Δεν

Δεν

Το Σάββατο, όπως...

Επέτειος

Επέτειος

Το «Μια Εποχή Στο...

Μπάτσων

Μπάτσων

Ποτέ δεν είσαι...

Μαργαρίτης

Μαργαρίτης

Στις 17 Δεκεμβρίου...

Ασταδιάλα

Ασταδιάλα

Ναι, ρε Παοκάρα, ναι,...

Cobalt

Cobalt

Αυτός είναι ο Φώτης....

Zωές

Zωές

Τους παρατηρούσα...

Σχέδιο

Σχέδιο

Ο μπαμπάς μόλις είχε...

Απορία

Απορία

Πλησίαζε το...

Άουτ

Άουτ

Η «Τούμπα-Κόλαση»...

Ζάχαρο

Ζάχαρο

Το κυλικείο της 4...

Ranking

Ranking

Από την έναρξη του...

  • Δεν

    Δεν

    Tuesday, 06 November 2018 14:41
  • Επέτειος

    Επέτειος

    Friday, 02 November 2018 15:39
  • Μπάτσων

    Μπάτσων

    Thursday, 01 November 2018 22:47
  • Μαργαρίτης

    Μαργαρίτης

    Tuesday, 30 October 2018 23:33
  • Ασταδιάλα

    Ασταδιάλα

    Thursday, 25 October 2018 23:58
  • Cobalt

    Cobalt

    Friday, 19 October 2018 22:56
  • Zωές

    Zωές

    Friday, 19 October 2018 01:22
  • Σχέδιο

    Σχέδιο

    Wednesday, 10 October 2018 18:36
  • Απορία

    Απορία

    Thursday, 27 September 2018 08:48
  • Άουτ

    Άουτ

    Sunday, 23 September 2018 11:26
  • Ζάχαρο

    Ζάχαρο

    Sunday, 23 September 2018 01:11
  • Ranking

    Ranking

    Wednesday, 15 August 2018 18:54

xamogelaΟ δικός μου ΠΑΟΚ είναι μια παρέα με ασπρόμαυρα ρούχα και ασπρόμαυρα μαλλιά, μεσημέρι Κυριακής, πριν από το ματς, σ’ έναν καφενέ. Πίνει, καπνίζει, λάμπει παρακολουθώντας τη βροχή έξω από το παράθυρο και ανυπομονεί να τη συναντήσει λίγες ώρες μετά, στο τσιμέντο, να την ανακατέψει με τον ιδρώτα από το χοροπηδητό και το τραγούδι. Κοιτάζει κάθε λίγα λεπτά το ρολόι στο κινητό, παραγγέλνει ένα ακόμα πριν τελειώσει αυτό που πίνει, το μυαλό ταξιδεύει στο πέταλο που τον περιμένει σαν έρημο σπίτι, μοναδική του πατρίδα και καταφύγιο. Και χαμογελάει ασταμάτητα -χαμογελάει σφίγγοντας χέρια, χαμογελάει αγκαλιάζοντας, χαμογελάει βρίζοντας, χαμογελάει θυμωμένος ή χαρούμενος ή βυθισμένος σε σκέψεις. Όλα τα κύτταρά του διαφορετικά αλλά όλα το ίδιο χαμόγελο.

Τους ξέρω από το σχολείο, από πριν ξυρίσουν το χνούδι στο μάγουλό τους για πρώτη φορά, από τον καιρό που έπρεπε να προσπαθούμε για να μην ακούγεται η φωνή μας σαν παιδική και μας κοροϊδέψουν οι μεγάλοι. Τους ξέρω από τη λάσπη της Λιβαδειάς και της Δράμας, από το πάνω διάζωμα του ΟΑΚΑ, από τα φτηνά καρεκλάκια μιας γειτονιάς της Αθήνας που έσπαζαν ακόμα κι όταν δεν ήθελες να τα σπάσεις και έκανες ασυναίσθητα μια χειρονομία «συγνώμη» στους απέναντι, από τα πρώτα μας σκαρφαλώματα στο κάγκελο ενός γηπέδου που μας πότισε για πάντα με τη μυρωδιά του καμένου και της γιορτής. Τους ξέρω από τα δεκατέσσερά μου κι απ’ τα είκοσι δύο μου κι απ’ τα τριάντα μου κι από πέρσι. Τους ξέρω απ’ τις κουβέντες στο κατούρημα της Εθνικής, όταν δίναμε στα λουλούδια το άρωμά μας, απ’ τις σφιγμένες γροθιές της μεγάλης χαράς και της μεγάλης λύπης, από το αίμα τους που λέρωσε το φανελάκι μου, από το ταρακούνημα για να τους επαναφέρουμε από τη λιποθυμία, από τις χορογραφίες με τα κουρτινάκια στον ηλεκτρικό, από τη γαλαρία που χωρούσε δώδεκα άτομα στην επιστροφή, από τον ήχο του γκλομπ στις πλάτες τους κι από τον ήχο της κλοτσιάς τους στις ασπίδες. Τους ξέρω, έναν-έναν, από τον καθρέφτη μου.

