Εμπόρευμα

Εμπόρευμα

Έχω τις πρώτες μου...

Κονόμα

Κονόμα

Κάποια Σάββατα με...

Συγγνώμη

Συγγνώμη

Ζητώ δημοσίως...

Αργεντινή

Αργεντινή

Οι πρώτες μου...

Μαμά

Μαμά

Στο μπαλκόνι είχε...

Προσφορά

Προσφορά

Τι έχει προσφέρει...

Ρουφιάνος

Ρουφιάνος

Η κουλτούρα του...

Ιδρώτας

Ιδρώτας

Δυστυχώς, στο...

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

WC 2018 - Σουηδική Αραβία

To μεγαλύτερο...

WC 2018 - Ρωσία

WC 2018 - Ρωσία

Για το αφιέρωμά μας...

Μαϊντανός

Μαϊντανός

Άντε ρε από ‘δώ που...

Αγγαρεία

Αγγαρεία

Μπορεί να ήταν...

  • Εμπόρευμα

    Εμπόρευμα

    Wednesday, 13 June 2018 10:35
  • Κονόμα

    Κονόμα

    Friday, 08 June 2018 12:57
  • Συγγνώμη

    Συγγνώμη

    Thursday, 07 June 2018 00:06
  • Αργεντινή

    Αργεντινή

    Wednesday, 06 June 2018 13:19
  • Μαμά

    Μαμά

    Saturday, 02 June 2018 18:14
  • Προσφορά

    Προσφορά

    Thursday, 31 May 2018 20:20
  • Ρουφιάνος

    Ρουφιάνος

    Thursday, 31 May 2018 13:49
  • Ιδρώτας

    Ιδρώτας

    Wednesday, 30 May 2018 18:40
  • WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    WC 2018 - Σουηδική Αραβία

    Wednesday, 30 May 2018 15:39
  • WC 2018 - Ρωσία

    WC 2018 - Ρωσία

    Wednesday, 30 May 2018 13:19
  • Μαϊντανός

    Μαϊντανός

    Tuesday, 29 May 2018 14:50
  • Αγγαρεία

    Αγγαρεία

    Monday, 28 May 2018 13:28

2017 173 Ιανουαρίου, Λιβαδειά

Είσοδος

- Η μικρή δεν μπορεί να μπει μαζί σας.
- Γιατί δεν μπορώ;
- Επειδή δε χωράς μαζί με τον μπαμπά.
- Χωράω.
- Θα σου ανοίξω από δίπλα.
- Μα τόσες φορές το έχω κάνει στο γήπεδό μας, γιατί εδώ δεν μπορώ;
- Δεν χωράνε δύο άτομα.
- Ό,τι να 'ναι μας λέει αυτός, μπαμπά.

Έλεγχος

- Τι έχεις στην τσάντα;
- Ζαχαρωτά.
- Όλη αυτή η σακουλάρα ζαχαρωτά έχει;
- Ναι. Μου τα πήρε χθες ο νονός μου.
- Θα μου δώσεις ένα;
- Όχι.

Ημίχρονο

- Ηλέκτρα, ο μπαμπάς σε αυτό το γήπεδο έρχεται τέταρτη φορά κι ακόμα γκολ δεν έχει βάλει.
- Θα βάλουμε σήμερα, μην ανησυχείς.
- Ναι, αλλά είπες 0-3 κι ακόμα τίποτα.
- Ξέρεις κάτι; Τελικά θα βάλουμε μόνο ένα γκολ. Θα κερδίσουμε, αλλά μόνο 0-1.

Η τελειότερη μέρα που έχουμε περάσει ως οικογένεια, η πρώτη ποδοσφαιρική εκδρομή της Χουλιγκάνας μετά την καταδρομική της εμφάνιση στις ξύλινες κερκίδες της Καλαμίτσας που την κατάπιαν και έλειπε από τις φωτογραφίες επειδή προσπαθούσαμε να τη βγάλουμε από την τρύπα όπου είχε πέσει. Το 2017 μπήκε ιδανικά, αλλά μας τα χάλασε λίγα λεπτά μετά την έναρξη του πρώτου ματς της χρονιάς. Από την Αθήνα, την επόμενη μέρα, είχα γράψει αυτό:

Ήταν μια μέρα που θα τη θυμόμαστε για πάντα. Για χίλιους δυο λόγους. Είχε και ορόσημα, που ούτως ή άλλως δεν τα ξεχνάς. Απλώς, ήταν μια τέλεια μέρα. Τέλεια. Στις πέντε το πρωί πάλευα ακόμα στο κρεβάτι να κοιμηθώ, γεμάτος, κουρασμένος, ευτυχισμένος, αλλά με την καρδιά τρύπια. Με έπιανε ο ύπνος για πέντε λεπτά, έβλεπα εφιάλτες, πεταγόμουν. Πέντε και πέντε. Ξανάκλεινα τα μάτια, ίσα που με άκουγα να βαριανασαίνω, ύπνος-ξύπνιος, κι άλλος εφιάλτης. Πέντε και δέκα. Ξημέρωνε κι ακόμα το πάλευα.

Είχα ξυπνήσει τη Χουλιγκάνα να φύγουμε για Λιβαδειά και ήμουν ο πρώτος που είδε να της λείπει το μπροστινό δόντι. Κουνιόταν μέρες τώρα, θα έπεφτε. Έπεσε. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα γέλια. Αυτή είχε βυθιστεί στον τρόμο, το έβλεπες στη ματιά της, δε βρίσκαμε το δόντι, πίστευε πως το είχε καταπιεί. Το βρήκαμε. Γέλασε και έλαμψε το σπίτι. Μιλούσε ψευδά, γελούσαμε, το διασκέδαζε. Κοιτιόταν στον καθρέφτη, «χα χα, δες πώς είμαι, έχω πολλή πλάκα». Καλά το πήρε. «Έτοιμη να ζητήσει κανένα κατοστάρικο είναι». Τουμπάραμε τη μικρούλα να πάει να ταΐσει τις πάπιες στον Εθνικό Κήπο με τη θεία και φύγαμε για την πόλη όπου δεν είχα βάλει ποτέ στη ζωή μου γκολ -εκτός από εκείνο του Μπερμπάτοφ πέρσι, που είχε ακυρωθεί.

Μετρό, κυλιόμενες, ηλεκτρικός, Περισός, ραντεβού με τους Αθηναίους και τον άλλο που είχε κατεβεί, ταξίδι στο χιονισμένο τοπίο. Ντου στη γνωστή ταβέρνα -κάποτε, πιτσιρικάδες, αγχωνόμασταν πώς θα φάμε χωρίς να πληρώσουμε. Τώρα αγχωνόμαστε να βρούμε τραπέζι. Βρίσκουμε. Τριγύρω οι πιο αγαπημένοι να κάνουν χαβά, να γελάνε, να συζητάνε για το παιχνίδι, τον Γκάρι, τα χάλια μας, τα αδέρφια μας. Να σταματούσε ο χρόνος, εκεί, στην ταβέρνα. Να ήταν η εκδρομή ένα μεγάλο τραπέζι και να μιλούσαμε αιώνια για τον ΠΑΟΚ. Η Χουλιγκάνα παιδεύτηκε να φάει σουβλάκι, δεν τα κατάφερε. Έλειπε το δόντι. Της πρότεινα να δοκιμάσει τζατζίκι. Έτρωγε ως το βράδυ. Ακόμα μυρίζει τζατζίκι το σπίτι. «Όταν πάμε σπίτι να αγοράσουμε, θα τρώω κάθε μέρα, τέλειο είναι». Βουτούσε τις πατάτες στο τζατζίκι, εμείς κάναμε κόντρα σουβλάκια που από την παραγγελία ενημερώσαμε πως εμείς σουβλάκια θα πληρώσουμε κι αν μας φέρει καλαμάκια δεν αναγνωρίζουμε τίποτα, από γύρω ο Νότος κι ο Βορράς που είχε κουβαληθεί, μια ομορφιά, ο πραγματικός ΠΑΟΚ, τα αδέρφια μας, ήσουν μαζί τους και δε σε ένοιαζε τίποτα. Έχασα, 10 ο Μήτσος, 9 ο Σωτήρης, 8 εγώ και μισό που άφησε η Χουλιγκάνα. Ο Μήτσος κέρδισε με ανατροπή, έχανε στο ημίχρονο -στην πόλη του Κομπότη ήμασταν, κέρδισε με διπλό ημίχρονο, άσο τελικό.

Ο Νίκος μου έκοψε τα φτερά. Του είπα πως έχω μαζί μου πράγματα να πάω αύριο στο Τζάννειο. Έδωσε ο Σύνδεσμος κάτι για τον Σάκη και τα παιδιά του. «Αδερφέ μου, αύριο πιο πιθανό είναι να πάμε στην κηδεία, όχι στο νοσοκομείο. Δύσκολα είναι». Η μία οικογένεια, η δική μου, περνούσε την τέλεια μέρα της, σε μια άλλη οικογένεια, στον Πειραιά, έπεφτε το σκοτάδι. «Έτσι είναι η ζωή», είπε ένας άλλος. Όχι, αδερφέ μου. Δεν είναι έτσι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι έτσι. Δεν είναι ζωή αυτό το πράμα. Δεν μπορεί να σε παίρνει στα 48.

Για λόγους που δεν έχουν και πολλή σημασία, με τον Σάκη ήρθαμε κοντά τώρα τελευταία. Είχαμε δει το ματς με τον Ηρακλή στον Πανελλήνιο, τα είχαμε πει με την ΑΕΚ που είχαν έρθει στην Τούμπα, βρεθήκαμε στη Νέα Σμύρνη. Δώσαμε ραντεβού για καφέ αυτή την εβδομάδα, που θα ήμουν Αθήνα. «Θα έχω και την οικογένεια», του είπα. «Ε, πάρ’ τους όλους κι ελάτε από το σπίτι, να γνωριστούμε οικογενειακώς». Πριν ή μετά τη Λιβαδειά, αρχίσαμε να το συζητάμε, μεγάλο πρόβλημα, τι να σου πω. Αν θα βρεθούμε στις 2 ή στις 4 του μήνα. Όταν κάνεις σχέδια, τι ειρωνεία.

Η Χουλιγκάνα το καταχάρηκε. Παρκάραμε και μακριά, κάναμε γύρους, φτάσαμε στο γήπεδο με τους αγενείς μπάτσους του Νότου που δε γελάνε για να μη χαλάσουν την αγριάδα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος της ζήτησε ένα ζαχαρωτό και δεν έδωσε. «Θα μου δώσεις ένα ζαχαρωτό»; «Όχι». Είπε «όχι» σε άνθρωπο. Τα παιδιά δεν τα κοροϊδεύεις, την είδε τη ματιά του, τη ζύγισε, του έβαλε «Χ». Ένας από πίσω έκανε χιούμορ, «τα ναρκωτικά κρύβουν εκεί μέσα». Ποιος δικαστής θα με έκλεινε μέσα αν του έχωνα μία στη μάπα εκείνη τη στιγμή, του πουτάνας γιου.

Και στο χορτάρι η ίδια βαρεμάρα. Καλομάθαμε, ντάξει, έζησα καμιά εικοσαετία ακολουθώντας τον ΠΑΟΚ εκτός έδρας όπου το «διπλό» ήταν inside joke, το λέγαμε και δεν το πιστεύαμε, λες και από συνήθεια. Τώρα το διπλό είναι πραγματικός στόχος, χαλιόμαστε όταν δεν έρχεται, τους κλείνουμε εβδομήντα λεπτά και γκρινιάζουμε επειδή έχουμε χασογκόληδες και καλή η κατοχή αλλά δεν έχουμε σκόρερ και «αφήνουμε δυο βαθμούς σε κάθε χωριό». Κι εγώ τα λέω αυτά, όχι μόνο οι δίπλα. Ξεχνάω, έγινα νεόπλουτος. Σ’ αυτό το γήπεδο έχω χάσει στο 90’ από τον Μπλέτσα.

Τα είπα με πενήντα ανθρώπους χθες. Μπορεί και περισσότερους. Πόσα είπαμε, γέμισα μπαταρίες, άλλο να τα λες από το μηχάνημα, άλλο να τους κοιτάς μέσα στα μάτια. Ένας από τους πιο αγαπημένους παλιούς ξαναείπε κάτι που τον έχω ακούσει να λέει κάποτε σε παρόμοια κουβέντα: «Εμείς πηγαίναμε και για τον ΠΑΟΚ αλλά και για να βλέπουμε την ομαδάρα μας τότε. Εμείς βλέπαμε Κούδα, Σαράφη, απίστευτη μπάλα, ταξιδεύαμε παντού, αλλά είχαμε και την καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα. Και είχαμε και τον Μανάβη, δεν κωλώναμε πουθενά, είχαμε μπροστά τον Μάκη, τι να φοβηθείς όταν έχεις αυτόν, τον στρατηγό. Εσείς είστε καλύτεροι Παοκτσήδες από εμάς. Εσείς, τα πιτσιρίκια. Πηγαίνετε παντού, σας βλέπω σε όλα τα γήπεδα, βόρειοι, νότιοι, τρέχετε στον ΠΑΟΚ και βλέπετε αυτό το χάλι στο χόρτο. Σας παραδέχομαι». Έλεγε, δηλαδή, πως η παλιά μας γενιά είχε και την αιτία και την αφορμή. Εμείς έχουμε μόνο την αιτία. Και σκέφτηκα «εμείς» επειδή, στην ουσία, κι εγώ στους «πιτσιρικάδες» που έλεγε ανήκω, σαράντα ένα έφτασα αλλά ακόμα την αφορμή δεν τη βρήκα, από το 1989 που τρέχω στον ΠΑΟΚ ομάδα δεν είδα να παίζει μπάλα σπουδαία ποτέ.

Η μισή κερκίδα με άσπρα μαλλιά. Από τη μία χαιρόμουν που ήξερα τις φάτσες, που αντέχουν ακόμα να τρέχουν και να τραγουδάνε και να χοροπηδάνε, από την άλλη σκεφτόμουν πως θα έπρεπε να είμαστε οι εξαιρέσεις. Να πιάνουμε μια γωνιά η γερουσία και μπροστά μας να θαυμάζουμε τα νέα τσακαλάκια που θα μας έδιναν το ρυθμό. Το είπα και στον Μισαήλ, που έχει μία από τις πιο καθαρές ματιές που έχω δει στην κερκίδα: «Όταν μείνουμε σπίτι, όταν κουραστούμε εμείς με τα άσπρα μαλλιά, ποιος θα μείνει». Δεν είχε απάντηση. Κανείς δεν έχει. Κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος τρόμος μου για το μέλλον, που γερνάμε οπαδικά και η αναλογία δε λέει να αλλάξει, να μας βάλουν στην άκρη οι νέοι, να μας κάνουν μειοψηφία.

Ωραία κερκίδα. Ασταμάτητη. Η κλασική κερκίδα του εκτός έδρας. Δε βοήθησε η ομάδα, μας έκανε, έστω, το δωράκι στο τέλος για να γυρίσουμε με χαμόγελο. Ξαναπήγαμε ταβέρνα στο γυρισμό, η Χουλιγκάνα ήθελε να ξαναφάει τζατζίκι. Μεγάλη ανακάλυψη. Έμαθε πολλά χθες. Της έκαναν εντύπωση τα τατουάζ ενός φίλου, τα χάιδευε, «τι σημαίνει αυτό». 1-2-4, φώναζε μετά στην κερκίδα, «το 3 δεν το λέμε». «Στο γήπεδο δεν το λέμε, μην μπερδευτείς στο σχολείο, καλά»; «Ναι, ρε μπαμπά, δεν είμαι μικρή, ξέρω». Στο «Σάκη, ζεις, για πάντα Παοκτσής» ρώτησε γιατί το φωνάζουμε και τι σημαίνει. Της είπε η μάνα της πως ο Σάκης είναι ένας Παοκτσής που πάντα έρχεται στο γήπεδο και σήμερα λείπει, γι’ αυτό το φωνάζουμε, για να του δείξουμε πως δεν τον ξεχνάμε επειδή δεν ήρθε σε έναν αγώνα. Νωρίτερα, στην ταβέρνα, δεν ήξερε πως μιλούσε με τον τύπο που είχε εμπνευστεί πριν από χρόνια πολλά αυτό που έγραφε το μπλουζάκι της, το σκεφτόμουν για ώρα, δύο γενιές που τις ένωνε ένα σύνθημα, «ξέρω πως είσαι μια ουτοπία».

2017 1618 Μαρτίου, Αλεξάνδρειο.

Ο ΠΑΟΚ χάνει με 3-1 από τον καλύτερο Ολυμπιακό στο Παλέ και οι οπαδοί του αναγνωρίζουν την αγωνιστική ήττα, συνεχίζοντας την παράδοση να δίνουμε όλα τα Κύπελλα στους γαύρους και να παίρνουμε τα Πρωταθλήματα. Απ’ έξω ζούμε μεγάλες στιγμές, προσπαθώντας να βρούμε τρόπο να μπούμε στο γήπεδο και κάποιοι από εμάς τα καταφέρνουν. Αυτοί που δεν τα καταφέρνουν βρίσκονται αντιμέτωποι με την κλασική συμπεριφορά των ματατζήδων, με συνέπεια να περάσουμε ένα όμορφο απόγευμα πάνω στην Εγνατία, αρχικά υποχωρώντας για να αποφύγουμε τα κλομπ και στη συνέχεια αντεπιτιθέμενοι για την ισορροπία της μάχης. Ώρα μετά τον αγώνα, ένας φίλος με ενημερώνει πως τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα έζησα ως παρόντας στην είσοδο του Αλεξάνδρειου, αλλά διαφορετικά, δηλαδή όπως τα έγραψε το sdna και όπως τα είπε η Αφροδίτη Σπηλιώτη, μια ρεπόρτερ του Alpha στην οποία έστειλα την ίδια μέρα ένα μήνυμα κι ακόμα να μου απαντήσει.

