Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

Απόκρουση

Απόκρουση

Ο Αλέξανδρος...

Έδρα

Έδρα

Κι όμως, οι...

Pontus

Pontus

- Yes? Yes? You listen?- Oh, of course it would be you.- Yes! Mr. Agent, where are you, little...

Φίατ

Φίατ

Τα μέλη ενός...

Honeycutt

Honeycutt

O Tyler Honeycutt έφυγε προχθές...

Ξεκούραση

Ξεκούραση

Τέτοια μέρα, πέντε...

Είμουν

Είμουν

H Άννα είχε την πρόνοια...

Πληθυσμοί

Πληθυσμοί

Η μοναδική «μικρή»...

Δολοφόνος

Δολοφόνος

Μέσα, στην τηλεόραση,...

  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54
  • Απόκρουση

    Απόκρουση

    Thursday, 09 August 2018 03:30
  • Έδρα

    Έδρα

    Monday, 06 August 2018 12:45
  • Pontus

    Pontus

    Sunday, 05 August 2018 22:25
  • Φίατ

    Φίατ

    Thursday, 12 July 2018 23:44
  • Honeycutt

    Honeycutt

    Monday, 09 July 2018 12:56
  • Ξεκούραση

    Ξεκούραση

    Thursday, 05 July 2018 22:07
  • Είμουν

    Είμουν

    Wednesday, 04 July 2018 11:52
  • Πληθυσμοί

    Πληθυσμοί

    Wednesday, 04 July 2018 11:22
  • Δολοφόνος

    Δολοφόνος

    Tuesday, 03 July 2018 12:26

publicΜας κατέστρεψε το Public. Αυτό ήταν. Τόσος πρόλογος, τόσες προσεκτικές επιλογές λέξεων, τόσες υπεκφυγές -όλα πήγαν στράφι. Από τον θρίαμβο της παρουσίασης τον Νοέμβριο, όπου ένα ολόκληρο θέατρο απάντησε στην ερώτησή μου από το βήμα «τι είναι όλα αυτά που γράφει το βιβλίο» με ένα συγχρονισμένο, ενθουσιώδες «ψέεεματααα» ώστε να το ακούσει η μάνα μου που στεκόταν πάνω-πάνω, στην είσοδο, μέχρι σήμερα που ανακάλυψα το απόλυτο κάρφωμα από τη γνωστή αλυσίδα καταστημάτων, τόσοι μήνες ασύλληπτου και ξεδιάντροπου ψεύδους πήγαν χαμένοι. «Πες μου, βρε πουλάκι μου, όλα αυτά που γράφει το βιβλίο εσύ τα έκανες; Πότε πήγες εσύ στην Αθήνα τόσες φορές, εσύ στην Αθήνα ποτέ δεν είχες πάει, έτσι μου έλεγες, μέχρι την Έδεσσα και τη Βέροια είχες φτάσει με το σχολείο, που κάνατε ξενάγηση στου Μπουτάρη και στα Τρία-Πέντε Πηγάδια, που με γύρισες σπίτι με ένα παπούτσι και δεν ήξερες πού είναι το άλλο, αχ, τζιέρι μου, τόσα χρόνια ψέματα με έλεγες, εμένα, τη μάνα σου». Όχι, ρε μάνα, τι ψέματα να σε πω, Αθήνα πρώτη φορά πήγα στα είκοσι τέσσερα, με την Άννα, για τη συναυλία των Metallica, πριν τις εκλογές -«ποια συναυλία, βρε χαμένε, δεν με είχατε πει πως χάσατε το βραδινό το λεωφορείο και την άλλη μέρα ήταν γεμάτα όλα επειδή είχε εκλογές και ήσασταν στο πρακτορείο από τις πέντε το πρωί και φτάσατε βράδυ πέντε λεπτά πριν κλείσουν οι κάλπες και παραλίγο δεν θα ψηφίζατε και θα έχανε το κόμμα δύο ψήφους; Πάλι με κοροϊδεύεις»; Δεν τα θυμάσαι καλά, μάνα -«εγώ, βρε, δεν τα θυμάμαι, που σηκώσανε έξι άνθρωποι την κυρά-Σοφία, ογδόντα χρονώ γριά, να πάει να ρίξει το σταυρωμένο κι εσείς τα γαϊδούρια κάνατε βόλτες στις συναυλίες; Στην Αθήνα; Ααα, αχ, ποιος ξέρει πόσα ψέματα ακόμα με έχεις πει».