Τα αγόρια άρχισαν να γκριζάρουν. Τα μαύρα μαλλιά και τα μούσια γίνονται ασορτί με τα κασκόλ και τα μπλουζάκια τους. Χάσαμε λίγα δόντια, πετάξαμε ρυτίδες, κάποιοι σκεπάζουν το λειψό τριχωτό με καπέλα ή σκούφους. Βήχουμε συχνότερα, κατουράμε συχνότερα, γκρινιάζουμε συχνότερα. Αλλά πάντα χαμογελάμε. Τα κορίτσια κρύβουν το γκρίζο με χημικά, δείχνουν χρόνια νεότερες και, αν ξεχαστείς, πιστεύεις πως είσαι κι εσύ τόσο όμορφος όσο οι συνομήλικες φίλες σου που τις γνώρισες με περίεργες φράντζες και μια αρμαθιά σκουλαρίκια και τώρα τις έχεις ακόμα δίπλα σου το ίδιο χαμογελαστές όπως τότε, μετά από εγκυμοσύνες, γέννες κι εκείνη την αρχαία κατάρα τους να πρέπει διαρκώς να αποδεικνύουν πως έχουν μια θέση δίπλα σου αν κι εσύ ούτε που το σκέφτηκες ποτέ.

Έφτασαν από το παραδιπλανό στενό ή την άλλη μεριά της Γης, με τσέπες όπου κουδουνίζουν όσα ψιλά είχε το τραπεζάκι στο χολ ή με τσέπες γεμάτες από τον μισθό της ξενιτιάς, έφτασαν με άδειες από τις δουλειές ή σκαστοί ή με χίλια δυο κόλπα, με τρένα, αυτοκίνητα, αεροπλάνα, λεωφορεία. Άφησαν ρεύμα ή νοίκι απλήρωτο για το ταξίδι, μάλωσαν με συζύγους ή συντρόφους ή οικογένειες, έψαξαν πρίζες για την αναπάντητη πως όλα καλά, κοίταξαν στα μάτια τον απέναντι παραγγέλνοντας για να πάρουν την επιβεβαίωση πως θα τους καλύψει. Είδαν ένα πακέτο τσιγάρα να τους έρχεται στην αγκαλιά από τον διπλανό τους. Καμιά φορά χρειάστηκε να ξανασυστηθούν επειδή έχει περάσει καιρός από την προηγούμενη συνάντηση με κάποιον από την παρέα. Άλλαζαν συνομιλητή διαρκώς, επαναλάμβαναν το καθετί επειδή όλοι ήθελαν να το μάθουν κι επειδή όλοι ήθελαν να μάθουν τα πάντα για τους πάντες γύρω τους, όσα είχαν συμβεί από την τελευταία φορά. Κάθε που άνοιγε η πόρτα άνοιγαν και τα χαμόγελα, έφταναν ως τ’ αυτιά, πιο διάπλατα κι απ’ αυτά στο άκουσμα μιας νίκης ή μιας καλής μεταγραφής.