- Κάνατε ντου να μπείτε χωρίς προσκλήσεις;
- Όχι, ρε, δεν έμπαινες χωρίς πρόσκληση την ώρα που πήγαμε, απλώς σκεφτόμασταν τι να κάνουμε.
- Αφού είπανε πως κάνατε ντου.
- Ποιος το είπε;
- Το sdna.

Το sdna, λοιπόν. Τι γράφει το sdna: «Ένταση επικράτησε μεταξύ αστυνομίας και οπαδών του ΠΑΟΚ πριν την έναρξη του ημιτελικού κυπέλλου με αντίπαλο τον Ολυμπιακό στο Αλεξάνδρειο. Οπαδοί της ομάδας της Θεσσαλονίκης επιχείρησαν να μπουν στο κλειστό χωρίς προσκλήσεις με αποτέλεσμα η αστυνομία να μην τους επιτρέψει την είσοδο. Τότε τα… αίματα άναψαν με αποτέλεσμα να σημειωθούν επεισόδια, με τους οπαδούς να πετούν πέτρες και φωτοβολίδες».

«Επικράτησε ένταση»; Ναι.
«Άναψαν τα αίματα»; Ναι.
«Επιχείρησαν να μπουν χωρίς προσκλήσεις»; Όχι.

Όχι, ρε φίλε, δεν έγινε τέτοιο πράμα. Ήμασταν ένα μέτρο από τη διμοιρία, στην είσοδο του Παλέ και προσπαθούσαμε να υπολογίσουμε ποιο είναι το κοντινότερο περίπτερο για να πάρουμε τσιγάρα πριν αρχίσει το ματς. Με τα έργα του Μετρό μπερδευτήκαμε, να πάμε από εδώ, να πάμε από εκεί -όπως το συζητάμε, μας απωθούν. Επειδή, λογικά, δημιουργούσαμε θέμα έτσι μαζεμένοι έξω από τα κάγκελα που είχαν απλώσει. Ενοχλούσαμε. Ήμασταν επικίνδυνοι, θεωρητικά θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα ντου κι ό,τι γίνει. Αλλά κανείς δε μιλούσε για ντου. Κάποιοι έπαιρναν τηλέφωνα, άλλοι έψαχναν προσκλήσεις δεξιά κι αριστερά, άλλοι έβριζαν τη διοίκηση, άλλοι ήταν απογοητευμένοι.

Ντου δεν έπαιζε: Είχε μια διμοιρία, μετά δύο κλούβες παραταγμένες, στο βάθος φαίνονταν κι άλλα κράνη. Δεν υπήρχε χώρος για κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν κάποιος είχε την περίεργη διάθεση να το επιχειρήσει. Και να περνούσες τους πρώτους, θα έπρεπε να χωθείς ένας-ένας ανάμεσα από τις κλούβες, πίσω από τις οποίες σε περίμεναν οι επόμενοι. Ψάχναμε την άκρη, πώς να μπούμε, αλλά για ντου δε μιλούσε κανείς, τουλάχιστον την ώρα που έγινε το συμβάν.

Ως συνήθως, έγινε ένα τίναγμα για να πάμε δέκα μέτρα πιο πέρα. «Τι πάθατε, ρε»; Γυρνάμε, τους κοιτάμε. «Πάτε καλά, ρε μαλάκες; Τι βαράτε χωρίς λόγο, ποιος σας πείραξε»; Τα ασφαλίτικα μηχανάκια σάρωναν το δρόμο πάνω-κάτω, το ένα χωρίς πινακίδες. Η κυκλοφορία συνεχιζόταν κανονικά. Την ώρα που άρχισαν οι μπάτσοι να βαράνε τους κοντινούς, περνούσαν τα αυτοκίνητα και τα αστικά κανονικά, το σκηνικό γίνεται δυο μέτρα από το δρόμο, σχεδόν πάνω στο δρόμο κι ο κόσμος οδηγείται μέσα στο δρόμο.

Γυρνάνε όλοι μέτωπο για να καταλάβουν τι παίχτηκε, νέο κύμα από τους φρουρούς της τάξης. Κάποιοι περνάνε απέναντι. Οι αστυνομικοί βρίζουν μεταξύ τους, κάτι δεν πάει καλά, φωνάζουν, γκρινιάζουν για κάποιον που κάτι δεν είπε ή δεν κατάλαβε, έχουν εσωτερική κόντρα. Αρχίζουν οι πέτρες, αρχίζουν τα μπαμ-μπουμ. Πηγαίνουμε στο περίπτερο, τα μηχανάκια συνεχίζουν να κινούνται αντίθετα στο ένα ρεύμα που κόβεται. Συνεχίζουν και να μαλώνουν μεταξύ τους, όλοι με πολιτικά.

Επιστρέφουμε, βλέπουμε μια ρεπόρτερ να περιγράφει τη ζημιά σε ένα αυτοκίνητο που έφαγε πέτρα στο πίσω παρμπρίζ. Αυτή η ρεπόρτερ του Alpha έχει ένα βιντεάκι στο άρθρο του sdna που λέει τις αρλούμπες περί «νεαρών που θέλησαν να μπουν στον αγωνιστικό χώρο χωρίς προσκλήσεις». Κι άντε αυτή λέει τις παπαριές της, η ιστοσελίδα πώς την πατάει και υιοθετεί όσα λέει. Να γράφανε «σύμφωνα με τη ρεπόρτερ του Alpha», να το καταλάβω.

Αυτό, προς αποκατάσταση μιας αλήθειας επειδή έτυχε να το ζήσω από μέσα. Σημαντικό ή ασήμαντο, καλό είναι να μη φορτωνόμαστε με πράγματα που δεν έχουμε κάνει. Για τον αγώνα, το παρασκήνιο, τους χειρισμούς και τη συμπεριφορά της γελοίας μας διοίκησης ας το συζητήσουμε όταν θα έχουμε ηρεμήσει. Χάσαμε από έναν καλύτερο αντίπαλο και ποτέ δεν τρελαινόμαστε περί αγωνιστικού όταν χάνουμε δίκαια και η άλλη ομάδα είναι καλύτερη. Τρελαινόμαστε, όμως, όταν το πρόβλημά μας είναι οι «δικοί μας» άνθρωποι -τόσο μεγάλο ήταν το καραγκιοζιλίκι που το αγωνιστικό πέρασε σε δεύτερο πλάνο. Κατόρθωσαν να ξεπεράσουν το περσινό ξεφτιλίκι της Γλυφάδας, εκεί που λέγαμε πως τέτοια μαλακία δεν έχει ξαναγίνει ποτέ. Και ξενέρωσαν όλο τον κόσμο, αυτόν που σε λίγες μέρες θα καλούν στο Παλατάκι να τους στηρίξει, όπως πέρσι με τα δεκαπέντε ευρώ νταηλίκι στον πρώτο ημιτελικό. Δε θυμάμαι τόσο ομαδικό και καθολικό βρισίδι σε διοίκηση από τον καιρό του Γούμενου, ρε φίλε.

* Το ίδιο βράδυ, οι Μαχητές της Θύρας 9 άρχισαν από τα πληκτρολόγια να κατηγορούν τους θεατές του αγώνα για μειωμένη απόδοση -έπρεπε να σκοτώσουν τους γαύρους στην απέναντι κερκίδα, πώς τους άφησαν να φύγουν ζωντανοί. Μετά από τρεις μέρες ασύλληπτης μαλακίας στα social media, είχα γράψει αυτό:

Τρίτη μέρα στη σειρά που οι οργισμένες ανακοινώσεις των Μαχητών της Θύρας 9 δε σταματάνε να γεμίζουν το διαδίκτυο. Ο πολυπληθέστερος Σύνδεσμος Φίλων του ΠΑΟΚ στον κόσμο συνεχίζει να διαμαρτύρεται για τα γεγονότα του Σαββάτου και ο απεριόριστος σεβασμός μου στις απόψεις κάθε μέλους του είναι δεδομένος. Ο Κούλης από το Γιοχάνεσμπουργκ, η Κατίνα από το Μπουένος Άιρες, ο Σάκης από το Κατμαντού, ο Λούλης από το Άνω Παγοχώρι της Γροιλανδίας, ο Χάμπος από το Νοβοσιμπίρσκ. Η Γιούλη από το Παλαιοχώρι, ο Κώτσος από το Πάπιγκο, ο Στελλάρας ο βαρύμαγκας από τα Καλάβρυτα. Και πολλά άλλα ιστορικά στελέχη του οπαδικού μας κινήματος, που ο λόγος τους προκαλεί ανατριχίλα. «Πώς είναι δυνατό να επιτρέψατε στους γάβρους να φωνάξουν συνθήματα μέσα στο Παλέ».

Έχετε δίκιο. Προσωπικά, ήμουν έξω από το Αλεξάνδρειο από το μεσημέρι και το είδα όλο το έργο. Όλοι κάτι φλώροι ήμασταν και τρέμαμε. Το λέγαμε μεταξύ μας, «αν δούμε έστω και έναν με κόκκινο κασκόλ τρέχουμε και δε σταματάμε αν δε φτάσουμε Μηχανιώνα». Μας δίνανε προσκλήσεις και δεν τις παίρναμε, έκλαιγε ο Τσαλόπουλος και μας παρακαλούσε, ο Παϊσιάδης είχε βγάλει κι έναν πάκο με λεφτά και τα μοίραζε, «όποιος μπει μέσα θα του δώσω από ένα κατοστάρικο να πιει γκαζόζα και να φάει ένα ροξάκι» και δεν τολμούσε κανείς να πλησιάσει. Είχαν και μπράβους μαζί τους, άρπαξαν μερικούς δικούς μας και με το ζόρι τους πήραν τις ταυτότητες και έγραφαν τα στοιχεία τους στις προσκλήσεις και τους κουβάλησαν μέσα σηκωτούς. Αυτοί μπήκαν, με την απειλή όπλου, οι υπόλοιποι φοβηθήκαμε και μείναμε απ’ έξω. Γιατί άμα θέλαμε μπαίναμε, αυτό είναι γεγονός και πρέπει να καταγραφεί. Οι συλλήψεις απ’ έξω έγιναν από την Αστυνομία Μόδας, πιάσανε κάποιους που φορούσανε τρακτερωτά με άσπρη κάλτσα.

Ποιο Αθλητικής Βίας και ποια Νομοθεσία να φοβηθούμε. Επειδή κάποιοι έχουμε από δύο παιδιά; Επειδή κάποιοι πληρώνουν διατροφές και βλέπουν τα παιδιά τους δυο φορές το μήνα; Επειδή αν λείψουμε μία μέρα από τη δουλειά μας θα προσλάβουν τον επόμενο με το βασικό μισθό; Επειδή οι πιο πολλοί δεν είχαν ούτε για μια μπύρα και φτάσαμε να κάνουμε γύρο τα μπουκάλια όπως έκαναν παλιά τα παλιόπαιδα με τα τσιγάρα στα πούλμαν; Επειδή οι μισοί έχουνε φάκελο ή έχουν συλληφθεί κρατώντας τους πυρσούς που είχε κεράσει ο άλλος πρόεδρος για να κάνει ατμόσφαιρα; Επειδή εκατοντάδες τηλέφωνα παρακολουθούνταν ακόμα κι αν έπαιρνες ένα φίλο σου να ρωτήσεις αν θα έρθει για πέντε επί πέντε; Επειδή γύρω από το γήπεδο ήταν σπαρμένοι δεκάδες μπάτσοι με πολιτικά έτοιμοι να σου καταστρέψουν τη ζωή με μια περίεργη κίνηση;

Ακόμα και με την προστασία της αστυνομίας ήρθαν σαράντα άτομα με προσωπική νταντά ο καθένας. Πριν τέσσερις μήνες, εμείς είχαμε κατεβεί με το τρένο της γραμμής -αυτοί θα ανεβούν με το τρένο μόνο όταν φτιάξει το κράτος τριπλές ράγες για να υπάρχει από ένα τρένο της αστυνομίας σε κάθε πλευρά και από ένα ελικόπτερο πάνω από κάθε βαγόνι. Εσύ, Κούλη από το Γιοχάνεσμπουργκ κι εσύ, Χάμπο από το Νοβοσιμπίρσκ, μπορείτε την επόμενη φορά να έρθετε από εδώ να μας δείξετε πώς γίνεται. Να πάρετε τις προσκλήσεις σας παίζοντάς το παράγοντες της πετοσφαίρισης, να μπείτε στο γήπεδο μπροστά στις κάμερες και τις διμοιρίες και να αρχίσετε τους γάβρους στις σφαλιάρες, άνετοι κι ωραίοι, περνώντας τα επόμενα χρόνια πίσω από το κάγκελο, μια και δεν έχετε κάτι άλλο στη ζωή σας που να αξίζει την παρουσία σας. Καμιά οικογένεια, κανένα φίλο, κανέναν άνθρωπο που να σας χρειάζεται. Εμείς εδώ, οι φλώροι, θα συνεχίσουμε να ανεβοκατεβαίνουμε και να ταξιδεύουμε παντού χωρίς νταντάδες και με το ασπρόμαυρο κασκόλ στο λαιμό όπως μάθαμε κι όπως κάνουμε από τα δεκατέσσερά μας χρόνια.

2017 1516 Φεβρουαρίου, Τούμπα.

Τέταρτη προσπάθεια να περάσουμε από τους 32 του Europa League. Ο πρώτος αγώνας της ζωής μας όπου μπήκαμε μαζί με την Άννα με το ίδιο εισιτήριο από το ίδιο τουρνικέ ένεκα φτώχειας, κάτι που ίσως καταγραφεί στα ρεκόρ της Τούμπας, αν σκεφτώ πως εκείνη την εποχή ήμουν έντεκα κιλά βαρύτερος από σήμερα -πώς τα καταφέραμε, ακόμα αναρωτιέμαι. 27 λεπτά αγωνίας, μία ώρα με κατάρες, βρισίδια και απογοήτευση, φινάλε με μεγάλη στενοχώρια. Και να τα ζεις όλα αυτά έχοντας δίπλα σου τον μεγαλύτερο βλάκα από τους βλάκες στην ιστορία της βλακείας:

«Τι κάνει πάλι ο κοιμισμένος, τρία-πέντε-δύο με κατεβάζει, τι με τον βάζει μέσα τον χοντρό τον Μπίσβεσαρ, να βάλει τον Σάτχο, α, τον έβαλε, να βάλει και τον Χαρίση να κρατήσει μπάλα, πάλι τον ξεφτίλα τον Κλάους έχει μέσα, ρε μπούλο, μπούλο, ρεεε, τον άχρηστο.

Μαλάκα Ίβιτς, γελοίε, τι ομάδα με κατεβάζεις, πού πας ρε να πούμε μ’ αυτούς, βάλε τον Κουλούρη ρεεε, με βάζει και τον συγκαμένο τον Λέοβατς, ρε ποιος Λέοβατς να πούμε τώρα, καλύτερα με τον Δεληγιάννη, βάλε το πιτσιρίκι μέσα μωρέ, πωωω, δες ζημιά που μας κάνει ο κλεφτοκοτάς, την κατέστρεψε την ομάδα, αρχίδι Ίβιτς, γαμημένε, μαλάκα, ε μαλάκα, κάνε αλλαγή πριν αρχίσει το ματς ρεεε, κοίτα ‘δώ, ούτε Ενρίκι ούτε Πρέγιοβιτς, α, δεν έχουν δικαίωμα, ντάξει, ε ας βάλει Μουστακίδη, α, τον έβαλε, ρε τι είναι τούτος ο Σέρβος ρε, τι ομάδα κατέβασε ρεεε.

Ε, δε θα το φάμε; Άμα χάνει ο μαλάκας ο Μάτος τετατέτ μόνος του χωρίς τέρμα την ευκαιρία και κοιμάται όρθιος ο Κλάους και ο Σάτχο τι να κάνει μόνος του, όλους να τους φυλάξει, ρε την άφησε την ομάδα γυμνή ρεεε, τι κάνει ρε το αρχίδι ο Ίβιτς, το μπούλο ρεεε.

Αχ, άμαν ήτανε τώρα ο Άγγελος θα το είχε γυρίσει το ματς 3-1, θα έκανε αλλαγές, από εκείνες που εσύ δεν τις καταλαβαίνεις, μέσα στο ματς. Α, ρε κλεφτοκοτά, νομίζεις πως είσαι ο Σάντος αλλά ούτε στο δαχτυλάκι του δεν τον φτάνεις.

Εγώ ρε το παίζω προπονητής της κερκίδας; Εγώ ούτε που μιλάω. Ρε άσε με τώρα, που θα με κάνεις και παρατήρηση, μάθατε τώρα όλοι, να πούμε. Αυτά που λέω τα γράφουνε όλα τα σάιτ, άμα είστε γκαβοί και δεν ξέρετε γράμματα εγώ σας φταίω.

Μηδέν-τρία, ρε μαλάκα, από αυτό το χωριό. Ο Πλατανιάς καλύτερη ομάδα έχει απ’ αυτούς. Τρία σουτ μας κάνανε, τρία γκολ. Τρύπιος ο Γλύκος, όλη η άμυνα μπούλο, ούτε να διώξουνε δεν μπορούνε, ο Σάτχο μόνο έπαιξε μπάλα, δανεικούς να τους στείλει όλους, ποιος Κλάους τώρα, δεν κάναμε ούτε φάση, πώς το έχασε ο Βραζιλιάνος ο βλάκας, κι ο άλλος ο συγκαμένος ο Κροάτης, εκατό κιλά ο Μπίσβεσαρ, πού τους βρήκανε, ούτε στη Βέροια δεν παίζουνε αυτοί βασικοί, άντε γαμηθείτε όλοι, ρε, Ίβιτς, αρχίδι, άντε αγόρι μου γύρνα στην Ελπίδων, άντε μαλάκα, τρύπιοι, ξεφτίλες, το στήσατε, ρεεε, πουλημένοι όλοι, προδότες, γαμιόλες».

2017 1428 Φεβρουαρίου, Παλατάκι.