Μυθιστόρημα είναι, ρε μάνα. Μυθιστόρημα. Από το μυαλό μου τα έβγαλα όλα αυτά. Ούτε στα γήπεδα έτρεχα τόσο πολύ, ούτε σε Αθήνες και Λιβαδειές και Τρίκαλα είχα πάει, σοβαρέψου. Δηλαδή αυτοί που γράφουν για άλλους πλανήτες τι σημαίνει, πως έχουν πετάξει στο διάστημα; Πως έχουν δει εξωγήινους; Δηλαδή αυτός που έγραψε το Σταρ Τρεκ, ναι, εκείνο με τον αυτιά, δηλαδή έχει πάει στο διάστημα δηλαδή; Έλα, ρε μάνα, ψέματα γράφω, ιστορίες, όπως τα Άρλεκιν που διάβαζες, έχω φαντασία μεγάλη, το ξέρεις. Κάτι κάναμε. Έπαιρνε τηλέφωνο όποτε έφτανε σε επικίνδυνη σελίδα. «Με την αστυνομία αυτά που πλακώνεσαι πού τα σκέφτηκες; Φαντασία είναι κι αυτό»; Ε, τόσες ταινίες έχω δει, ξέρω πώς είναι. «Κι αυτό με τα αντίδωρα που κλέψατε από την εκκλησία; Αμαρτία, παιδί μου, τι πράματα είναι αυτά που γράφεις». Αμαρτία θα ήταν άμα το έκανα, ρε μάνα, όχι που σκέφτηκα εκεί πέντε βλακείες και τις έγραψα σε βιβλίο, αμάν, ξεκόλλα επιτέλους. «Καλά, γιαβρί μ’, ξέρεις, μάνα είμαι, είπα κι εγώ, τόσα χρόνια να με λέει ψέματα το ίδιο μου το σπλάχνο, καταλαβαίνεις». Καταλαβαίνω, ρε μάνα, αλλά πρέπει να καταλάβεις κι εσύ πως εμείς οι συγγραφείς, ασούμε, είμαστε περίεργοι, έχουμε μεγάλη φαντασία, ασούμε, μην τα πιστεύεις, πες πως είναι ένα παραμυθάκι. «Καλά, αγόρι μου, έφαγες πρωινό σήμερα»; Σαράντα δύο χρονών είμαι, ρε μάνα, άσε με τώρα. «Και εκατό σαράντα δύο να φτάσεις, το πρωινό είναι σημαντικό, μην πίνεις φραπέδες με άδειο στομάχι, σε ξέρω».

Το διάβασε το βιβλίο, τελείωσε το μαρτύριο. Καταλήξαμε πως μερικά είναι αλήθεια (τα πιο ανώδυνα), αλλά τα περισσότερα είναι από ιστορίες «που έχω ακούσει να έχουν συμβεί σε άλλους αλλά δεν θέλω να γράφω τα ονόματά τους επειδή, ρε μάνα, παντρεμένοι άνθρωποι είναι με παιδιά και γυναίκες και δουλειές, να μην τους εκθέτω» μέχρι παραμύθια που σκάρωσα με τη φαντασία μου. Και πάνω που το ξεπεράσαμε το μεγάλο σοκ, που σιγά μην με πίστεψε, εδώ που τα λέμε, έρχεται το Public και μας διαλύει όλο το έργο. «Μια Εποχή Στο Τσιμέντο, υποψήφιο στην κατηγορία ελληνικό Non-Fiction», πλάκα μου κάνουν οι τύποι. Ρε τι «Non-Fiction», θα φάμε ξύλο που δεν φάγαμε όταν σπάσαμε τη σόμπα με την καρέκλα, που κάθε μέρα με έπρηζε, μην κουνιέσαι πέρα-δώθε με την καρέκλα, θα κάνεις καμιά ζημιά κι εγώ δεν σταματούσα το πέρα-δώθε επειδή έπρεπε να ακολουθώ τον ρυθμό του Charlie στα ντραμς που είχα στα ακουστικά, έπεσε η καρέκλα, έπεσα κι εγώ, πάει το τζαμάκι της σόμπας, έμεινε φαφούτα, άντε να βρεις ανταλλακτικό εκείνα τα χρόνια, μάνα, πονάει το κεφάλι μου, να σε το σπάσω τώρα το κεφάλι να δεις πώς θα πονάει. «Non-Fiction», λέει, δηλαδή «λογοτεχνικό έργο όπου ο συγγραφέας εγγυάται πως τα γεγονότα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις που παρουσιάζει είναι αληθή». Και κάπου εδώ αρχίζει το νέο μαρτύριο, εν μέσω Μεγάλης Εβδομάδας, τι σύμπτωση.