Αυτοί οι τύποι κι αυτές οι τύπες με τα ασπρόμαυρα έχουν περάσει τα τελευταία τριάντα τρία χρόνια ταξιδεύοντας, τραγουδώντας, γεμίζοντας τα κορμιά τους με σημάδια, με αλκοόλ, με μελανιές, με πληγές, με ουσίες. Γεμίζοντας τις καρδιές τους με αγάπη, ζώντας από την αγάπη και για την αγάπη, παιδιά ενός ξυπόλητου Θεού που τους έκανε ιεραπόστολους σε κάθε πέταλο που γέμισε με τις κραυγές και το δάκρυ τους. Συνήθισαν να χάνουν, συνήθισαν να χάνουν με κάθε τρόπο, συνήθισαν να χάνουν από την αρχή ως το τέλος και συνήθισαν να ζουν γνωρίζοντας πως δεν θα φτάσουν στο τέλος όποια κι αν είναι η διαδρομή. Τριάντα τρία χρόνια πέφτουν και τριάντα τρία χρόνια σηκώνονται, τραγουδάνε, αγκαλιάζονται, χαμογελάνε, πάντα χαμογελάνε, ώσπου να ξαναπέσουν για να ξανασηκωθούν. Δεν τους πολυενδιαφέρει πώς λέγεται ο πρόεδρος ή ο προπονητής ή ο σέντερ φορ, δεν τους πολυενδιαφέρει πώς λέγεται ο αντίπαλος. Δεν μισούν κανέναν επειδή φοράει κασκόλ άλλου χρώματος, γνωρίζουν πως το μίσος είναι το απόλυτο δηλητήριο και το αποφεύγουν επειδή τους αρέσει η ζωή που τους έλαχε, όπως τους έλαχε. Ένιωσαν αδικία, ένιωσαν απογοήτευση, λίγη χαρά σκόρπια μία στις τόσες, είδαν γενιές εγκληματιών να παρελαύνουν μπροστά στα μάτια τους κι αυτοί ανήμποροι να κάνουν οτιδήποτε απλώς συνέχιζαν το τραγούδι. Αλλά το χαμόγελό τους δεν χάθηκε ποτέ.

Το απόγευμα της Κυριακής, για πρώτη φορά από την πρώτη μέρα που τον συνάντησα, ο δικός μου ΠΑΟΚ έχασε το χαμόγελό του. Το πιο ακριβό, το πιο πολύτιμο στολίδι του, την πηγή της ζωής του. Δεν το έχασε ποτέ, σε τόσες ήττες, τόσες καταστροφές, τόσες ξεφτίλες, τόσες κούφιες, σιωπηλές επιστροφές, δεν το έχασε σε κρατητήρια και επείγοντα και κλούβες και ντου και κυνηγητά -και το έχασε επειδή ο αντίπαλος τον φοβήθηκε και το ‘βαλε στα πόδια πριν καν αρχίσει η μάχη στο χόρτο.

Ο δικός μου ΠΑΟΚ δεν θέλει να τον φοβάται κανείς, δεν έχει τέτοια συμπλέγματα. Και δεν ξέρω τη συνέχεια, αλλά κάτι μου λέει πως δεν θα αργήσει να το πάρει πίσω και οι κλέφτες του χαμόγελου θα το πληρώνουν μέχρι να εξαφανιστεί κι ο τελευταίος από το παράλληλο σύμπαν της Αγίας μας Μπάλας, από τους σκηνοθέτες και τους σεναριογράφους μέχρι τον τελευταίο κομπάρσο της άθλιας, κακοπαιγμένης παράστασης, επειδή η παρέα με τα ασπρόμαυρα ρούχα και τα ασπρόμαυρα μαλλιά μπορεί να χωράει ολάκερη μέσα σε έναν καφενέ αλλά είναι μεγαλύτερη από τους πέντε ξεφτίλες που θα χρειαστεί να κάνουμε στην άκρη για να το ξαναβρούμε. Κι ας είναι μονάχα για να μπορούμε να τραγουδάμε ξανά βλέποντας ήττες, καταστροφές και απώλειες για άλλα τριάντα τρία χρόνια.

Για τους περισσότερους γύρω μας, η ύψιστη ανταμοιβή είναι να χειροκροτήσουν μια υψωμένη κούπα. Για εμάς, να συνεχίσουμε να χαμογελάμε. Παράλληλοι κόσμοι, που συναντιούνται μόνο για ενενήντα λεπτά τη φορά. Αλλά είναι, πια, τόσο βαριά η σιδερένια μπάλα που σέρνουμε τις υπόλοιπες μέρες, που οι Κυριακές, μεσημέρια, πριν το ματς, μοιάζουν τα πιο ισχυρά αναλγητικά και ο μόνος τρόπος επαναφόρτισης του χαμόγελου για να την παλεύουμε από Δευτέρα. Κι είναι η πρώτη Δευτέρα που μας βρήκε άδειους. Στεγνούς. Δίχως χαμόγελα. Δεν πρέπει να υπάρξει άλλη τέτοια Δευτέρα.

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

FB