Η Τενερίφη, η πρωτοπόρος του ισπανικού πρωταθλήματος πάνω από τις (τρεις ομάδες της Ευρωλίγκας) Ρεάλ, Μπασκόνια και Μπαρτσελόνα, κυνηγάει τον ΠΑΟΚ, που παίζει δίχως τον Σάιμπερτ που μόλις έχει μείνει εκτός σεζόν, βρισκόμενη δέκα πόντους πίσω, πέντε λεπτά πριν τη λήξη του πρώτου ματς για τους 16 του Ντεμέκ Τσάμπιονς Λιγκ. Στην τελευταία μας επίθεση κι ενώ όλοι, παίκτες, προπονητές, κόσμος, δεν έχουμε άλλη ανάσα από την υπερπροσπάθεια, ο Μαργαρίτης σηκώνεται για το τρίποντο και γράφει το 69-60, που μας στέλνει στη ρεβάνς με εννιά πόντους καβάτζα. Η μπάλα μπαίνει, βγαίνει, η Τενερίφη παίρνει το τελευταίο σουτ και μειώνει στο 0:00 σε 66-63. Εκείνο το γαμημένο σουτ που μπήκε και βγήκε και το άλλο γαμημένο σουτ που μπήκε και μπήκε ήταν η χειρότερη στιγμή της χρονιάς. Στην Ισπανία δεν μας δόθηκε ούτε ευκαιρία να διεκδικήσουμε κάτι, αλλά με +9 ποιος ξέρει τι θα γινόταν...

2017 135 Μαρτίου, Τούμπα.

Όσα χρόνια είχε κρατήσει η ιστορική παράδοση της Τούμπας κόντρα στον Ολυμπιακό, ακριβώς άλλα τόσα χρειαστήκαμε για να περάσουμε άνετα και ευχάριστα τελευταία λεπτά εναντίον του. Το πρώτο ΠΑΟΚ-Ολυμπιακός από το 1994 που δεν καρδιοχτυπήσαμε στο τέλος, ίσως επειδή ζήσαμε τους εφιάλτες από την αρχή με τη συνήθη βλακεία του Γλύκου που, ευτυχώς, πέρασε αναίμακτη. Έκανα τη μαντεψιά το βράδυ που γύρισα σπίτι -σήμερα ξεκινάει η νέα παράδοση, ίσως μικρότερη, ίσως λιγότερο ένδοξη, αλλά αυτό που ζήσαμε (εγώ από το ισιάδι, μετά από χρόνια) δεν ήταν συνηθισμένο:

Στην 4Α άναβαν φωτιές και σε όλο το υπόλοιπο γήπεδο άναβαν φλας. Έκανες ένα γύρο την Τούμπα με τη ματιά σου κι έβλεπες τα εκατοντάδες φλας που άστραφταν με την έναρξη, στην είσοδο της ομάδας. Πάντα το είχα απορία, πόσο βλάκας είσαι όταν πιστεύεις πως το φλας του κινητού σου θα φωτίσει ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Παρέες με πενηντάρηδες έβγαζαν σέλφι, προπονητές έφτιαχναν συστήματα με αυτούς που θα έπρεπε να παίζουν και όχι μ’ αυτούς που μπήκαν να παίξουν κόντρα στην ομάδα της εικοσάχρονης βρωμιάς. Το πέταλο έπαιξε μπάλα. Εμείς, οι υπόλοιποι, παίξαμε σποραδικά. Στα όρια του εγκεφαλικού από τα πρώτα λεπτά, με τη μαλακία του ψυχοβγάλτη. «Μην κράζετε, έχει άλλα 85 λεπτά το παιχνίδι και τον θέλουμε με καλή ψυχολογία, κράξτε στο τέλος».

Μπροστά μου, ο κινέζικος πυρσός πετούσε σταγόνες με φλόγες και στο τέλος κάηκε και μόνος του -ευτυχώς δεν τον κρατούσε κάποιο χέρι. Ντου στους φωτογράφους που ζουμάρανε μέσα από το γήπεδο -τους έδιωξε ένας, μόνος του, με χριστοπαναγίες. Υπομονή. Στενοχώρια για μισή ώρα, νεύρα, βρισίδια, αλλά υπομονή. Σπάνια υπομονή. Τριάντα δύο χρόνια χωρίς πρωτάθλημα, τριάντα δύο λεπτά πιο δύσκολο μου φάνηκε να κάνω υπομονή και να μην εκραγώ από το χάλι που έβλεπα. Κι όμως, άξιζε η υπομονή. Μίλησε η φανέλα. «Χεσμένοι», «στημένοι», «άχρηστοι», «λουλούδες», άκουγες διάφορα από τριγύρω. Ξεκίνα το μέτρημα, βλάκα. Ένα, δύο, παραλίγο το τρίτο -το «ντουπ» ακούστηκε ως το ισιάδι. Το πέταλο άρχισε να τραγουδάει για την πάρτη του, παράτησε το παιχνίδι δέκα λεπτά πριν τη λήξη, ξέσπασε. Ακούστηκε κι ένα γελοίο σύνθημα κάπου εκεί από μόνιμους τηλεθεατές που έσκασαν μύτη στο ματς της χρονιάς τους. Δεν το φοβόσουν άλλο. Κανείς δεν το φοβόταν πια, ζούσαμε το πρώτο άνετο τελευταίο δεκάλεπτο κόντρα στον Ολυμπιακό από το 1994 -από το πρώτο μου ματς ως «Σαλονικιός». Είκοσι τρία χρόνια στο άγχος, όσα και η παράδοση.

Από τις δέκα το πρωί γύρω από την Τούμπα. Καφέδες, ρετσίνες, σουβλάκια, κουβέντες, κουβέντες, κουβέντες, αδέρφια, κι άλλα αδέρφια, κι άλλα κορμιά πιασμένα από τις ώρες στο δρόμο. «Πώς το βλέπεις σήμερα». Βαρέθηκα να τους βλέπω να φεύγουν βουρκωμένοι. «Ρε θα τους γαμήσουμε, ρε». Πάντα η ίδια πρόβλεψη, σχεδόν πάντα η ίδια αυταπάτη. 2-0. Δε γυρνούσε, το έβλεπες γύρω σου, στα πανηγύρια, τις αγκαλιές, στον τρόπο που το χαιρόταν η ομάδα στο χόρτο. Δάκρυσα, ρε φίλε. Φόρτωσα. Πού να καταλάβεις. Χέστηκα για τη νίκη, μια νίκη είναι, τρεις βαθμοί, πάμε παρακάτω. Με πήραν τα ζουμιά επειδή κάτι μου έλεγε πως ζω άλλο ένα τέλος κι άλλη μία αρχή, στα τόσα χρόνια μου στα γήπεδα που μας πλακώνει ο ίσκιος μας και μας αφήνει ανάπηρους. Κάτι πέθανε χθες. Κάτι γεννήθηκε χθες. Μένει να δούμε αν έχει πνευμόνια να αντέξει, να μεγαλώσει, μη μας μείνει στα χέρια όπως τόσα και τόσα που γεννήσαμε και μας πέθαναν από τότε που πρωτοφώναξα «ΠΑΟΚ», τριάντα χρόνια πίσω.

2017 124 Φεβρουαρίου, Παλατάκι.

Ο ΠΑΟΚ του Σούλη μας ταξιδεύει στις αρχές των 80ς και μας κάνει ένα δώρο από την (πολύ) παιδική μας ηλικία, κατορθώνοντας όχι μόνο να μη βάλει τρίποντο σε ολόκληρο αγώνα μπάσκετ ανάμεσα σε επαγγελματίες καλαθοσφαιριστές, αλλά να κερδίσει και το παιχνίδι, εναντίον της ομάδας με την οποία έχει κάνει τις μεγαλύτερες νίκες της ιστορίας της χάρη στα τρίποντα. Τριάντα τρία χρόνια μετά το πρώτο τρίποντο που πέτυχε ο ΠΑΟΚ το 1984 εναντίον του Πανιωνίου, ο θύτης Νίκος Σταυρόπουλος τραβάει τα μαλλιά του παρακολουθώντας το ματς από τη γωνία, μετρώντας είκοσι γκντουπ στο σίδερο: Πέντε του Πέινερς, τέσσερα του Σάιμπερτ, τέσσερα του Τσόχλα, τρία του ΜακΦάντεν, δύο του Μαργαρίτη, δύο του Κόνιαρη. Αλλά ο ογκόλιθος Κιθ Κλάντον, ο πιο value for money παίκτης που έχει πατήσει ποτέ στη νέα εποχή του ΠΑΟΚ από τη μέρα που χτίστηκε το Παλατάκι, κατεβάζει δεκαπέντε ριμπάουντ, βάζει δώδεκα πόντους και αποδεικνύει για ακόμα μια φορά πως πάνω του ο ΠΑΟΚ μπορεί να χτίσει την ομάδα που θα καμαρώνεις να βλέπεις, έστω κι αν το πάπλωμα δεν φτάνει για μεγαλεία -ως ανταπόδοση, φεύγει λίγους μήνες μετά για μια ομάδα που παίζει σε κλειστό με μία κερκίδα και τρεις τοίχους ή, όπως λέει ο Άντι, «για είκοσι πέντε ευρώ παραπάνω έφυγε, αν είναι να τα δώσω εγώ, να γυρίσει».


2017 1126 Μαρτίου, Κοζάνη.

Ο ΠΑΟΚ σηκώνει το τρίτο Κύπελλο της ιστορίας του, κερδίζοντας τον Πανελλήνιο με 25-23 στην ασπρόμαυρη Κοζάνη και αγωνιζόμενος εντός έδρας μπροστά σε μια ασταμάτητη κερκίδα που τον αποθεώνει. Σχεδόν έναν μήνα αργότερα, η ίδια ομάδα θα μας δώσει ένα αξέχαστο σοκ, μένοντας εκτός πλέι-οφ στην τελευταία επίθεση του τελευταίου αγώνα της χρονιάς, όπου ο μόνος άνθρωπος που δεν χειροκρότησε την ομάδα στο τέλος, παρά τον αποκλεισμό, ήταν η Χουλιγκάνα που συνέχιζε να μην καταλαβαίνει τον λόγο που στη Μίκρα δεν έχουν φέρει κουταλάκια σε διαφορετικό χρώμα από το κίτρινο και αναγκάζεται να τρώει τα παγωτά «σαν το σκυλί», όπως δήλωσε η ίδια στο περιθώριο του αγώνα. 2012 - 2015 - 2017, άλλος ένας τίτλος για το πιο παθιασμένο τμήμα του ΠΑΟΚ, που παρέα με τις γυναίκες του χάντμπολ παραμένουν οι δύο ομάδες που μας θυμίζουν πώς είναι να νιώθεις τι φοράς στη φανέλα σε κάθε φάση και να αφιερώνεις κάθε νίκη, κάθε ήττα, κάθε γκολ και κάθε αποτυχία σε αυτούς που βρίσκονται πάντα δίπλα σου, δέκα, πενήντα ή πεντακόσιοι.

2017 104 Ιουνίου, Ορχομενός.

Ο ΠΑΟΚ κερδίζει με 7-0 τον Φείδωνα Άργους στον τελικό και σηκώνει το έκτο Κύπελλο της δεκαεξάχρονης ιστορίας του στο γυναικείο ποδόσφαιρο. Ταυτόχρονα, κάνει το πέμπτο του νταμπλ, καθώς έχει ήδη κατακτήσει το δωδέκατο Πρωτάθλημα λίγες μέρες πριν, κερδίζοντας την τελευταία αγωνιστική την Καρδίτσα στο ματς που έκρινε τον τίτλο. Συμπληρώνει, έτσι, 12 Πρωταθλήματα στα 16 όπου αγωνίστηκε και 6 Κύπελλα στα 6 που διοργανώθηκαν από την ίδρυσή του, επεκτείνοντας το απίστευτο ρεκόρ του ως το ασπρόμαυρο τμήμα με τους περισσότερους τίτλους.

2017 0924 Αυγούστου, Έστερσουντ.

Ο ΠΑΟΚ μένει εκτός ομίλων και η χρονιά καταστρέφεται πριν προλάβει να ξεκινήσει. Αν και η δική μου παρέα ασχολείται με άλλα εξωαγωνιστικά θέματα:

Έχεις τον πόνο σου από το χάλι του πρώτου ημιχρόνου στη Σουηδία, σου προκύπτουν και από το πουθενά εκδηλωτικά χανούμια στα πέντε μέτρα. Στην καρδιά της Κάτω Τούμπας, της μοναδικής γειτονιάς που μπορεί να ισχυριστεί πως έχει μεγαλώσει ανθρώπους με τη χαρακτηριστική ποιότητα συμπεριφοράς και ψυχραιμίας της θεσσαλονικιώτικης Άγριας Δύσης. Πέντε μέτρα πίσω από τα πονεμένα κεφάλια μας, ίσως και λιγότερο, όσο πλάτος έχει το δρομάκι ανάμεσα στο καφενείο όπου βλέπαμε το παιχνίδι και το ισόγειο στην απέναντι γωνία. Ακούστηκαν οι άσχετες φωνές, εκεί κάπου στην έναρξη του δικού μας δεύτερου ημιχρόνου, στο Έστερσουντ δε συνέβαινε τίποτα, άρα οι φωνές δεν αφορούσαν στον ΠΑΟΚ.

Κάναμε ένα γύρο με τα βλέμματα τις διπλανές πολυκατοικίες. «Η ΑΕΚ κέρδισε πέναλτι», είπε ένας που είχε ανοιχτά τριάντα παράθυρα στο κινητό του επειδή είναι λάτρης του αθλητισμού. «Χανούμια είναι», συμπέρανε ο διπλανός, με μάτια που άστραφταν, λίγο από το αλκοόλ, που η σερβιτόρα στα μονά λεπτά του ρολογιού έφερνε μπύρα και στα ζυγά ξεκινούσε να φέρει την επόμενη, λίγο από τη φρίκη της εμφάνισης της ομάδας. Δευτερόλεπτα πριν, ένα σκαθάρι περνούσε κάτω από το τραπέζι μας και όλη η παρέα συμφώνησε πως ο Σάχοβ θα το προλάβαινε μόνο με μηχανάκι.

«Τους βρήκα», φώναξε κάποιος. «Εκεί, παίζει την ΑΕΚ». Ακριβώς απέναντι, σε διαμέρισμα όπου σκαρφάλωνες με έναν πήδο, γυρίσαμε όλοι και είδαμε το ΟΑΚΑ. Σε εκείνο το σημείο ακούστηκε ένα «γκολ» -όχι πολύ δυνατά, αλλά ακούστηκε. «Γαμημένα πουστοχάνουμα, μέσα στο σπίτι μας, τώρα θα γίνει της πουτάνας». Σηκώνεται κόσμος, πλησιάζει στο ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού και αρχίζει ο εμετός. «Θα σας κάψουμε ζωντανούς, ρε μαλακισμένα, παίζει ο ΠΑΟΚ κι εσείς μας πουλάτε τρέλα, άντε γαμώ τα σπίτια σας, να πούμε» και διάφορα άλλα που δε γράφονται εξαιτίας της λογοκρισίας. «Μόλις τελειώσει ο ΠΑΟΚ θα πεθάνετε, ρε μπάσταρδα», ενημέρωσε ο πιο λογικός της παρέας, γιατί ναι μεν υπάρχει αυτό το πολύ ενοχλητικό θέμα που πρέπει να τακτοποιηθεί, αλλά έχουμε κι έναν αγώνα του ΠΑΟΚ να δούμε πρώτα. Όχι πως είναι κανένα σημαντικό ματς, με ένα σουηδικό χωριό παίζουμε και θα προκριθούμε για πλάκα, αλλά, όπως και να ‘χει, παίζει ο ΠΑΟΚ. Και ξανακάτσανε όλοι, ψάχνοντας πάλι τη σερβιτόρα για ανατροφοδότηση.

Μέχρι τη λήξη δεν ξανακούστηκαν σε τέτοια ένταση, αλλά σε κάποιες διακοπές του δικού μας ματς έφταναν οι κουβέντες τους, δεν το πιστεύαμε, ρε φίλε, τους είχαμε φωνάξει από το παράθυρο πως σε λίγη ώρα θα γίνει μακελειό κι αυτοί μυαλό δεν έβαζαν. Τσεκάραμε κι ακόμα ΑΕΚ βλέπανε, απτόητοι. «Ρε μήπως είναι τίποτα δικοί μας που δεν έχουν ΟΤΕ και το έχουν απλώς να παίζει και βλέπουν τον ΠΑΟΚ σε κάνα στρίμινγκ»; «Ρε τι δικοί μας, υπάρχει Παοκτσής που παίζει ο ΠΑΟΚ κι αυτός έχει άλλη ομάδα στην τηλεόραση»; «Ε και πώς γίνεται, ρε φίλε, να το συνεχίζουν μετά από τέτοιο τραμπούκο, μόνο μέσα στο σπίτι τους δεν μπήκαμε πριν, δε φοβούνται, να πούμε»; «Μπορεί να έχουν θωρακισμένη πόρτα». «Αφού έχουν ανοιχτά παράθυρα και οι κουρτίνες παίρνουν φωτιά με αναπτήρα αν πατήσεις πάνω σε ένα καφάσι». «Θα χτυπήσω το κουδούνι και θα πω ότι ήρθαν οι πίτσες, ας είναι θωρακισμένη, θα ανοίξουν». «Αφού δεν έχουν παραγγείλει, γιατί να ανοίξουν». «Πίτσες είναι, ρε μαλάκα, ποιος δεν ανοίγει για πίτσες». «Σωστό κι αυτό, δεν το σκέφτηκα». «Ε, άμα δε σκέφτεσαι να μη μιλάς και λες μαλακίες».

Ο ΠΑΟΚ χάνει την ευκαιρία στο ενενήντα φεύγα και η παγωνιά απλώνεται στο καφενείο, όλοι μούγκα. «Τώρα θα την πληρώσουν τα χανούμια», πετάγεται μια φωνή. Λήγει το ματς, σηκώνεται κόσμος φορτισμένος, τρελαμένος, αδύνατο να πιστέψει οποιοσδήποτε τι έχει μόλις παρακολουθήσει. Εμφανίζεται ο μαγαζάτορας, «καλά, ρε μαλάκα, έχεις φωλιά χανουμιών δίπλα στο μαγαζί σου και δε λες τίποτα»; «Φωλιά; Πού»; «Εκεί».

