπέραστο σύνθημα «βάλε τρένο για την Κρήτη» που λέγαμε απευθυνόμενοι στον Βουλινό, που δεν μας έβαλε τρένο για την Κρήτη να απολαύσουμε εκείνο το 4-0 από τον ΟΦΗ και συμβιβαστήκαμε με την εκδρομή στο Παρίσι (που φάγαμε μόνο δύο γκολ, δηλαδή ο ΟΦΗ ήταν δύο φορές καλύτερος από την Παρί Σεν Ζερμέν εκείνη την εποχή).

Παίρνω στον Γιάννη, που από Χανιά κάτι ξέρει τόσα χρόνια που πηγαινοέρχεται Κρήτη, αν και μετά αντιλήφθηκα στην πράξη πως δεν ξέρει τίποτα πέρα από ανθρώπους που ξέρουν, άρα έχει γνώσεις διά αντιπροσώπου. «Χανιά θα είμαι κι εγώ τη Δευτέρα, καλή φάση. Να κάνουμε και μια παρουσίαση». Δεν ήμουν ζεστός, σκεφτόμουν τι κούραση θα κουβαλάω και την οδύσσεια μετά για την επιστροφή. «Επειδή ξέρω τι μαλάκας είσαι, άσε, θα το οργανώσω εγώ», είπε αλαζονικά, λες και ξέρει τι μαλάκας είμαι. Αλλά, τέλος πάντων, με γλίτωσε από τη σκέψη. Τα οργάνωσαν όλα, πήγα και βρήκα τα πάντα έτοιμα.

Από το πρωί της Κυριακής, γύρω στις δέκα που ξύπνησα, ξανακοιμήθηκα Τρίτη απόγευμα, γράφοντας ένα σπουδαίο σερί 54 ωρών αϋπνίας, το οποίο, για να είμαι δίκαιος, διακόπηκε από ένα δίωρο μέσα σε μια σκηνή κάμπινγκ, αν μπορείς να το θεωρήσεις αυτό ως ύπνο, καθώς συνέπεσε με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κομπρεσέρ της περιοχής, που εκείνη τη μέρα και εκείνο το δίωρο βρήκε για να φτιάξει ποιος ξέρει τι φτιάχνανε. Με πήγε ο Κώστας για «τυλιχτά» και ο μάστορας αρνήθηκε να με σερβίρει, είπε «εσύ από πάνω είσαι, θα σου φτιάξω σάντουιτς» κι όταν διαμαρτυρήθηκα μου είπε «στους Αθηναίους φτιάχνω σουβλάκια, το ίδιο είναι, βρε, αλλά έμαθα πώς τα λέει ο καθένας για να συνεννογιόμαστε». Και μου φέρνει, ρε φίλε, μοσχαράκι φιλέτο σε πίτα, με ντομάτα που είχε κρατήσει από τον τελικό του 1983, ντομάτα που μύριζε ντομάτα, μοσχαράκι στην πίτα με ντομάτα 80ς, χωρίς κοτσάνια, παθαίνω ίλιγγο, θέλω να πέσω στο σάντουιτς, επιβεβαιώνω τον Κούντερα, ίλιγγος είναι η λαχτάρα να πέσεις, όχι ο φόβος της πτώσης, του το ‘πα, μάστορα, συγχαρητήρια δεν έχω ξαναδώσει σε σουβλατζίδικο, αλλά θα δώσω σε σένα. Και ρώτησα αν κάνει ντελίβερι Θεσσαλονίκη, δεν απάντησε, κοίταξε εκεί πέρα μια αφίσα ενός λαϊκού βάρδου της περιοχής που τραγουδούσε σε μαγαζί που λέγεται «Στου Κουφού Την Πόρτα» και μου εξήγησε πως το κατάστημα βρίσκεται σε μέρος που λέγεται «Κουφό», μεγάλες στιγμές.