Να πάρουμε κανένα βραβείο κι άντε πάλι να εξηγείς. «Τι βραβείο είναι αυτό, ψυχούλα μου»; Εμ, ασούμε, βραβείο καλύτερου βιβλίου. «Ναι, αλλά εδώ τι γράφει, Νον-Φικτιόν, τι σημαίνει αυτό»; Είναι ένας Κόμης, Αυστριακός, ασούμε, ο Λούντβιχ Νον Φικτιόν, που ήταν μεγάλος συγγραφέας και πήρε το βραβείο το όνομά του. Ντάξει, το σώνεις για αρχή. Και πάει καμιά γειτόνισσα, απ’ αυτές τις κακίστρες, τις οχιές που την τριγυρίζουν, αυτές που «καλέ, ο γιος σου στις οχτώ το πρωί από πού γύριζε χθες» και «καλέ, τον έδειξε η τηλεόραση χθες τον γιο σου που είχε μπει στο γήπεδο του Ηρακλή και κυνηγούσε έναν ποδοσφαιριστή», που η μάνα μου απαντούσε «ο γιος μου χθες όλη μέρα ήταν στου Μιχάλη και παίζανε Ατάρι», και της λέει «καλέ, τι μας έλεγες πως είναι μυθιστόρημα, αφού στο μυθιστόρημα κέρδισε άλλος, ο γιος σου κέρδισε στα βιβλία που γράφουν αλήθειες, α πα πα, δηλαδή αλήθεια είναι όλα αυτά που γράφει, αχ, καψερή μάνα, πόσο θα ντρέπεσαι τώρα για όσα έχει κάνει το παιδί σου κι εσύ ιδέα δεν είχες». Θα της απαντήσει, εννοείται, «ο γιος μου τριάντα χρόνια τώρα σε γήπεδο δεν έχει μπει, ούτε από την τηλεόραση δεν του αρέσει να βλέπει μπάλα, μόνο εκπαιδευτική τηλεόραση έβλεπε μικρός και τώρα νικελόντεον με τις κόρες του», αλλά από μέσα της θα ξέρει. Το ένστικτο της μάνας δεν λαθεύει ποτέ. Και για καιρό, θα σκέφτεται από μέσα της «βρε λες να είναι αλήθεια όλα αυτά στο βιβλίο και να με κοροϊδεύουνε συνεννοημένοι όλοι αυτοί οι μαντράχαλοι οι φίλοι του; Μπα, η γυναίκα του, η νυφούλα μου, ποτέ δεν θα με κορόιδευε. Ποτέ. Αυτή είναι καλό παιδί. Βρε λες»;

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB

 
 
 
 

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

48 The Wall

365048

47 Appetite For Destruction

365047

46 Speak English Or Die

365046

45 Μέσα Στη Νύχτα Των Άλλων

365045

44 Hell Awaits

365044

43 Ζωή

365043

42 L’Enfant Sauvage

365042

41 Leprosy

365041

40 Piel y Hueso

365040

39 Back Τo Black

365039

38 System Of A Down

365038