«Εκεί μένει αυτός», λέει ο μαγαζάτορας και μας δείχνει πονεμένο συνοπαδό με γουρλωμένα μάτια, όπως τα δικά μας, μέσα στο καφενείο. «Τι πίνετε, ρε μαλάκες, αυτός είναι ΠΑΟΚ, τι λέτε τώρα». Τι πίνουμε, αυτά που μας φέρνει η γκαρσόνα σου πίνουμε. «Και αφού είναι ΠΑΟΚ γιατί βλέπουν ΑΕΚ στο σπίτι του»; Έρχεται πιο κοντά, βλέπει από το σημείο όπου καθόμαστε. «Ρε θα με τρελάνετε, ποια ΑΕΚ βλέπουνε απέναντι, η αντανάκλαση στο τζάμι της δικιάς μας τηλεόρασης είναι, από το πατάρι». «Και από που ακούστηκαν οι φωνές»; «Από πάνω θα ακούστηκαν, κάνει αντίλαλο». Τσεκάρουμε κάπως πιο διεξοδικά αυτό που μας λέει, δε μιλάει κανείς. «Και γιατί να παίζει ΑΕΚ στο δικό μας πατάρι», έρχεται η λογική ερώτηση από κάποιον. «Είναι δύο χανούμια, φίλοι, ρώτησαν αν μπορούν να δούνε το ματς στο πατάρι που δεν πάει κανείς και τους είπαμε ναι». «Γνωστοί»; «Ναι». «Ρώτησαν»; «Ναι». «Τους ξέρεις»; «Ναι, ρε, τους ξέρω, εντάξει είναι». «Άντε γαμήσου, ρε Λουτσέσκου, ουστ, κοπρόσκυλα όλοι, να πούμε, ξύπνα, ρε ξεφτίλα Σαββίδη, άντε στο διάολο όλοι σας, ρε τσογλάνια, να πούμε».

2017 0820 Αυγούστου, Λιβαδειά.

Η καταραμένη 20ή Αυγούστου 2017, η πρώτη εκδρομή της χρονιάς, η μεγαλύτερη γιούχα της σύγχρονης ιστορίας. Το κείμενο γράφτηκε μετά το παιχνίδι και λίγο πριν τον αποκλεισμό από την Έστερσουντ. Ξαναδιαβάζοντας πώς έβλεπα τη φετινή ομάδα από την πρώτη αγωνιστική, αντιλαμβάνομαι πόσο μεγάλη ευκαιρία έχουμε χάσει που δεν βρισκόμαστε χιλιόμετρα μπροστά από τους υπόλοιπους -δεν ξέραμε τότε το χάλι που θα παρουσιάσουν στο χόρτο οι βασικοί μας αντίπαλοι:

Δεν μπορώ να θυμηθώ από ποτέ έχω να βιώσω τέτοιο γιουχάρισμα προς την ομάδα. Τόσο έντονο, τόσο καθολικό -σχεδόν προσβλητικό. Θα πρέπει να πάω πάνω από μια δεκαετία πίσω, στα χρόνια των «επενδυτών», αλλά και πάλι δεν ήταν το ίδιο εκείνη την περίοδο, υπήρχε μια λογική στην προσμονή του κόσμου από το αγωνιστικό κομμάτι, ήξερες τα όρια της ομάδας και δεν είχες απαιτήσεις που ξεπερνούσαν τις φυσικές της δυνάμεις. Αυτό που συνέβη στη λήξη του αγώνα της Κυριακής ίσως να μην έχει ξανασυμβεί στον σύγχρονο ΠΑΟΚ. Ως ένα σημείο ήταν δικαιολογημένο, αλλά αν κάποιος αγνοήσει και τις ιδιάζουσες συναισθηματικές παραμέτρους μάλλον θα αδικήσει τους δεκατέσσερις παίκτες που αγωνίστηκαν στη Λιβαδειά.

Γιούχα απογοήτευσης είχα ζήσει στο ίδιο γήπεδο πριν δύο χρόνια, πάλι σε αγώνα δίχως γκολ, αλλά υπήρχε το φίλτρο του διπλού στο Ντόρτμουντ τέσσερις μέρες πριν και η κατάσταση δεν ξέφυγε -αν έκαναν λίγα βήματα ακόμα προς το μέρος μας οι χειροκροτούντες παίκτες ίσως να άλλαζε το σκηνικό, μα το μουδιασμένο από το κρύο και την αμηχανία χειροκρότημα σκέπασε τις κραυγές αποδοκιμασίας για την ταφόπλακα των όποιων ονείρων εκείνης της χρονιάς για κάτι διαφορετικό. Παρόμοια γιούχα, σαφώς εντονότερη από την προηγούμενη χρονιά, υπήρξε στη Νέα Σμύρνη, στο ματς που ακολούθησε την ιστορική, ήδη από το πρωί εκείνης της μέρας, μάχη του Μενιδίου. Ο κόσμος φορτισμένος από τα γεγονότα του τρένου, η ομάδα έπαιζε τα τελευταία της ρέστα πριν απομακρυνθεί οριστικά από την κορυφή, η εμφάνιση ήταν προδοτική στη συνείδηση του Λαού που είχε ταξιδέψει και γεμίσει την κερκίδα, εν μέσω απειλών για «αντίποινα» από τους γάβρους, με τραυματίες, μαχαιρωμένους, αποχωρήσεις και ένα μαύρο σύννεφο πάνω από όσους θα αναχωρούσαμε με το βραδινό τρένο ανάμεσα στους επιστρέφοντες ολυμπιακούς. Πήρε ο Ροντρίγκες το χειροκρότημα, έκανε ο Τζαβέλας το λάθος βήμα παραπάνω προς την κερκίδα, την άκουσαν στερεοφωνικά -αλλά όχι τόσο μαζικά. Στη Λιβαδειά δε βρέθηκε εξαίρεση, την άκουσαν όλοι.

Ούτως ή άλλως, είναι χαρακτηριστικό πως οι μεγαλύτερες γιούχες ακούγονται σε εκτός έδρας. Η Τούμπα, παραδοσιακά, φιλοξενεί σε ένα μέρος της το πιο σοφτ κομμάτι των Παοκτσήδων, με όποια έννοια θέλει να το δει ο καθένας. Οι «εγώ έχω διαρκείας είκοσι χρόνια», οι «υπομονή», οι «θα γίνουμε σαν τον Άρη και τον Ηρακλή», οι «στηρίξτε τον πρόεδρο και αγαπήστε επιτέλους την ομάδα», οι «όποιος έχει τα φράγκα κάνει ό,τι γουστάρει κι εμείς πρέπει να το βουλώνουμε και να χειροκροτάμε σα να είμαστε κοινό σε τηλεπαιχνίδι» δεν έχουν συνήθως θέση σε αφιλόξενα πέταλα. Αν μπορούσαν, ίσως και να απαγόρευαν εντελώς τα ταξίδια των εκδρομέων, των «μπερδεμένων που μόνο κακό κάνουν», των «τσόγλανων που μας κοστίζουν τιμωρίες και πάνε χαμένα τα διαρκείας μας», των «μαστουρωμένων που δεν τους νοιάζει το καλό της ομάδας αλλά μονάχα η πάρτη τους». Και είναι αλήθεια πως, αν το δεις με τα μάτια τους, μόνο κακό έχουν κάνει αυτά τα παλιόπαιδα που σε κάθε εκτός έδρας ψάχνουν τρόπους να βρουν λεφτά, ρεπό, μέσα μεταφοράς, δικαιολογίες στις οικογένειες και τους εργοδότες, τρόπους να φτάσουν στο γήπεδο χωρίς να τους συλλάβουν ή να τους αφήσουν απ’ έξω, δύναμη να αντιμετωπίσουν τα καρτέρια και τα γκλομπ και κουράγιο για να το ξανακάνουν την επόμενη φορά. Μόνο κακό: Πλακώνονται, σπάνε, ρημάζουν, αλλά κυρίως διαμαρτύρονται, κράζουν και γιουχάρουν την ομάδα όταν δεν παίζει όπως παίζουν αυτοί στην κερκίδα και χαλάνε την όμορφη εικόνα του ποδοσφαίρου, όπως την ορίζει η σύγχρονη τηλεοπτική πραγματικότητα ως προϊόν για τις μάζες με τους αποκωδικοποιητές και τα παλαμάκια σε κάθε παράσταση σα να είσαι στο θέατρο.

Αλλά η γιούχα της Λιβαδειάς δεν ήταν η κλασική γιούχα απογοητευμένων εκδρομέων του ΠΑΟΚ. Λειτούργησε ως συνολική έκφραση ενός απολύτως εφιαλτικού αθροίσματος ακραίων συναισθημάτων που αποθηκεύονται επί χρόνια, που πηγάζουν στη μόνιμη διάψευση των ονείρων κάθε χρονιάς είτε επειδή αποδεικνύονται αβάσιμα είτε λόγω της αδυναμίας να πραγματωθούν από αυτούς που έχουν αναλάβει να τους δώσουν υπόσταση. Άλλη μια χρονιά με καθυστερήσεις, άλλη μια χρονιά με ψέματα ή μισές αλήθειες, άλλη μια άκυρη εκκίνηση την ώρα που ο βασικός αντίπαλος ήδη έχει περάσει μπροστά και, όχι απλώς κρατάει τις δυνάμεις του, αλλά γιγαντώνεται περισσότερο, μέσα κι έξω από το χόρτο.

Ο Παοκτσής αποχαιρετά το συμβολικό 33 και ταυτόχρονα νιώθει πως αποχαιρετά, από την αφετηρία κιόλας, το 33 που βάζει ο ίδιος στην πλάτη ευχόμενος να μη γίνει 34 ή 35 ή και μεγαλύτερο. Οι παλαιότεροι της κερκίδας το αντιλαμβάνονται με περισσότερη φρίκη, έχοντας ζήσει τον αριθμό από τότε που ήταν μονοψήφιος, βλέποντάς τον να θεριεύει, να μεγαλώνει ασταμάτητα και να έχει ήδη φτάσει σε ασύλληπτο μέγεθος σε σχέση με όσα πίστευαν δύο ή τρεις δεκαετίες πίσω. Ο ΠΑΟΚ δίχως πρωτάθλημα για περισσότερο από το 1/3 της ιστορίας του, ο ΠΑΟΚ με δύο πρωταθλήματα Α’ Εθνικής στα συνολικά πενήντα επτά που έχουν διοργανωθεί. Τα παραμύθια με τους κακούς δράκους και τις βρωμερές παράγκες μας κοίμιζαν επί χρόνια πολλά -οι περισσότεροι στην κερκίδα της Κυριακής ήδη έχουμε άσπρα μαλλιά και διαβάζουμε παραμύθια στα δικά μας παιδιά, δεν μπορούμε να πιστέψουμε άλλες ιστορίες με τέρατα. Αν υπάρχει τέρας που μας κλέβει τους τίτλους τα τελευταία 33 χρόνια, είτε μας έχει ήδη κατασπαράξει και δεν αντιλαμβανόμαστε πως ζούμε στο στομάχι του, είτε φοβόμαστε να το αντιμετωπίσουμε και κρυβόμαστε στη συλλογική μας εθελοτυφλία.

Το πράγμα είναι απλό για τους περισσότερους. Η ομάδα πρέπει να είναι έτοιμη σε κάθε θέση, από τον προπονητή μέχρι το τρίτο μπακάπ κάθε θέσης, πριν το πρώτο σφύριγμα του πρώτου αγώνα της χρονιάς. Πήγε κάτι στραβά; Το διορθώνεις. Αλλάζεις προπονητή, παίρνεις πιο ποιοτικό ποδοσφαιριστή στη θέση όπου πονάς, ξεφορτώνεσαι βαρίδια όταν αντιληφθείς πως δε θα βοηθήσουν. Προκρίνεσαι στους ομίλους και έρχονται έξτρα λεφτά; Επενδύεις όσα προλαβαίνεις μέχρι να λήξουν οι μεταγραφές για να προχωρήσεις ακόμα μακρύτερα. Δεν προκρίνεσαι; Συνεχίζεις με την ποιότητα που έχεις και το παλεύεις. Τόσους παίκτες βγάζουν οι ακαδημίες, τόσα παιδιά περιμένουν την ευκαιρία τους, δεν μπορεί να είναι όλοι σκάρτοι και να μην μπορούν να σηκώσουν το βάρος ενός αγώνα. Αλλά ο Παοκτσής αυτό που βλέπει είναι το βασικό του σέντερ μπακ να προσποιείται πως είναι δεξί φουλ μπακ και να καταστρέφει το πρώτο παιχνίδι του πρωταθλήματος, Αύγουστο, 80 μέρες μετά τη λήξη της προηγούμενης σεζόν, επειδή η ομάδα που ο επί έξι, πλέον, σεζόν ιδιοκτήτης της δήλωσε πως «θα πεθάνει για το πρωτάθλημα» ξεκίνησε την αγωνιστική περίοδο 2017-2018 με ένα δεξί μπακ, κατά την κρίση του νέου προπονητή, κι αυτό ήταν τιμωρημένο. Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται σε κάθε περίοδο δυνατότητας για ενίσχυση, με αδιανόητες καθυστερήσεις που στοιχίζουν, με δηλώσεις επί δηλώσεων που φορτώνουν ακόμα περισσότερο τον κόσμο που βλέπει πως στα λόγια υπάρχει και διάθεση και χρήμα να την ακολουθήσει.

Ο Μαλεζάς καταλαβαίνει. Άκουσε το «Στέλιο, παρ' τους και φύγε» πριν το πράγμα γίνει τσίρκο, πριν τεντωθούν κι άλλο τα νεύρα των απογοητευμένων εκδρομέων της Κυριακής. Κάποιοι έλεγαν πως δεν έχουν δει χειρότερο ΠΑΟΚ στη ζωή τους -κάποιοι, όπως εγώ, έφερναν στο νου τους τις πεντάρες στην Ξάνθη και το ΟΑΚΑ, τους μήνες που περνούσαν δίχως νίκη, την ομάδα μόνιμα στη δεύτερη καρτέλα της βαθμολογίας στην Αθλητική Κυριακή, τις τριάρες από ομάδες που δεν υπάρχουν πια στον ποδοσφαιρικό χάρτη και τις θλιμμένες, μουγκές επιστροφές από τις επαρχίες και τις γειτονιές της Αθήνας. Δεν ήταν «ο χειρότερος ΠΑΟΚ όλων των εποχών» για να δικαιολογηθεί η μεγαλύτερη γιούχα όλων των εποχών. Απλώς ζούμε τη χειρότερη εποχή του ΠΑΟΚ που θα γίνεται δυσκολότερη, πνιγερή, ασφυκτική όσο περνάνε τα χρόνια δίχως το ορόσημο της μεγάλης πρωτιάς. Όσο δεν έρχεται αυτό το γαμημένο το πρωτάθλημα που έχει γίνει εμμονή σε όποιον μπήκε στη κερκίδα μετά το 1985, δηλαδή στο σαρωτικά μεγαλύτερο ποσοστό των σημερινών γηπεδικών Παοκτσήδων, κάθε χρονιά θα λογίζεται ως αποτυχημένη. Ας φέρνει Κύπελλα ή δοξασμένες ευρωπαϊκές πορείες ή κόντρες με τους πρωτοπόρους μέχρι την τελευταία αγωνιστική. Προσωπικά, δεν έχω τέτοια θέματα, αλλά γνωρίζω σε ποια κερκίδα ζω κι αναπνέω τόσες δεκαετίες.

«ΠΑΟΚ, παίξε για το Λαό σου, που πέθανε στο δρόμο για να ‘ναι στο πλευρό σου», ακουγόταν κάθε τόσο από τη γωνία. Ο Χρήστος ήταν σκεπασμένος με ένα σεντόνι λίγη ώρα πριν, είχε πεθάνει στο δρόμο για να είναι στο πλευρό του ΠΑΟΚ, το σύνθημα δεν ήταν μεταφορικό. Σε ποια γλώσσα να το πεις και να το καταλάβουν οι αλλοδαποί που φορούσαν τις ασπρόμαυρες φανέλες, πώς να τους μεταφέρεις τον πόνο, τη λαχτάρα για έναν πανηγυρικό αποχαιρετισμό, ένα εορταστικό αντίο σε έναν από εμάς που ξεψύχησε λίγες εκατοντάδες μέτρα από το γήπεδο. Ένα γκολ, για τον Χρήστο. Μια νίκη, στη μνήμη του. Πόσο παράλογο να το ζητάς από κάποιους που είναι αδύνατο να το καταλάβουν και δεν έχουν δίπλα τους ανθρώπους να προσπαθήσουν να τους το εξηγήσουν. Η γιούχα ήταν κυρίως εκτόνωση. Ο θρήνος, η απελπισία, η χρόνια κούραση από τη ματαιότητα της ελπίδας, η απερίγραπτη ένταση του συλλογικού πόνου, βρήκαν όλα προορισμό τους έντεκα που τελείωσαν το ματς και έπεσαν πάνω τους σαν εμετός από τα άρρωστα στομάχια μας. Αλλά κανείς δε συνήλθε, κανείς δεν ένιωσε καλύτερα μετά το ξέσπασμα. Η βεβαιότητα πως η λούπα του ξενερώματος θα συνεχιστεί για απροσδιόριστο διάστημα με τις συνήθεις διακοπές ένδοξων κατορθωμάτων της μιας βραδιάς δε σ’ αφήνει να ηρεμήσεις.

Θέλουμε μια κανονική ομάδα, που να παίζει μόνιμα στο απόλυτο των δυνατοτήτων της, όποιος κι αν τη στελεχώνει, όποιες κι αν είναι αυτές οι δυνατότητες. Μια ομάδα που να την καμαρώνουμε όπως μας καμαρώνει. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Όσο παραμένουμε εκτός διεκδίκησης του μεγάλου μας ονείρου, για όποιους λόγους κι αν συμβαίνει αυτό, η περηφάνια είναι και θα είναι το μοναδικό παυσίπονο για να την παλεύουμε. Μέχρι να γίνουμε κι εμείς η αφορμή για να ακουστεί το σύνθημα που μαύριζε τις ψυχές μας κάθε δέκα λεπτά το απόγευμα της καταραμένης Κυριακής 20 Αυγούστου.