Με περίμεναν τα αδέρφια του ΣουΦου κατά τις εξίμισι, μετά θα κάναμε την παρουσίαση του βιβλίου, είχα μια ώρα ελεύθερη να κλείσω τα μάτια μου. Έπεσα ανάσκελα, με άκουγα που ροχάλιζα πριν κοιμηθώ, μεταφυσική εμπειρία, πρωτόγνωρη, αλλά μόλις έπιασα το πρώτο όνειρο πως ο Ιβάν βγάζει το μπιστόλι και βρέχει τον Κομίνη κι αυτός γελάει και λέει «χα, χα, νερομπίστολο ήταν, μωρέ», κατακυρώνει το γκολ και το παιχνίδι ξαναρχίζει, λίγο πριν φτάσω στο τέλος του που πάντα η ΑΕΚ ισοφαρίζει με αυτογκόλ του Βαρέλα επειδή μέχρι και στα όνειρα ΠΑΟΚ είσαι, μπαίνει ο μαλάκας ο Γιάννης με το κινητό και μπλιπ-μπλιπ, μπλιπ-μπλιπ, με ξυπνάει. Ρε γελοίε, μπλιπ-μπλιπ στα πλήκτρα έχεις εσύ και η κόρη μου στο τάμπλετ, και σ’ αυτή της το έχω αφήσει το μπλιπ-μπλιπ για να καταλαβαίνω πότε το παίρνει κρυφά και παίζει Πίξελαρτ όταν έχει να διαβάσει, πλάκα μας κάνεις, συνέχισε αυτός τα μπλιπ-μπλιπ και με κοιτούσε παράξενα, μου ‘φυγε ο ύπνος, σηκώθηκα, φύγαμε για τον Σύνδεσμο. Ο οποίος Σύνδεσμος, παρακαλώ, είναι στο κέντρο της πόλης και όταν βάζει γκολ ο ΠΑΟΚ είναι αναγκασμένη όλη η τοπική κοινωνία να τους ακούει και να μετράνε οι Χανιώτες «έβαλε το πρώτο ο ΠΑΟΚ, υπομονή, συνήθως βάζει τρία, άλλα δύο και ησυχάσανε».

Όσα συμβαίνουν στον Σύνδεσμο μένουν στον Σύνδεσμο και κατηφορίσαμε ή ανηφορίσαμε, δεν ξέρω πώς πάει, ήμουν και κινούμενος ύπνος, προς τον κήπο, περνώντας από το νοτιότερο σημείο έδρας του ΠΑΟΚ στην ιστορία. Ναι, μέχρι και στα Χανιά μας έχουν στείλει να παίξουμε γηπεδούχοι, κάτι που εξήγησα (νομίζω) στην παρουσίαση, δηλαδή για την ελληνική αθλητική δικαιοσύνη το σημείο που βρίσκεται ακριβώς στη μέση της διαδρομής από την Τούμπα ως την Καλαμαριά είναι τα Χανιά, μια φορά ο Σάκης ο Τζέλντελμαν είχε πάει να δει μια γκόμενα στην Αρετσού, τρεις μέρες αργότερα πήρε στους δικούς του από Χανιά και είπε «είμαι με την Τζενάρα στην Κρήτη, στείλτε λεφτά», τρεις μέρες μετά γύρισε, χωρίς την Τζενάρα που είχε γνωρίσει έναν Γερμανό και τον χώρισε σε ένα βράδυ από τη Γερμανίδα μέσα στο ασιντάδικο και τη σπίτωσε σε ένα ξενοδοχείο, άρα, σου λέει, από Τούμπα μέχρι Καλαμαριά περνάς από Χανιά και μας έστειλαν εκεί. Αν ο Τζέντελμαν είχε φύγει μετανάστης στη Μελβούρνη, θα παίζαμε με τον Απόλλωνα στη Σρι Λάνκα, στο Εθνικό Στάδιο του Κολόμπο και θα βγάζαμε ένα σωρό συνθήματα με τέτοια ονομασία.