2017 0717 Μαΐου, Λεωφόρος.

Μετά από δεκαετίες όπου οι Παοκτσήδες πληρώνουν τους λογαριασμούς που κάνουν διακόπτοντας αγώνες, έρχεται η ώρα να πληρώσει για τα σπασμένα μία αθηναϊκή ομάδα σε αγώνα εναντίον του ΠΑΟΚ. Η προπαγάνδα ξεκινάει από το πρώτο λεπτό και είναι επιτυχημένη: Μήνες μετά, η εντύπωση που έχει μείνει από το συμβάν δεν είναι το απλό «τραυμάτισες προπονητή, θα πληρώσεις», αλλά αυτό που, πάνω-κάτω, είχα περιγράψει στο κείμενο εκείνης της βραδιάς -όχι πως ήταν και δύσκολο να μαντέψεις τι θα ακολουθούσε. Προσωπικά, η πιο δυνατή εικόνα είναι το πουστριλίκι του Μπεργκ, που τραβάει από τα μαλλιά σαν να πλακώνονται κοριτσάκια στο Δημοτικό: Ο Μπεργκ, αυτός που κάποιοι ψιθυρίζουν πως θα φορέσει σύντομα τη φανέλα μας, ίσως επειδή κάποιοι στην ΠΑΕ ΠΑΟΚ εκτίμησαν πως η ομάδα χρειάζεται κι έναν κομμωτή, να ισιώνει τις φράντζες των συμπαικτών του.

Μέσα σε 48 ώρες οι μισοί φίλαθλοι στην Ελλάδα θα πιστεύουν πως για τη διακοπή του χθεσινού αγώνα φταίει ο ΠΑΟΚ. Τόσο χρειάζεται, πάνω-κάτω, να πιάσει τόπο η προπαγάνδα στους εγκεφάλους ακροατών, αναγνωστών και τηλεθεατών με μειωμένα έως μηδαμινά αντανακλαστικά και πνευματική λειτουργία σε safe mode -σημείο των καιρών, η εθελοντική προσφορά του μυαλού σου προς δενδροφύτευση και αναδάσωση από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Μέσα σε 48 ώρες και οι μισοί Παοκτσήδες αυτό θα πιστεύουν. Θα διαβάσουν, θα ακούσουν, θα μαραθούν, θα αρχίσει η μετατροπή της οπτικής μνήμης και το ξερίζωμά της αυτοβούλως, δεν είδα χέρι του Κουτρουμπή, δεν είδα τον Κρέσπο να κλωτσάει την μπάλα και όχι το πρόσωπο του Στιλ που σφαδάζει για ένα δευτερόλεπτο στο μπακγκράουντ, είδα τον Στιλ να κρατάει το πρόσωπό του άρα ο Κρέσπο τον χτύπησε στο πρόσωπο, δεν είδα τον Μπεργκ να επιτίθεται στον Κρέσπο, είδα τον Κρέσπο να του επιτίθεται πέφτοντας, δεν είδα τον Κουτρουμπή να χτυπάει τον πεσμένο Κρέσπο, δεν είδα τον Κουτρουμπή να ρίχνει μυτάκια κρυμμένος από πίσω επειδή από τότε που έφαγε τη σφαλιάρα του Ινσαουράλδε μόνο από πίσω μπορεί να βαράει ο μεγαλύτερος φλώρος του σύγχρονου ελληνικού ποδοσφαίρου, δεν είδα πως ο Ουάρντα δεν κάνει καν φάουλ αλλά αφού τρώει κίτρινη τότε είδα το φάουλ κι ας μην έγινε, το είπε η Ερασπόρ, το είπε ο Σκάι, το είπε η ΕΡΤ, το έγραψαν τα δέκα σάιτ που διαβάζω, δεν μπορεί να έχουνε άδικο όλοι αυτοί, ας τα είδα αλλιώς, δεν τα είδα, εγώ έκανα λάθος, ντροπή για την ομάδα μου να κάνει τέτοια πράματα, η μπύρα, ποια μπύρα, ναι, αλλά για τις πέτρες που πετούσαν το 1996 οι δικοί μου στους Πανιώνιους και τραυμάτισαν ποδοσφαιριστή δε λέτε τίποτα, εμείς φταίμε, εμείς, ο ΠΑΟΚ, αν το καλοσκεφτείς, όλοι αυτοί στα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες και τις ιστοσελίδες έχουνε δίκιο, δεν μπορεί να έχουνε άδικο τόσοι άνθρωποι. Θα πρέπει να τιμωρηθούμε με μείον έξι πόντους και να κλείσει η Τούμπα μέχρι να συλληφθούν όλοι οι υπεύθυνοι για τα χθεσινά εγκλήματα του ΠΑΟΚ. Μη με ρωτάς ποια εγκλήματα, δε θυμάμαι, αλλά για να φτάσω στο συμπέρασμα πως ο ΠΑΟΚ έκανε εγκλήματα, ε, θα έκανε, μη με σκοτίζεις.

Ο μισός κόσμος του ΠΑΟΚ ψαρώνει, επί δεκαετίες, με την προπαγάνδα των ίδιων των Παοκτσήδων δημοσιογράφων, σιγά μη γλίτωνε από τους επαγγελματίες της Αθήνας. Ειδικά τώρα, που υπάρχουν και «ανεξάρτητα» σάιτ, όπου ο Παοκτσής ζει την απόλυτη ψευδαίσθηση πως μπορεί να ενημερώνεται αντικειμενικά, εκεί είναι που τρώει τους μεγαλύτερους παπάδες αμάσητους -πριν λίγο καιρό, οι μισοί Παοκτσήδες πίστευαν πως έγινε ντου στο Αλεξάνδρειο επειδή γράφτηκε σε «αντικειμενικό» σάιτ. Ειδικά τον τελευταίο καιρό, που ζει άλλη μία παράλληλη ψευδαίσθηση πως «ο ΠΑΟΚ μεγάλωσε παρασκηνιακά και δε φοβάται πλέον» οι κατραπακιές πονάνε περισσότερο, αφού κάποιοι μηχανισμοί αυτοάμυνας στην παραμύθα έχουν χαλαρώσει. Και θα πονάνε, όσο αφήνουμε να μας υπνώνουν φωνές και άρθρα που μας καλούν να «μην ανησυχούμε, αρχίζει η εποχή του ΠΑΟΚ». Για όσους ζήσαμε, ζούμε και θα ζούμε τον ΠΑΟΚ από απόσταση αναπνοής και μέσα στο γήπεδο, η «Εποχή του ΠΑΟΚ» είναι όλη μας η ζωή -θα σταματήσουμε να ανησυχούμε για τον ΠΑΟΚ όταν πεθάνουμε, δε μας πιάνει στον ύπνο κανείς.

Αυτό που έγινε είναι αυτό που είδες. Τέλος. Αν ήσουν κοντά στην ομάδα, θα έβλεπες περισσότερα, δε θα περίμενες από τα ΜΜΕ να σου διαμορφώσουν άποψη για όσα συμβαίνουν στον ΠΑΟΚ, αλλά κι έτσι, από την τηλεόραση, κάτι θα βλέπεις από τους αγώνες που δείχνει, κάτι θα είδες και από χθες. Τον ξεφτιλισμένο επίσημο του Παναθηναϊκού που είχε δώσει λέιζερ στον λούλη τον κανακάρη του και τον καμάρωνε σε ζωντανή μετάδοση, μετατρέποντάς τον σε ένα ακόμα θύμα οικιακής παντοφλίασης που ψάχνει να ξεσπάσει στο γήπεδο πριν καν ενηλικιωθεί. Τις περιπέτειες του Κουτρουμπή στη χώρα των θαυμάτων. Το άνοιγμα του κεφαλιού του προπονητή που αύριο-μεθαύριο θα κατηγορηθεί ως θύμα, αν δεν κατηγορείται ήδη. Θα άκουσες από το κρατικό ραδιόφωνο πως «για όσα έγιναν αιτία είναι ο διαιτητής» από το στόμα ενός απόλυτου ηλίθιου που πληρώνεις εν καιρώ κρίσης, του ίδιου ηλίθιου που λίγα λεπτά πριν είχε δηλώσει «όπως είχα πει κι εγώ πολύ σωστά». Θα είδες όσα έδειξε η τηλεόραση και πάλι θα καταφέρουν να σου αλλάξουν αυτά που είδες και θα πιστεύεις πως δεν τα είδες. Όπως ακριβώς έγινε στους ημιτελικούς του Κυπέλλου, τόσο στη Λεωφόρο όσο και την Τούμπα. Άλλα είδες, άλλα πιστεύεις πως είδες. Κάνανε το 1-0 με επιθετικό φάουλ, κατάπιαν το πέναλτι κι εσύ έβριζες την ομάδα σου που «δεν έπαιξε μπάλα», έχανε τα άχαστα ο Κλωναρίδης που με ένα τετ-α-τετ του περνούσε ο Παναθηναϊκός κι εσύ έβγαινες στα social media και συζητούσες για «στημένη» διαιτησία.

Ήδη, οι πρώτες χυδαιότητες των φερέφωνων κατακλύζουν τα μάτια σου. Βρέθηκε δημοσιογράφος να μιλήσει για «ιστορική αντρίκεια συμπεριφορά» του Παναθηναϊκού, σε αντίθεση με αυτήν του ΠΑΟΚ -επαγγελματίας, ρε φίλε, που μιλάει για «αντρίκειο» Παναθηναϊκό και κλαίνε τα σόγια του Σαραβάκου, του Καραγκούνη, του Λάτσιου, του Λίτσα, του Σπάθα, του Βασιλάκη, του Μπάκα, του Χουάν Ραμόν Φόρτσα Ρότσα Μπουμπλή, του Βλάχου, του Λούπου, του Κουτρουμπή, του Χουλτ, του Μπεργκ, του Στιλ, του Καραμάνη, τρίζει η σκανδάλη του κουμπουριού του Βαρδινογιάννη και ετοιμάζεται να εκπυρσοκροτήσει από μόνο του. Η πιο βρώμικη ομάδα στην ιστορία του ποδοσφαίρου μας, η ομάδα που ανήκει σε έναν οπαδό του Ολυμπιακού που έτρεχε με τις βοθροφυλλάδες του λιμανιού στα δικαστήρια για να καταδικάσει τον ΠΑΟΚ μόλις βγήκε από την αγκαλιά του Σαββίδη, αυτή η ομάδα έχει ακόμα στόμα και μιλάει για «ανδρισμό». Και μιλάνε απευθυνόμενοι στον κόσμο του ΠΑΟΚ, που έχει γεμίσει τις φυλακές και τα τρελοκομεία πληρώνοντας κάθε λογαριασμό, μικρό ή μεγάλο, αληθινό ή κατασκευασμένο, δίχως να ψάχνει να φορτώσει την ευθύνη για τα σπασμένα αλλού. Ο Ανδρισμός γράφεται εδώ πάνω με «Άλφα» κεφαλαίο τόσες δεκαετίες και την κάθε μαλακία μας δεν τη φορτώνουμε ποτέ στους άλλους παρά στα πονεμένα μυαλά και τα άδεια κεφάλια μας -ο δικός σας ανδρισμός γράφεται με «Άλφα» κουτάκι.

2017 064 Μαΐου, Παλατάκι.

Το γήπεδο γεμίζει για να σηκώσει την τρίτη συνεχόμενη κούπα του πρωταθλητή, αλλά ο Ολυμπιακός μας σαρώνει και ισοφαρίζει τη σειρά σε 2-2, ακυρώνοντας το προβάδισμα που είχαμε πάρει στην έδρα του τρεις μέρες πριν. Η εμφάνιση των δύο ομάδων δεν αφήνει πολλή αισιοδοξία: Ως εδώ ήταν, πήραμε δύο τίτλους, το παλέψαμε, δεν μπορούμε φέτος να το ξανακάνουμε. Το πέμπτο ματς το χαρίζαμε στον αντίπαλο ήδη, πριν λήξει το τέταρτο. Ο Τσούπκοβιτς κάνει το 26-28, που σημαίνει 0-3 και αντίο ζωή, τρέχει προς τη φυσούνα και το μετανιώνει. Κανείς δεν του επιτίθεται, κανείς δεν πετάει καρέκλες, μπουκάλια, φωτοβολίδες, πυρσούς, αναπτήρες, πέτρες, κανείς δεν ξερνάει εναντίον του δίκαιου νικητή. Η κερκίδα σηκώνεται και χειροκροτάει τους χαμένους, που έδωσαν ό,τι είχαν κι αυτό που είχαν δεν έφτανε. Καμιά φορά δεν φτάνει. Αυτό που θα γινόταν τρεις μέρες αργότερα στου Ρέντη έμοιαζε με επιστημονική φαντασία, αλλά η συμπεριφορά της κερκίδας εκείνο το απόγευμα, μετά την πιο πικρή ήττα και πρώτη σε αγώνα που η νίκη θα έδινε το Πρωτάθλημα, ήταν η πιο μεγάλη απόδειξη σεβασμού προς το άθλημα που μας έκανε περήφανους την τελευταία τριετία.

Αποχαιρετούσαμε την ομάδα με μόλις μία νίκη στους τελικούς, εκείνο το 3-0 στις 28 Απριλίου, που για να το δω έκανα τον γύρο του Νομού Θεσσαλονίκης και της μισής Χαλκιδικής:

Ξυπνητήρι στις 6:15. Γρήγορο ντους, πρωινό, γάλα στη μικρή χουλιγκάνα που αναρωτιόταν γιατί με ξυπνάς πάλι μέσα στη νύχτα. Ντύσιμο για τη δουλειά, ντύσιμο στη μικρή που ακόμα μισοκοιμάται, όπως κι εγώ που κατάφερα να κλείσω μάτι γύρω στις δύο το πρωί από την υπερένταση της τεσσάρας στον Παναθηναϊκό και το στομάχι βαρύ από τα εορταστικά βρώμικα. Εφτά παρά δέκα στο δρόμο για τον παιδικό. Αναμονή στη στάση, αστικό, μετά ενάμισο χιλιόμετρο περπάτημα πήγαινε-έλα -το «πήγαινε» χοροπηδώντας και κόβοντας παπαρούνες για να τις πάει στη δασκάλα της. Για άλλη μια φορά, της είπε πως ήταν το πρώτο παιδί που έφτασε στο σχολείο και η Λιλιγκάνα καμάρωνε επειδή «σήμερα φόρεσα τα γρήγορα παπούτσια μου».

Κι άλλο αστικό για το ΚΤΕΛ. Πάλι στο τσακ το πρόλαβα, έφτασα στη δουλειά στην ώρα μου. Πρόλαβα να φτιάξω έναν καφέ να συνέρθω. Στο σχόλασμα έφτιαξα έναν ακόμα, για τη διαδρομή ως τη στάση του λεωφορείου, άλλο ενάμισο χιλιόμετρο μέσα στον ήλιο. Το επόμενο δρομολόγιο έφευγε σε μία ώρα και κάτι, έκατσα για τον τρίτο καφέ της ημέρας και ζητιάνεψα μια πρίζα να φορτίσω την μπαχατέλα που δεν κρατάει, πλέον, ούτε μισή μέρα. Δεν προλάβαινα με τίποτα τον τελικό -στην καλύτερη, θα έχανα τα δύο πρώτα σετ. Έστειλα μήνυμα στην Άννα στο σπίτι και στο Μήτσο στο Παλατάκι, να με ενημερώνουν. Μπήκα στο λεωφορείο με την έναρξη αλλά μπαταρία ούτε να το ακούσεις από το ραδιόφωνο.

Κάνα μισάωρο μετά, άνοιξα το κινητό, που με απειλούσε πως χρειάζεται φορτιστή μ’ εκείνο το εφιαλτικό μπιπ-μπιπ παρά το τάισμά του επί μία ώρα στο καφενείο όπου είχα αράξει. Δύο μηνύματα, και τα δύο έγραφαν το ίδιο: 1-0. Το ξανάνοιξα και τα μηνύματα έγραφαν πάλι το ίδιο πράμα: 2-0. Άρχιζε το τρίτο σετ κι εγώ μόλις είχα κατεβεί από το λεωφορείο στο δρόμο της Θέρμης, στη διασταύρωση με την Αντύπα. Υπολόγιζα πως το Παλατάκι απέχει με τα πόδια πέντε λεπτά. Έκανα λάθος, ήταν δεκαπέντε λεπτά, μπήκα στο τρίτο σετ και ο πίνακας έγραφε 15-14. Τράβηξα προς τη γνωστή μου θέση, ο Μήτσος καθόταν αρκετά παραπέρα. Μου έγνεψε πως δεν έρχεται δίπλα μου επειδή η θέση του είναι γουρλίδικη. Είδαμε τους δέκα τελευταίους πόντους του ΠΑΟΚ χώρια. 3-0, ισοφαρίσαμε τη σειρά των τελικών στο μισοάδειο-μισογεμάτο Παλάτι όπου είχαμε σηκώσει τα δύο μας πρωταθλήματα με τον κόσμο να κρέμεται από τα κάγκελα. «Άμα πάρουμε το διπλό τη Δευτέρα, στον τέταρτο τελικό θα γεμίσει». «Άρα στον τέταρτο τελικό θα γεμίσει».