Στην παρουσίαση δεν έχω ιδέα τι έγινε και δεν είμαι πολύ σίγουρος τι είπα, αν είπα κάτι. Νομίζω πως μίλησα, αλλά δεν το ‘χω για σίγουρο. Υπάρχει σχετικό βίντεο, μα δεν το δέχεται ο εφέτης και θα μου μείνει η απορία. Οι παριστάμενοι, πάντως, είχαν την εντύπωση πως μίλησα, αφού με ρωτούσαν περί της ομιλίας μου, άρα τείνω προς αυτή την εξέλιξη. Σε κανονικές συνθήκες, ήθελα να μιλήσω για τον Σύνδεσμο των Χανίων που αποτελεί ολόκληρη πρεσβεία για όποιον δικό μας κατεβαίνει στην Κρήτη, για το βιβλίο και όσα με βοήθησε να πετύχω και να βρω στο κεφάλι μου, για τη δεκαετία που περικλείει και αντιστοιχεί στη δική μου ενηλικίωση, για τον αντίκτυπο που έχει ανάμεσα σε Παοκτσήδες και μη Παοκτσήδες, για χίλια δυο πράματα. Νομίζω πως τα είπα. Αν δεν τα είπα, τα σκέφτηκα. Η αίθουσα ήταν υπέροχη, ο κόσμος από κάτω κλασικά ήσυχος, επειδή ο οπαδός ξέρει να σέβεται την τέχνη, κάτι που είχαμε αντιμετωπίσει και στη Θεσσαλονίκη με μεγαλύτερο πλήθος και αγριότερες φάτσες καθώς είχανε έρθει πολλοί συνταξιδιώτες που είχα να δω δεκαετίες και μας είχε κάνει εντύπωση με τον Γιάννη, αυτοί ρε μόνοι τους είναι σε ένα δωμάτιο και μαλώνουν και πλακώνονται με τον καθρέφτη κι εδώ ήρθαν και μας ακούνε και χαμογελάνε και χειροκροτάνε και μας κοιτάζουν με μάτια που λάμπουν, τι παίζει. Για όποιον ενδιαφέρεται, πάντως, να λύσει το μυστήριο, ας ψάξει να βρει το βίντεο, εγώ αρνούμαι να δω τα μούτρα μου, με έχω βαρεθεί σαράντα τρία χρόνια τώρα, προτιμώ να βλέπω τους άλλους.

Κι εκεί που λες «πάει, τελείωσε», χαλαρώνεις, ξεφυσάς ανακουφισμένος που δεν γκρεμίστηκες από την καρέκλα από την αϋπνία και την κούραση και τις ΚΕΟ που ακόμα ρέουν στις φλέβες σου από την Κύπρο και στην ουσία αν ψάχνανε για αλκοόλ κι όχι για ναρκωτικά στα αεροδρόμια θα με είχαν βάλει για μεταμόσχευση συκωτιού -τώρα θυμήθηκα που ζήτησα από τον Γιάννη να κυκλοφορήσει βρώμα πως είμαι νεφροπαθής στους Χανιώτες, μπας και γλιτώσω τις τσικουδιές. Αλλά δεν έπιασε αυτό με τη νεφροπάθεια, μπαστακώθηκε δίπλα μου το Παοκτσάκι στο τραπέζι μετά την παρουσίαση, δίπλα στη θάλασσα, σε μια πόλη που μου θύμιζε την πόλη μου, την Καβάλα, με το καλντερίμι και τα μαγαζιά δίπλα στο κύμα, με τη διαφορά πως στα Χανιά σου πέφτει δίευρο βουτάς και το πιάνεις, ενώ στην Καβάλα πέφτει νταλίκα και την ψάχνουν δύτες για έναν μήνα. Και πιες λίγο να αναθαρρήσεις, ελαφρύ είναι, δικό μας κρασί, έπινα κι εγώ, ένα πράμα, ωραίο πράμα, αλλά ένα πράμα σαν βόλι στο λαρύγγι, σε κάθε γουλιά με ένιωθα που τιναζόμουν, έκαιγαν τα μέσα μου, ακόμα δεν είχα ξεσουρώσει από τις κυπριακές μπύρες, ακόμα δεν είχα κλείσει μάτι επί μιάμιση μέρα, είχα πετάξει από το ένα νησί στο άλλο, είχα κάνει βόλτες στην πόλη, είχα πιει πόσους φραπέδες για να την παλέψω, είχα μιλήσει μέχρι και στο ραδιόφωνο, ρε φίλε, τώρα το θυμήθηκα, μάλλον είχαμε πάει το μεσημέρι και τα είπαμε με τον Παναγιώτη, στην εκπομπή του, μιλήσαμε για το βιβλίο σε ζωντανή μετάδοση, που είχα να μιλήσω σε ραδιόφωνο από τη Δευτέρα Γυμνασίου που είχαμε παίξει ένα θεατρικό με την τάξη, ωραία χρόνια, ακόμα ο ΠΑΟΚ τότε είχε μόλις τέσσερα χρόνια χωρίς Πρωτάθλημα.

Το ήπιαμε και το παραήπιαμε το «δικό μας» το κρασί, μετά ήπιαμε και παραήπιαμε το άλλο «δικό μας» κρασί, αυτό που πίνουμε έξω απ’ την Τούμπα, αλλά χωρίς Λίμπρε, σκέτο, να καθαρίσει το προηγούμενο, ήρθαν και οι τσικουδιές, πλάκα με κάνετε, δεν σε κάνουμε, άντε γεια μας, καληνύχτα, πεθαίνω, όχι, μην πεθάνεις ακόμα, άλλο ένα και μετά, άντε γεια μας, άλλο ένα, άντε γεια μας, φτάσαμε να φεύγουν οι Χανιώτες κάποια στιγμή και να χαιρετάνε τους υπόλοιπους της παρέας και να χαιρετάω κι εγώ τους υπόλοιπους ως Χανιώτης και να φεύγω μαζί τους, τόσο κουρούμπελο, περπάτησα με τους ντόπιους κάνα χιλιόμετρο μέχρι να πάρει θάρρος να με ρωτήσει ένας από αυτούς «εσύ πού πας» κι εγώ ντράπηκα, ευτυχώς βρήκα να πω «ψάχνω περίπτερο για τσιγάρα», με πίστεψαν, δεν με πίστεψαν, δεν θα το μάθω, δεν έβλεπα τα μούτρα μου για να με ζυγίσω όπως με ζύγισαν, πήγα στο περίπτερο που μου δείξανε, με ρώτησε το παλικάρι «τι θέλετε, παρακαλώ», μετά ρώτησε «χάου κεν άι χελπ γιου, πλιζ», μετά απλώς έμεινε να με κοιτάζει για λίγο και ξαναγύρισε στο κινητό του, από εκεί και μετά δεν θυμάμαι. Στις έξι και μισή απογειώθηκε το αεροπλάνο για Αθήνα και με έπιασε ένα άγχος, πώς πέρασε η νύχτα, πώς βρέθηκα εδώ, πού πάει αυτό το αεροπλάνο. Με επανέφεραν οι αναταράξεις και η δεύτερη φορά που χάσαμε ύψος, μέσα στα σύννεφα του Αιγαίου. Το αεροπλάνο με πάει πίσω, με πάει Αθήνα κι από εκεί στη Θεσσαλονίκη, με έπιασε θλίψη, κατέρρευσα. Παρακάλεσα να με πήγαινε ξανά στα μεγάλα νησιά που βρήκα τόση αγάπη, τόσα φιλικά πρόσωπα, τόσες κουβέντες που έμειναν μισές ή μισοτελειωμένες επειδή ο γαμημένος ο χρόνος ποτέ δεν φτάνει όσος κι αν είναι διαθέσιμος. Αλλά έχει κι άλλα αεροπλάνα, να με ξαναπάνε. Ήδη τα αναζητώ.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038