Αυτός ήταν ο δεύτερος τελικός για μένα. Δέκα πόντοι του ΠΑΟΚ, δέκα-δεκαπέντε λεπτά αγώνα. Γύρισα σπίτι, έκανα ντους, έφαγα, έπεσα για ύπνο. Ξυπνητήρι στις 4:30. Το Σάββατο θα έφευγα 4:50 το πρωί, θα γυρνούσα 4:30 το απόγευμα, θα έχανα το Άρης-ΠΑΟΚ επειδή κατέρρευσα από την κούραση, θα έχανα και την παρουσίαση του βιβλίου του Δήμου, που είναι καλό Παοκτσάκι και ήθελα να είμαι εκεί. Θα ξυπνούσα το πρωί της Κυριακής, χαράματα, με ένα φραπέ στο μπαλκόνι, στη βροχή, και θα διάβαζα τι έγινε στο Παλέ από τις ιστοσελίδες. Και το απόγευμα, θα τραβούσα για την Τούμπα, εγώ και λίγες χιλιάδες ακόμα, με τους δρόμους βρεγμένους από τη συνεχή ψιχάλα της μέρας -ήταν η σειρά μου, έτσι το πάμε, μια η Άννα στην Τούμπα κι εγώ τα παιδιά, μια εγώ στην Τούμπα κι αυτή τα παιδιά, της είχε κάτσει ο ημιτελικός, μου έκατσε στη σειρά η Κέρκυρα. Μας έκατσε και το δώρο από τη δική της δουλειά, που πληρώθηκαν νωρίτερα το μηνιάτικο και πήρα τσιγάρα, ολόκληρο πακέτο, ήπια και μια μπύρα μετά το ματς, μεγαλεία. Δευτέρα πρωί, θα διάβαζα σχόλια για τους «Θεσσαλονικιούς, που τους είναι τόσο εύκολο επειδή μένουν δίπλα στο γήπεδο και δεν πάνε σε κάθε ματς και ντροπή τους».

2017 054 Ιανουαρίου, Αθήνα, κέντρο.

Ο ΠΑΟΚ παίζει για το μπασκετικό Τσάμπιονς Λιγκ εκτός έδρας με τη Βιλερμπάν και η ΑΕΚ την ίδια ώρα στο Σάσαρι. Στον πάνω όροφο Παοκτσήδες, στον κάτω όροφο αεκτσήδες. Ο ΠΑΟΚ χάνει, η ΑΕΚ χάνει, σε όλη τη διάρκεια των δύο παιχνιδιών και οι πάνω και οι κάτω δεν σταματάνε να φωνάζουν, να πανηγυρίζουν, να βρίζουν προς τις αντίστοιχες τηλεοράσεις όπου παρακολουθούν τις ομάδες τους. Τα δύο ματς λήγουν ταυτόχρονα, ο κόσμος φεύγει από το μαγαζί ανακατεμένος, ασπρόμαυροι και κιτρινόμαυροι. Οι μόνες λέξεις που ανταλλάσσουν οι οπαδοί των δύο ομάδων είναι οι καληνύχτες στο φευγιό. Πας σπίτι και δεν μπορείς να κλείσεις μάτι, ξανασκέφτεσαι τι πάει να πει «αντίπαλος», «εχθρός», «μίσος», τι πάει να πει «διαφορά».

2017 048 Φεβρουαρίου, Παλατάκι.

Ο Λαός που έχει ταξιδέψει εκατομμύρια χιλιόμετρα σε όλη την Ευρώπη για να φωνάξει «ΠΑΟΚ» σε όποιο γήπεδο αγωνιζόταν η ομάδα που υποστηρίζει, που έχει συγκρουστεί και έχει ξεπεράσει κάθε εμπόδιο που βρέθηκε στο διάβα του για να διαδηλώσει από την κερκίδα την αγάπη του, που έχει γράψει την πιο μεγάλη και θαυμαστή ιστορία για τη λατρεία του προς τη φανέλα με τον Δικέφαλο, ο Λαός που έμαθε από παιδί μικρό το «ΠΑΟΚ εναντίον όλων» ως πρώτο και πιο σημαντικό μάθημα μπαίνοντας στην κερκίδα, γίνεται ο Λαός που μέσα στο ίδιο του το σπίτι ξεχνάει να φωνάξει «ΠΑΟΚ» και αναλώνεται σε αυτάρεσκα συνθήματα και ανταλλαγές φιλοφρονήσεων με τους φιλοξενούμενους δίχως να ενδιαφέρεται για το ματς. Μία εβδομάδα μετά, η επίσης μικτή κερκίδα στο Βελιγράδι θα παραδώσει μαθήματα ταυτόχρονου σεβασμού προς τον αντίπαλο αλλά και στήριξης προς την ομάδα, γιουχάροντας τον ΠΑΟΚ, υποστηρίζοντας την Παρτιζάν, πετώντας μέχρι και αντικείμενα προσπαθώντας να γυρίσει το ματς. Παραλίγο θα τα κατάφερνε -ο ΠΑΟΚ πέρασε χάρη στην τρελή βραδιά του ΜακΦάντεν, αλλά η πιο μαύρη σελίδα της κερκίδας μας είχε ήδη γραφτεί, για να μας στοιχειώνει για πάντα.

2017 036 Μαΐου, Βόλος.

Ο ΠΑΟΚ σηκώνει τον τρίτο του ποδοσφαιρικό τίτλο στα τριάντα χρόνια που τον ακολουθώ. Όπως κάθε τελικός, ούτε αυτός θα μπορούσε να είναι μια απλή υπόθεση:

Μετά από ένα δίωρο πανηγυριών και ασταμάτητης λογοδιάρροιας, επιτέλους στο σπίτι επικρατούσε ησυχία. Δε ρίχνεις κάθε μέρα τέσσερα γκολ στον Παναθηναϊκό, δεν πας κάθε μέρα σε τελικό, ξεφύγαμε το βράδυ της Πέμπτης μετά το ματς και οι σφυγμοί δεν έπεφταν με τίποτα. Αλλά ξημέρωνε Παρασκευή και εκείνη η Παρασκευή ήταν η μέρα που μας έβρισκε φιναλίστ, περίεργο το συναίσθημα, δεν μπορείς να το συνηθίσεις όταν σου συμβαίνει μόλις πέντε φορές σε τριάντα χρόνια. Ανατριχιάζεις, ανυπομονείς, δε σε χωράει ο τόπος. Ο ένας σχολίαζε το ματς που μόλις είχε δει, ο άλλος προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις επιλογές για το γήπεδο όπου θα γίνει ο τελικός, η Άννα δεν μπορούσε ακόμα να συνέλθει, τι είχε μόλις ζήσει, δεν το πίστευε, μιλούσαμε τρεις άνθρωποι ταυτόχρονα επί ώρες, κανείς δεν άκουγε κανέναν, μόνο να το βγάλουμε από μέσα μας θέλαμε -πήγαμε τελικό. Ναι, ρε πούστη, πήγαμε τελικό. Αρχίσαμε να τρώμε τα βρώμικα για να πάρουμε δυνάμεις και ήταν η πρώτη σιγή από τη λήξη του ματς.

Το Σάββατο του τελικού δουλεύω. Η Άννα δε δουλεύει, ο Μήτσος έχει πάρει άδεια από καιρό, βέβαιος πως θα φτάσουμε ως το τέλος. Αν παίξουμε Κρήτη πετάμε με αεροπλάνο τη μέρα του ματς, αν παίξουμε οπουδήποτε αλλού πετάμε με το αυτοκίνητο. Τι ώρα σχολάω το Σάββατο. Δύο το μεσημέρι. Θα το αλλάξω, θα μπω στο πρωινό ωράριο. Τελικός είναι, δεν τον χάνουμε. Η Άννα με κοιτούσε στα μάτια, μιλούσα σε πληθυντικό αλλά δεν καταλάβαινε αν ο πληθυντικός ήταν εγώ κι ο Μήτσος ή εγώ κι αυτή. Από τη μέρα που κάναμε παιδιά οι εκδρομές περιλαμβάνουν είτε έναν από τους δυο μας είτε και τους δυο μας μαζί με τα παιδιά και σε τέτοιο ματς τα παιδιά δεν τα σέρνεις μαζί σου. Εκτός κι αν παίζαμε στο ΟΑΚΑ, που μπορούμε να αφήσουμε τα παιδιά στους συγγενείς.

Το 1992 η Άννα δε με είχε γνωρίσει ακόμα κι εγώ είχα οργανώσει από Καβάλα την εκδρομή με την πιο ιστορική επιστροφή που έχει ζήσει επαρχιακό εκδρομικό πούλμαν, με τις ασπίδες της διμοιρίας που είχε εγκλωβιστεί ανάμεσα σε Θύρα 4 και 4Α να γίνονται αιώρες για τους κουρασμένους πολεμιστές στο διάδρομο. Το 2001 είχε πάθει έλκος από το δικό μου άγχος να πάρω άδεια από το στρατό και να οργανώσω χίλιες δυο λεπτομέρειες για να καταφέρω να πάω Φιλαδέλφεια και τα κατάφερα, εκτός από το να σηκωθώ το πρωί του τελικού από το κρεβάτι. Το 2003 είχαμε ραντεβού να δούμε το ματς στο Ρετζίκι και την πήρα τηλέφωνο μέσα από το γήπεδο να πάει μόνη της στο Ρετζίκι επειδή εγώ αποφάσισα να μπω. Το 2014 ακόμα θήλαζε τη μικρή μας και δεν έκανε βήμα, ούτως ή άλλως, από το σπίτι. Φτάσαμε 2017 και δεν είχε πάει σε τελικό ποδοσφαίρου. «Τα παιδιά πού θα τα αφήσουμε»; Ποια παιδιά, ρε φιλενάδα, τελικό παίζουμε. Δε γέλασε.

Άρχισε το κλασικό Παοκτσήδικο γλέντι για τα εισιτήρια. Γιατί να πάρουν τα πρεζάκια και να μην πάρουμε εμείς οι αιμοδότες, γιατί να πάρουν οι λεζάντες και να μην πάρουμε εμείς οι μόνιμοι της Τούμπας, γιατί να πάρουν αυτοί και όχι οι άλλοι και μια ζωή η πονεμένη η ιστορία για το ποιοι θα πάνε και ποιοι δε θα πάνε. Το ίδιο πανηγύρι για το γήπεδο του τελικού. Γιατί να γίνει στο Παγκρήτιο και όχι στο ΟΑΚΑ, ποιο Πανθεσσαλικό και ποιο Παμπελοποννησιακό και σιγά μην το κάνουμε και στην αλάνα της Φιλαδέλφειας ή στη Στουτγκάρδη ή στο Τιμπουκτού. Μόλις μαθεύτηκε πως υπεύθυνος για τον τελικό είναι ο Βρύζας, απλώς σταυροκοπήθηκα, μετά από πολλά χρόνια, έτσι, στο αόριστο. Σταυροκοπήθηκα. «Αν υπάρχεις, βάλε το χέρι Σου».

Το επόμενο μίτινγκ ήταν σοβαρό, δεν είχε πανηγύρια και λογοδιάρροιες. Ξέραμε πως ο αγώνας θα γίνει στο Βόλο, όπως ξέραμε και πως δε θα έχουμε εισιτήρια. Τα βάλαμε κάτω, με χαρτί και στιλό, κάναμε εκτεταμένα σχέδια, εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης, υπολογίσαμε όλα τα δεδομένα και με τεχνοκρατική δουλειά και επιστημονική ακρίβεια καταστρώσαμε το απόλυτο σχέδιο για το πώς θα πάμε στον τελικό και οι τρεις μας χωρίς να αφήσουμε ούτε λεπτομέρεια που να μπορούσε να μας χαλάσει το πλάνο: Θα πάμε με το αυτοκίνητο χωρίς εισιτήρια και κάπως θα μπούμε, δεν μπορεί, σιγά μη μας αφήσουν απ’ έξω.

Μέχρι να έρθει το Σάββατο, βρέθηκαν και τα εισιτήρια. Σ’ αυτό τον κόσμο ζούνε και καλοί άνθρωποι, που σε βοηθάνε στη δύσκολη ώρα σου και πάντα μπορείς να ελπίζεις πως θα πέσεις πάνω σε έναν από αυτούς και να η τοποθέτηση προϊόντος στο κείμενο για τον αδερφό που μας καβάτζωσε και δικαίωσε τη φήμη του ως καλός χριστιανός που αγαπάει τον πλησίον του και, μπορεί να τον κοροϊδεύουμε που κάθε Κυριακή τραβιέται από τα ξημερώματα στις εκκλησίες και στις εκδρομές διαβάζει Ελεύθερη Ώρα, αλλά το σωστό να λέγεται και το ευχαριστώ να γράφεται για τον κομπογιαννίτη που θα του χρωστάμε την άνεση με την οποία ταξιδέψαμε μέχρι το Βόλο και θα πρέπει να περιμένει έξι χρόνια να ξαναπάμε τελικό να ανταποδώσουμε το δώρο -πέντε τελικοί σε τριάντα χρόνια τόσος είναι ο μέσος όρος, όπως και να το δεις.

Όλα έτοιμα για το ταξίδι, με μοναδική εκκρεμότητα «τα παιδιά». Πού θα αφήσουμε τα παιδιά, ποιος θα τα προσέχει και τέτοιες λεπτομέρειες. Ρε κάπου θα βρούμε, τόσους έχουμε, τι σκας. Οι δικοί της δεν μπορούσαν. Οι δικοί μου δεν μπορούσαν. Η μία κουμπάρα δεν μπορούσε. Η άλλη μπορούσε αλλά τελευταία μέρα έκατσε η γκαντεμιά. Δυο-τρεις άλλοι συνήθεις ύποπτοι δεν μπορούσαν. «Τις παίρνουμε μαζί μας και τις πάμε σε παιδότοπο στο Βόλο», δεν έκατσε η πρόταση. «Τις αφήνουμε σπίτι με δέκα καινούργιες παιδικές ταινίες», ούτε αυτή άρεσε. «Δεν έρχεσαι μαζί μας», έγινε επανάσταση, δεν την έπιανα πουθενά. «Ο Άντι», με κοιτάζει στα μάτια και μου λέει, «ο Άντι είναι η τελευταία μας ελπίδα». Την κοιτάζω στα μάτια και δε λέω τίποτα. Με ξανακοιτάζει στα μάτια και με ρωτάει «τον εμπιστεύεσαι»; Και την ξανακοιτάζω κι εγώ και της λέω «άνθρωπο που πηγαίνει τέσσερα χρόνια σερί στο μπάσκετ του ΠΑΟΚ και δε χάνει ματς τον εμπιστεύομαι, έχει υπομονή».

Εγώ δεν είχα τέτοια άγχη. Αγχωνόμουν, μεν, για τρία πράγματα, αλλά εντελώς διαφορετικά. Τι ώρα θα σχολάσω το Σάββατο, πώς θα περάσω καπάκι νερού στο γήπεδο και πώς θα αντέξω να ακούω τα χανούμια με τις ώρες να τραγουδάνε πορομπομπόμ. Για το πρώτο ενημέρωσα από νωρίς στη δουλειά. «Εγώ 14:00 που γράφει το πρόγραμμα δε σχολάω, θα πάει γκαντεμιά με το κωλονούμερο και θα χάσουμε το παιχνίδι. Θα χτυπήσω κάρτα 13:59». Με κοίταξαν λίγο περίεργα, δεν ασχολήθηκε κάποιος μαζί μου, οπότε πάει το πρώτο άγχος. Για το καπάκι το άγχος κράτησε μέχρι την είσοδο, όπου δε με συνέλαβαν αλλά απέτυχα. Και φτάσαμε στο πορομπομπόμ, που μου έλεγαν κάτι δικοί μου «σιγά, ρε, μην πουν το πορομπομπόμ, ντάξει, τελικός είναι, θα πούνε κανονικά συνθήματα» κι εγώ τους προειδοποιούσα, τα χανούμια δεν έχουνε μπέσα, θα το λένε το πορομπομπόπ-πόροπ-πορέροπ-πέρομ-περόμ μέχρι τα πέναλτι και θα θυμηθούνε μέχρι και το λοκατζίδικο που λέγανε πριν δεκαετίες που ήταν η σκεπαστή κιτρινόμαυροι πεζοναύτες αμερικανάκια και φωνάζανε «την ΑΕΚ μου την αγαπώ» εν-δυο-κάτω και ένας λοχίας με χαραγμένο κράνος από σφαίρα Βιετκόνγκ επαναλάμβανε με σιδερένια φωνή τα παραγγέλματα κι ο Κιούμπρικ κινηματογραφούσε, ένα «Η Φανέλα Με Το 9» που γυρίστηκε στη Φιλαδέλφεια και ένα το «Full Metal Jacket», αυτοί μέχρι και «σεισμός, σεισμός, ο Μαύρος ο Θεός» θα φωνάξουν, που έχουν να μας δούνε σε τελικό από τότε που έπαιζε ο Θωμάς και θα θυμηθούν τις παλιές δόξες, όπως τον Ντανιέλ Μπατίστα που τον πετύχαμε στη διαδρομή και μια χαρά παλικάρι μας βγήκε, τελικά. Αλλά δικαιώθηκα, ρε κουφάλες, το πρώτο πράμα που φώναξαν οι αεκτσήδες μόλις μαζευτήκαμε να αρχίσουμε τα συνθήματα ήταν το «πορομπομπόμ». Και το βούλωσαν όλοι τριγύρω, έμειναν με τα βλέμματα «πάλι είχες δίκιο, ψηλέ».

Φύγαμε δύο και κάτι, φτάσαμε πέντε στο Βελεστίνο, όπου κάτι περίεργοι είχαν φέρει τα εισιτήριά μας από το Νότο. Το μαγαζί δεν είχε άλλο φαγητό να μας εξυπηρετήσει, τα είχανε φάει όλα, «μόνο να πιείτε έχουμε», είπε η κοπέλα. Τα περίπτερα κλειστά, είχαν συνεννοηθεί τρεις περιπτεράδες που βλέπουνε πολύ Σκάι να τα σφαλίσουνε μην τους τα ρημάξουν οι Παοκτσήδες, που ο πιο μικρός από όσους βρέθηκαν στο Βελεστίνο ήταν τριάντα πέντε και ο πιο γρήγορος ζήτημα να περνούσε τον Τζιόλη σε σπριντ πενήντα μέτρων. Αυτοί χάσανε, αφήσαμε τα λεφτά μας σε άλλο χωριό, την επόμενη φορά να μη φοβούνται τα μπαρμπάδια του ΠΑΟΚ που είναι κιμπάρηδες και πληρώνουν τους λογαριασμούς τους, είχε κόσμο που λογικά είχε πάει μέχρι και στον τελικό του 1939, αλλά και νεαρούς που έτρεχαν με το Μανάβη από τη δεκαετία του ’60. Παραδίπλα μας, κάτι βετεράνοι του αμέσως προηγούμενου τελικού ΑΕΚ-ΠΑΟΚ, αυτοί που είχαν αναγκάσει τον πίνακα του ΟΑΚΑ να γράψει «ΦΙΛΑΘΛΟΙ ΤΗΣ ΑΕΚ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΟΚ ΟΙ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΜΑΤΕ ΜΕΧΡΙ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΕΣ. ΗΡΕΜΗΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΗ Ο ΑΓΩΝΑΣ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΘΑΝΟΤΗΣ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΑΝ ΣΥΝΕΧΙΣΕΤΕ» και κατόπιν την πολιτική ηγεσία να δηλώσει, πριν από 34 χρόνια, πως «δεν θα ξαναγίνει ποτέ αγώνας ποδοσφαίρου στο Ολυμπιακό Στάδιο», που αν το είχαν τηρήσει, οι πανίβλακες της Πασοκάρας, τώρα θα είχαμε σηκώσει πέντε-έξι κούπες ακόμα που όλα τα χάναμε στο ΟΑΚΑ.

Αυτοί δεν είχαν να μας ταΐσουν, αλλά εμείς είχαμε την Άννα με τα μαγικά της σαντουιτσάκια. Όταν τελείωσαν προσπάθησα να τα μετρήσω: Έξι στρογγυλά, έξι μακρόστενα, έξι μαργαρίτες, συν οι αράβικες πίτες συν το ψωμί του τοστ, πρέπει να ήταν πάνω από τριάντα. Και σε όλα είχε βάλει, η αθεόφοβη, αυτοκόλλητες ετικέτες, «κολοκυθοκεφτές-φέτα-αγγούρι», «πάριζα-κασέρι-ντομάτα», κεφτεδάκι-τυροσαλάτα-φέτα» και τέτοια, σαν ετοιματζίδικα. Μωρή, γι’ αυτό μου είπες που σε πήρα από τη δουλειά «δεν προλαβαίνω», κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί δεν προλαβαίνεις, μια μπλούζα σου είπα να μου φέρεις, την ταυτότητά μου και δυο-τρία πράματα κι εσύ έφτιαχνες έξι ώρες κέιτερινγκ να ταΐσεις το μισό γήπεδο. Αράξαμε κάτω από ένα πλατάνι (λέω τώρα, μπορεί να ήταν άλλο δέντρο αλλά σαν το πλατάνι δεν έχει σε κείμενο), φάγαμε από πέντε σάντουιτς ο καθένας, ήρθαν και κάτι καμένοι δικοί μας άσχετοι που ρωτούσανε «εεε, ρεεε, πού βρήκατε ρε να πούμε φαΐ ρεεε» και τους είπαμε «πάρτε, φτάνει για όλους». Ρώτησε ο ένας «πόσο κάνει το σάντουιτς», απάντησα «ένα ευρώ» και έβγαλε λεφτά, ναι, έβγαλε λεφτά ο κάγκουρας ο Παοκτσής, δύο ευρώ κρατούσε και ζήτησε «βάλε με δύο, να πούμε», το πίστεψε. Δεν τους πήραμε λεφτά, μαλακία, έπρεπε να βγάλουμε κάνα σπασμένο της εκδρομής.

Από την Παρασκευή, κάποιοι φασίστες με κιτρινόμαυρα έκαναν ελέγχους ταυτοτήτων στην πόλη του Βόλου, με στυλιάρια και ρόπαλα. Μιλούσα με δικούς μου αεκτσήδες από Αθήνα και τρέμανε, «γάμα τους, κάτι μαλακισμένα είναι που ζούνε για το τραμπούκο». ΑΕΚ η μάνα της προσφυγιάς και ιστορίες για αγρίους οπαδούς που τσεκάρουνε αν είσαι από Θεσσαλονίκη για να σου σπάσουνε το κεφάλι, πάνω από όλα η ελευθεριακή συνείδηση, δεν άρχισε καλά ο τελικός, είχα και τον ανιψιό στα τσιπουράδικα από Παρασκευή και ανησυχούσα, που το «λου» του δεν είναι για να τη βγάλει καθαρή σε ενδεχόμενο πέσιμο από φασιστάκια. Φόρτωναν και οι δικοί μας εδώ πάνω, θέλανε να κατεβούνε νωρίτερα, να δείξουνε τις ταυτότητές τους να δούνε τι θα γίνει, δηλαδή να πούμε ξέρω ‘γώ. Δεν ήταν καλά τα μηνύματα, είχε χτυπήσει ο συναγερμός.

Είχα ξυπνήσει ξημερώματα και άφησα μια λίστα με εφτά πράγματα στην Άννα που έπρεπε να κάνει μέχρι να έρθουν να με πάρουν από τη δουλειά για να φύγουμε. Έκανε τα έξι, ξέχασε το έβδομο, δε μου έφερε τσιγάρα. Και με κλειστά τα περίπτερα στο Βελεστίνο, μας είπαν πως το επόμενο είναι μέσα στην πόλη. Στην πόλη έκαναν παιχνίδι οι αεκτσήδες και οι μπάτσοι δε θα μας άφηναν, οπότε πρότεινα το άκρως μαναβίσιο κόλπο να στολίσουμε τα τρία αυτοκίνητα με γαμησιάτικη διακόσμηση, κορδέλες, λουλούδια και τα σχετικά, να μπούμε στο Βόλο κορνάροντας τιρινίνι-τιρινίνι και να μας χαιρετάνε κι οι μπάτσοι και τα χανούμια και να μας εύχονται καλούς απογόνους, αλλά μάσησαν οι φλώροι και δεν το κάναμε. Ρωτούσαν κάτι άκαπνοι πιτσιρικάδες άνιωθοι «δε σου φτάνουν πέντε τσιγάρα για όλο το ματς» και τους απάντησα με τη λήξη, που είχα ήδη καπνίσει το ενάμισο από τα δύο πακέτα που βρήκαμε στο βενζινάδικο πριν το γήπεδο. Εκεί όπου ακούσαμε από τα σιμπί των μπάτσων παραδίπλα πως μέσα στο γήπεδο γίνεται πανηγύρι. Τέρμα το γκάζι, παρατήσαμε το αμάξι όπου να ‘ναι και τρέξαμε μέσα -για έναν περίεργο λόγο δεν κοίταξε κανείς αν έχουμε εισιτήριο ή αν κουβαλάμε μαζί μας κάτι και κανείς δε μας έδωσε αυτοκολλητάκι. Στο πανηγύρι του χωριού μου δεν τη γλιτώνεις, αυτοκολλητάκι Ιερά Πανήγυρις θα σου κολλήσουν θέλεις δε θέλεις, αλλά στο Βόλο αυτοκολλητάκι πουθενά. Λίγα βήματα πριν την είσοδο, θυμήθηκε ένας Κρητικός της παρέας το μπουκάλι κρασί που είχε φέρει από το νησί και ξαναγύρισε να το πάρει από το αυτοκίνητο, τυχερός, είχε να πίνει σε όλο το ματς.

Μπήκαμε και όλα ήταν παραμορφωμένα. Πρησμένα μάτια, κόκκινα, αίματα στην είσοδο, έκαιγε ο αέρας που έφερνε από την άλλη πλευρά τα δακρυγόνα που είχαν πέσει στους αντιπάλους, λίγο πριν αρχίσουν να πέφτουν και δίπλα μας. «Φεύγει κόσμος, ρε μαλάκα», μου είπε ένας αντίπαλος στο τηλέφωνο. Όντως, έφυγε κόσμος. Όχι πως θα το γέμιζαν, αλλά είχαν απώλειες. Δεν ξέρω με ποια οπτική είχαν δει κάποιοι τον τελικό και αν είχαν έρθει με σποράκι και φελιζόλ να παρακολουθήσουν τη γιορτή του ποδοσφαίρου που έλεγε η ΕΠΟ, όμως πόσο μυαλό θέλει να μυριστείς τι θα γίνει, οι δικοί σου από χθες τριγυρνάνε ντυμένοι νεοναζί τραμπούκοι και τσεκάρουν εντοπιότητα, εσύ τι νομίζεις, πως δε θα έρθουν στο γήπεδο και τα κάνουν όλα αυτά εξωαγωνιστικά, για να κερδίσουν τις εντυπώσεις; Το πιο συγκλονιστικό μήνυμα ήρθε από αεκτσή, λίγο μετά το ματς: «Αιμορραγούσε δίπλα μου το παλικάρι, ρε φίλε, σα σφαγμένο αρνί μύριζε, αίμα παντού και ασθενοφόρο πουθενά, τον άφησαν μισή ώρα στο τσιμέντο και τον δέναμε στις πληγές με τα κασκόλ της ΑΕΚ».

Τα Παοκτσάκια φίσκα το κομμάτι τους, μέχρι εκεί όπου είχε τις διμοιρίες, γεμάτοι, μασίφ, ένα πράγμα δεμένο, ατόφιο, άσπαστο. Οι απέναντι σαν ομιλία του ΠΑΣΟΚ χωρίς τον Μπιρσίμ, μαζεμένοι στο κέντρο, αριστερά τους οι επίσημοι, δεξιά τους λίγοι τολμηροί που πλησίαζαν τους Παοκτσήδες στα εκατό μέτρα. Από πάνω, άλλο έργο, αδιάφορο. Άλλο σύμπαν. Δε θέλω να το αναλύσω. Ντου από τους μπάτσους μέσα στην κερκίδα, ξύλο, χτυπήματα, γυμνοί δικοί μας πέφτανε ουρλιάζοντας πάνω τους, έτρωγαν καμπόσες, ανταπέδιδαν, έτρεχαν, γύριζαν, η διμοιρία έκανε το γύρο και μπήκε από την άλλη, κι άλλα δακρυγόνα, κι άλλο κλάμα, πήραμε την καρτέλα και η Άννα έσπαζε Μαλόξ και μοίραζε στον κόσμο σα γυναίκα της Πίνδου, πιάσαμε ένα στασίδι να θαυμάζουμε όλο το θέαμα ψάχνοντας τη θέση από την οποία θα βλέπαμε τον τελικό, αν γινόταν ο τελικός. Πήγαμε στη Χαλκίδα, δε βλέπαμε πίσω από τα πανιά, κάναμε αριστερά και πέσαμε πάνω στην Κρήνη. Σαν στο σπίτι μας, όλοι δικοί μας. Αριστερά Κρήνη, δεξιά Χαλκίδα, πάνω Αθήνα, μπροστά ο Σταυράκης σε ρεσιτάλ καριέρας. Παραγγελιά να το είχα κάνει δε θα μου καθόταν τέτοιο βόλεμα σε περιβάλλον τελικού. Έκανε ώρα να συνέλθει δίπλα μου η Άννα, καθώς μπαίνοντας πέσαμε πάνω σε ανοιγμένο κεφάλι, ίσα που περπατούσε ο δικός μας, το αίμα έσταζε πίσω του. «Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράμα στη ζωή μου», της είπα, ίσως για να μην πιστέψει πως αυτή είναι η εξωγήινη και πως το ανελέητο ξύλο της γέφυρας είναι κάτι που συμβαίνει συχνά. «Πραγματικά, έχω σοκαριστεί». Και είχα σοκαριστεί.

Κι άλλο ντου, κι άλλο ντου, κι άλλα δακρυγόνα, εμείς ακίνητοι, οι μπάτσοι χαμένοι, αιφνιδιασμένοι από την εξέλιξη, λογικά κανείς δεν τους είχε ενημερώσει για το στημένο της υπόθεσης να αφεθεί αφύλακτη η πεζογέφυρα να ξεκαυλώσει όποιος γουστάρει, έτρεχαν μετά να συμμαζέψουν κάτι που μόνο αν το αποφάσιζαν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές θα συμμαζευόταν, όπως κι έγινε. «Αν χαθούμε σε ντου, να θυμάσαι αυτό το σημείο», της είπα και της έδειξα ένα «Δενδροπόταμος» φρέσκο με σπρέι στην είσοδο. Και στην έξοδο είδαμε πως ο κάγκουρας ο δικός μας είχε γράψει «Δενδροπόταμος» σε όλες τις εισόδους, όπου κι αν πήγαινες έβλεπες το ίδιο πράμα, εκατό φορές το είχε αφήσει στους τοίχους του Πανθεσσαλικού, «Gipsy» και «Δενδροπόταμος». Καλά που δε χαθήκαμε.

Αν είχε μία στιγμή όλη η μέρα που δε θα την ξεχάσω ποτέ, αυτή ήταν η σιγή στη μνήμη του Νάσου. Ενός λεπτού σιγή, αλλά ενός λεπτού σιγή. Κανονική. Με το πένθιμο εμβατήριο η τρομπέτα, με είκοσι χιλιάδες ανθρώπους μουγγούς. Κι αν οι μισοί από εδώ ήταν μουγγοί από τον πόνο, οι απέναντι μισοί ήταν μουγγοί από σεβασμό. Κι εκεί, στο ένα λεπτό που οι οπαδοί της ΑΕΚ έδειξαν το πιο ανθρώπινο πρόσωπο που είχαν να δείξουν, έσπασα και με πήρανε τα ζουμιά. Πριν λίγη ώρα κοπανιόμασταν με λοστούς και μαχαίρια, πριν μία μέρα κυνηγιόμασταν στα τσιπουράδικα, θα ακολουθούσε η πιο μεγάλη αθλητική μάχη της χρονιάς που δεν είναι άλλη από τον τελικό του Κυπέλλου σε στάδιο χωρισμένο στη μέση, στο μέσο της χώρας, σε ουδέτερο έδαφος για πρώτη φορά στην ιστορία μας, τα νεύρα ήταν στην τσίτα, όλοι ανάστατοι, τα πάντα παίζονταν σε μία κλωστή τόσο για το αν θα τελειώσει αυτό το ματς όσο και για το πού θα κάτσει η μπίλια και τα χανούμια στήθηκαν προσοχή γι’ αυτό το ένα λεπτό, το πιο ιερό λεπτό της γιορτής. Πέρα από όσα προηγήθηκαν, πέρα από όσα ακολούθησαν, εγώ αυτό το λεπτό δε θα το ξεχάσω ποτέ.

Το ματς το έδειξε η τηλεόραση, τι να πεις για το ματς. Παίξαμε καλύτερα, χάσαμε την ευκαιρία να γράψουμε σκορ που θα έμενε στην ιστορία από την παπαριά του πιο βλάκα από τους βλάκες στην παγκόσμια ιστορία της βλακείας, το φτάσαμε να κριθεί από ένα λάθος μη σφύριγμα που ακολούθησε ένα άλλο λάθος μη σφύριγμα. Στην κερκίδα, η απόλαυση ήταν να βλέπεις απέναντι τα κιτρινόμαυρα αγάλματα να παρακολουθούν το πιο απίστευτο ξέσπασμα που έχω ζήσει από τότε που πάω στο γήπεδο, εκείνο το πεντάλεπτο σερί με το «ΠΑΟΚ ΓΕΡΑ», ίσως ένα από τα πιο άθλια συνθήματα που λέμε αλλά έκατσε τόσο καλά ο αυτοσχεδιασμός και έμειναν τα λαρύγγια μας στα τσιμέντα του Βόλου να μας θυμούνται για πάντα, το σκεφτόμουν εκείνη την ώρα, δέκα ξένους έχουμε στην ομάδα, κάνουν επίθεση και βλέπουν αυτήν τη μαυρίλα, αυτό το ένα πράμα ενωμένο να πάλλεται, να ουρλιάζει και να αντηχεί όλος ο Παγασητικός, «ΠΑΟΚ ΓΕΡΑ», ούτε που ήξεραν τι λέγαμε, ελληνικά δεν καταλαβαίνουν, αλλά δεν μπορεί να μη σε ξεσηκώσει αυτός ο θόρυβος, αυτή η απόλυτη πολεμική ιαχή του γηπέδου, ποιος ξέρει τι ένιωθε ο Μπίσεσβαρ και ο Πρίγιοβιτς και ο Κρέσπο όταν μας έβλεπαν και μας άκουγαν εκείνο το συγκεκριμένο διάστημα που σταμάτησε ο χρόνος, σταμάτησε η Γη να γυρίζει και έμειναν οι απέναντι να μας κοιτάζουν νικημένοι, πιο αποφασισμένη κερκίδα του ΠΑΟΚ δε θυμάμαι να έχω συναντήσει ποτέ, ήρθαμε, θα το πάρουμε και θα φύγουμε. Το πήραμε.

Με τη λήξη, βγήκα έξω. Δεν είχα όρεξη για απονομές, φοβόμουν και πως θα το σηκώσει ο Γλύκος και θα μου μείνει αιώνιο τραύμα η εικόνα, πήγα σε ένα σπίτι απέναντι που ο τύπος, καλός άνθρωπος, είχε βγάλει το λάστιχο και έδινε νερό στον κόσμο που είχε σκάσει από τη δίψα τόσες ώρες και το κυλικείο κλειστό. Μια γυναίκα βγήκε στην αυλή, είχε έρθει από το νοσοκομείο, δεν το πολυκατάλαβα αν δούλευε ή αν βρέθηκε κατά τύχη, «πάνω από εκατό περιστατικά στα επείγοντα, μερικά σοβαρά». Ρώτησε ένας δίπλα μου «αν είναι περισσότεροι οι Παοκτσήδες ή οι αεκτσήδες» και η κοπέλα απάντησε «όλοι τους χάλια είναι». Ξεδίψασα, έκανα κι ένα μίνι ντους και ξαναμπήκα στο γήπεδο όταν είχε τελειώσει η απονομή και χόρευαν οι παίκτες μας μπροστά μας. «Ο Κλάους το σήκωσε», είπε η Άννα και μου ‘φυγε ένα βάρος. «Πάμε Ομόνοια», πρότεινα. Κοιτάχτηκαν κάποιοι για δύο δευτερόλεπτα και μετά γέλασαν. «Πάμε Ομόνοια, ρε. Όπως είμαστε, πούλμαν, αυτοκίνητα, όλοι μαζί, πάμε Ομόνοια, Σύνταγμα, Φιλαδέλφεια, Πειραιά, πάμε να κάνουμε το γύρο του θριάμβου στο σπίτι τους, πάμε». Τελικά, πήγαν όλοι στο Λευκό τον Πύργο, πφφφ, σε κάθε κούπα τα ίδια και τα ίδια, φαντασία μηδέν.

Φεύγοντας, τον τσάκωσα τον «Δενδροπόταμο». Συνέχιζε το έργο του στις πινακίδες του δρόμου, σε ΣΤΟΠ, σε υποχρεωτικές πορείες, σε στροφές. Πιο πολλά «Δενδροπόταμος» γράφει ο Βόλος από το προηγούμενο Σάββατο παρά «Βόλος». «Δεν ντρέπεσαι, ρε, να γράφεις με σπρέι στις πινακίδες», τον μάλωσα. Και ψάρωσε, ρε φίλε, ψάρωσε για ένα δευτερόλεπτο, αλλά ήταν απόλαυση η φάτσα του, με ζύγισε αστραπιαία, θα σκέφτηκε αν έπρεπε να τρέξει ή να μου ορμήσει να με βάψει στη μάπα και να γράφουν τα μούτρα μου «Δενδροπόταμος» μέχρι να γυρίσω Θεσσαλονίκη, μετά ξέσπασε και πέθανε στα γέλια. Φτάσαμε ξημερώματα σπίτι κι ο Άντι είχε κοιμίσει και τα δικά του και τα δικά μας παιδιά και μας περίμενε, όλος χαρά. Ξύπνησε, τρεις τα χαράματα, η Χουλιγκάνα, με το που μας άκουσε. «Μπράβο, ρε μπαμπά, μπράβο, ρε μαμά, το πήρατε το Κύπελλο, κέρδισε πάλι ο ΠΑΟΚ».

*Αλλά αυτά που πραγματικά θα μείνουν αξέχαστα για όσους τα έζησαν είναι τα «μέτρα ασφαλείας» του τελικού. ΕΠΟ + Βρύζας + Μπέος + Ελληνική Αστυνομία = Το πιο ανελέητο ψαχτήρι στην ιστορία του ποδοσφαίρου και του αθλητισμού γενικότερα:

Έτρεμα από την αδρεναλίνη. Σε κάθε βήμα προς το Πανθεσσαλικό οι σφυγμοί ανέβαιναν, χτυπούσαν οι φλέβες στα μηνίγγια μου. Ζαλιζόμουν, άρχισα να παραπατάω στην ανηφόρα και στάθηκα για ένα λεπτό να ξαναβρώ την ανάσα μου. Ήρθαν οι δεύτερες σκέψεις στο μυαλό, με κύκλωσαν, με τρομοκράτησαν. Τα πρόσωπα των παιδιών μου. Η μάνα μου. Ο πατέρας μου. Η γυναίκα μου, δυο βήματα μπροστά μου, που δεν είχε ιδέα σε τι μπελάδες θα την έβαζα αν κάτι πήγαινε στραβά στο ψαχτήρι των μπάτσων που μας περίμενε στα εκατό μέτρα. Άναψα τσιγάρο. Άνοιξα το βήμα. Πάμε, μέσα ήδη γίνεται πανηγύρι.

Από καιρό ήθελα να το κάνω. Δεν είμαι τέτοιος τύπος, δε μου αρέσουν τα επικίνδυνα παιχνίδια, αλλά ήθελα μια πράξη παρανομίας, μια συμβολική κίνηση ανυπακοής προς το Σύστημα, μια υπενθύμιση πως ακόμα δεν έχω σκύψει το κεφάλι και δεν ακολουθώ σαν πρόβατο τις υποδείξεις της αστυνομίας. Και διάλεξα το πιο απαγορευμένο αντικείμενο που μπορείς να περάσεις σε γήπεδο. Πλησιάζαμε, ήμασταν μισό λεπτό από το τείχος των θωρακισμένων ματατζήδων με τις ασπίδες, τα γκλομπ και τις μάσκες. Το χάιδευα με τον αντίχειρα, στην κωλοτσέπη, ευχόμενος να γίνει ένα ντου και να το περάσω. Το στομάχι μου μάτωνε από το άγχος, αλλά δεν κώλωσα.

Φτάσαμε στον πρώτο έλεγχο. Απίστευτο σκηνικό, οι πιο αποφασισμένοι μπάτσοι που έχω δει στη ζωή μου, στα 28 χρόνια που πάω στα γήπεδα. Μας εξευτέλισαν, μας ανάγκασαν να σηκώσουμε μαζικά τα χέρια ψηλά και να κουνάμε τα εισιτήρια. Κάπου κρυμμένοι θα ήταν ειδικά εκπαιδευμένοι αστυνομικοί-ελεύθεροι σκοπευτές, που με διαστημικά σκάνερ ξεχώριζαν από απόσταση ποιο εισιτήριο ήταν πλαστό και ποιο γνήσιο. Με έπιασε κρύος ιδρώτας, δε γνώριζα αν το εισιτήριο που κρατούσα ήταν γνήσιο ή το είχαν φωτοτυπήσει οι απατεώνες συνοπαδοί που μου το έδωσαν για να μου φάνε τα φράγκα. Τα λίγα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν αιώνας -περάσαμε. Αλλά χρόνος για να ξαλαφρώσεις δεν υπήρχε, μας περίμενε το δεύτερο, ανελέητο και εξονυχιστικό ψαχτήρι λίγα μέτρα μετά.

Μπλε και πράσινοι μπάτσοι δίπλα-δίπλα έφτιαχναν το πιο απροσπέλαστο φράγμα στην ιστορία της παγκόσμιας επιτήρησης της Τάξης και της Ασφάλειας. Αμήχανα, ξανάπιασα στην τσέπη το αντικείμενο που θα μπορούσε να με έστελνε για χρόνια στη φυλακή, αυτό που κανένας αστυνομικός ποτέ δε θα σε αφήσει να περάσεις σε γήπεδο, θα σε συλλάβει, θα σε λιώσει με το λοστάρι του, θα σε κλωτσήσει και θα σε χώσει αιμόφυρτο σε μια κλούβα για το κρατητήριο αν σε πάρει χαμπάρι πως έχεις σκοπό να κάνεις τέτοια παρανομία. Πήρα ανάσα, έπιασα την Άννα από το μπράτσο και όρμησα προς το μέρος τους. Τώρα ή ποτέ, όλα ή τίποτα.

Έστειλαν την Άννα να την ψάξει γυναίκα. Έμεινα μόνος μου, στη μέση του ψαχτηριού. Από δεξιά και αριστερά περνούσαν μαχαίρια, καλάσνικοφ, ένας κυλούσε βαρέλι με τσίπουρο και άνοιξαν οι αστυνομικοί να περάσει σχολιάζοντας «κάνα μεζέ δεν έφερες, ρε μεγάλε», μια ομάδα οπαδών με αθλητικές φόρμες και ακόντια στίβου, μπουκάλια με ρετσίνες και ένας πιτσιρικάς με γυάλινες κοκακόλες γι’ αυτούς που τη θολώνουν μετά το τρίτο ποτήρι, ένας ντελιβεράς από το skroutz.gr που παρέδιδε κινέζικους πυρσούς σε ένα γνωστό μου που τους είχε παραγγείλει online όσο περίμενε να μπει στο γήπεδο, κάτι δυτικοί με ένα τσιγάρο που κρατούσαν εφτά άτομα με χίλια εννιακόσια είκοσι έξι φύλλα που το κάνουν σε κάθε τελικό για γούρι, ένα πρεζάκι με γκαζάκι ζητούσε να μάθει πού είναι το κυλικείο να δανειστεί ένα κουτάλι κι ο άγριος επικεφαλής του έδειξε αυστηρά προς το μέρος του. Ήμουν έτοιμος να χάσω τη συγκέντρωσή μου με όλα αυτά. Περνούσαν σχεδόν τα πάντα, αλλά ήξερα πως οι μπάτσοι ψάχνουν μόνο για ένα πράγμα, αυτό που έχουν εκπαιδευτεί στις σχολές να βρίσκουν πάνω στους οπαδούς και να μη σηκώνουν κουβέντα όταν το βρίσκουν. Ανατρίχιασα. Έχασα το μυαλό μου για ένα δευτερόλεπτο και το ξαναβρήκα όταν με σκούντησε ο αιμοσταγής μπάτσος στην πλάτη και μου φώναξε με έναν βρυχηθμό. Έκανα πως δεν άκουσα. Αλλά μπήκε μπροστά και μου ‘κλεισε το δρόμο. Έκλασα μέντες.

Πάγωσαν όλοι τριγύρω. Οι δυτικοί με το 1926φυλλο σταμάτησαν να ξαποστάσουν, ο τυπάς με τις χατζάρες που μόλις είχε περάσει το ψαχτήρι κοντοστάθηκε και γύρισε πίσω, μήπως χρειαστεί να με βοηθήσει και το εκτίμησα, αδερφός για αδερφό. Ένιωθα όλα τα βλέμματα να με τρυπάνε στην πλάτη και οι κομμένες ανάσες τους περίμεναν την επόμενη κίνηση. Είδα σαν σε όνειρο τη συνέχεια: Το είχε δει το αντικείμενο, το αρπάζει από την τσέπη, ορμάνε πάνω μου ολόκληρη διμοιρία, με σακατεύουν, τρώω δέκα χρόνια κάγκελο, ξαναβγαίνω και τα παιδιά μου είναι έμποροι ναρκωτικών και ζουν κάτω από γέφυρες με τη μάνα τους που βγαίνει στα φανάρια για ζητιανιά με ψεύτικο κομμένο πόδι. Με κοίταξε στα μάτια ο μπάτσος, τον κοίταξα κι εγώ, έχω και ωραία μάτια, γαλανά τιρκουάζ, ίσως να τον μάγεψα, δεν ξέρω, ίσως να έπεσα σε γκέι, ίσως σε θαυμαστή των γαλανών τιρκουάζ -μου τη χάρισε. Φώναξε, για να ακούσουν οι υπόλοιποι τρομοκρατημένοι, «σας παρακαλώ, κύριε, αφαιρέστε το καπάκι από το νερό σας», εγώ το αφαίρεσα, άνοιξε το σφιχτοδεμένο τείχος των αστυνομικών και πέρασα ατιμωμένος. Με αγκάλιασε ένας συνοπαδός με την καραμπίνα στον ώμο, ίδιος ο Αστραπόγιαννος, προσπαθώντας να με παρηγορήσει: «Φίλε, κι εγώ έχω προσπαθήσει μια φορά να περάσω καπάκι και δεν τα κατάφερα, μη σε παίρνει από κάτω». Αλλά ήδη είχα ξενερώσει. Μπορεί να γλίτωσα τη σύλληψη και τη φυλάκιση, αλλά δεν είχα καταφέρει να κερδίσω τους μπάτσους -πραγματικά, όταν το θέλουν, οι μπαγάσες, κάνουν δουλειά.

2017 027 Μαΐου, Πειραιάς.

Το πιο αναπάντεχο, το πιο δύσκολο, το πιο παλικαρίσιο Πρωτάθλημα πανηγυρίζεται κάτω από καρέκλες, μπουκάλια, αναπτήρες και με μουσική υπόκρουση τη διαχρονική επιτυχία «Βου-Βου-Βούλγαροι»: Στο άθλημα όπου κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως αδικήθηκε, πως έχασε αν και ήταν καλύτερος, οι γαύροι κάνουν επίδειξη αθλητικού πνεύματος, ανήμποροι να αντιληφθούν πως, ναι, δεν θα είσαι πρώτος επειδή έτσι γουστάρεις, θα είσαι δεύτερος, επειδή υπάρχει άλλος καλύτερος, για τρίτη σερί χρονιά -και βλέπουμε. Ο τεράστιος, ο εξωγήινος Σαφράνοβιτς κουβαλάει τον ΠΑΟΚ μέχρι το τέλος, όπου κάνει στην άκρη για να εμφανιστεί και να τα διαλύσει όλα αυτός που όλη τη χρονιά μας έκανε να γκρινιάζουμε και να δυσφορούμε: Ο Μεγάλος Δάντης, ο άνθρωπος που ουσιαστικά μόνος του τσάκισε την άμυνα του Ολυμπιακού και μετέτρεψε σε κόλαση το γηπεδάκι του Ρέντη, που δεν θα τον ξεχάσει ποτέ. Ο Αμαράλ Ντάντε αναχώρησε αμέσως μετά τους τελικούς και δεν ήταν παρών στο εορταστικό σετ άντρες-γυναίκες που παίχτηκε μετά την απονομή, στο Παλατάκι, όπου βρεθήκαμε πάλι λίγες εκατοντάδες άνθρωποι, αλλά φεύγοντας από τον ΠΑΟΚ ως πρωταθλητής σήκωσε άλλον ένα τίτλο, αυτόν του MVP στις καρδιές μας:

«Η Κόλαση» του Ντάντε: Το πιο ανατριχιαστικό έργο που έχω διαβάσει ποτέ, η πιο φρικιαστική περιγραφή του σκοταδιού της ανθρώπινης ψυχής, γραμμένη πριν από οκτώ αιώνες, σαφώς ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά μνημεία της ανθρωπότητας. Η αντανάκλαση όλου του Μεσαίωνα στο χαρτί, μέσω της πένας του εγκεφαλικού λαβύρινθου του Ιταλού Ντάντε Αλιγκιέρι, που στα ελληνικά αποδόθηκε ως «Δάντης». Το ταξίδι του στην Κόλαση, το οποίο ακολουθείται από τη μετάβαση στο Καθαρτήριο και το πέρασμα στον Παράδεισο, η εφιαλτική του φαντασίωση των «Κύκλων Της Αμαρτίας» και οι αιώνιες τιμωρίες των καταραμένων ψυχών. «Δες το αλληγορικά», μου είχε πει ο αγαπημένος μου καθηγητής, «ο τύπος δεν ήταν τόσο καμένος όσο νομίζεις να τα πιστεύει όλα αυτά».

«Αλληγορικά». Το βιβλίο είναι γραμμένο σε τρίστιχα, η συμμετρία του «3» είναι διάχυτη στο βιβλίο, όσα τα σερί πρωταθλήματα που πήρε ο ΠΑΟΚ. Η Κόλαση από την οποία περάσαμε όλη τη χρονιά, το Καθαρτήριο των ημιτελικών, ο Παράδεισος των τελικών. Αφηγητής της ιστορίας ο δικός μας Ντάντε, να μας περνάει από το ένα κεφάλαιο στο άλλο, φλεγόμενος στην αρχή και ανήμπορος να βρει το δρόμο του, αλλά οδηγός μας στην κάθαρση και την τελική είσοδό μας στην Εδέμ της κούπας μέσα στην κόλαση των άλλων, στο «μέγα πλήθος των αχρείων, που ‘ναι στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς Του ακόμη». «Αλληγορικά». Ακόμα και ο Μποτιτσέλι ζωγράφισε την «Κόλαση» του Ντάντε σε σχήμα κούπας, σαν αυτήν που σήκωσε ο ΠΑΟΚ την Κυριακή, πόσο πιο αλληγορικά να το δω, όλα ταιριάζουν.

Ο Ντάντε έλειπε από την προχθεσινή γιορτή, ένα από τα πιο χαβαλετζίδικα απογεύματα που έχω ζήσει από την κερκίδα του ΠΑΟΚ. Το σχόλιο ενός φίλου έφτασε μέχρι το κόκαλο: «Ήρθαν, πάνω κάτω, όσοι έρχονταν σε όλα τα ματς». Έλειπε ο Ντάντε αλλά η φανέλα με το 18 φορέθηκε από τους συμπαίκτες του, στο πιο αστείο σετ της ιστορίας του βόλεϊ, όπου η γυναικεία ομάδα του ΠΑΟΚ κέρδισε τους άντρες και το ματς διακόπηκε λόγω επεισοδίων, αποβολών, ντου στον διαιτητή και επικό κράξιμο και γιούχες από την εξέδρα προς τους πρωταθλητές. Ο Ντάντε δεν ήταν μαζί μας επειδή έπρεπε να είναι παρών στη δική του Κόλαση και τον δικό του Παράδεισο, εκεί όπου είναι κάθε μέρα Πρωταθλητής και Κυπελλούχος και MVP για τον Αντόνιο με την εγκεφαλική παράλυση, τον εννιάχρονο γιο του που κάνει όλα μας τα προβλήματα να σωπαίνουν και την γκρίνια για έναν χαμένο πόντο ή ένα σερβίς στο φιλέ να μην έχουν καμιά σημασία.

Φεύγοντας, ο Ντάντε ζήτησε συγνώμη από τον κόσμο για κάποιες κακές εμφανίσεις του. Δημοσίως, θέλω εγώ να του ζητήσω συγνώμη για την γκρίνια μου από τη γωνιά μου στο Παλατάκι γι’ αυτές τις κακές εμφανίσεις. Δε με άκουσε κανείς, ούτε εγώ δεν άκουγα την ίδια μου την γκρίνια, αφού στα περισσότερα ματς ήμουν μόνος με μουσική τέρμα στα ακουστικά -έχω βρει ένα περίεργο γούρι φέτος κι όποτε δεν το έβαλα σε λειτουργία χάσαμε. Αλλά, ρε υπερπαίκτη και υπεράνθρωπε, τι μαλακίες σου έλεγα πως «δεν κουνιέσαι μισό μέτρο» και «δεν πηδάς ούτε εφημερίδα» και τέτοια χαζά, όχι απλώς με βούλωσες με όσα έκανες στους τελικούς, με έκανες να ανατριχιάσω όταν έμαθα τι σέρνεις στην πλάτη και με εξευτέλισες για το μεγάλο μου στόμα το στραβό το Παοκτσήδικο που μιλάει χωρίς να σκέφτεται ώρες ώρες.

Αμαράλ Ντάντε, συγνώμη και σ’ ευχαριστώ. Δε θα σε ξεχάσω ποτέ. Κι αν κάποτε έχω τη δυνατότητα, θα σηκώσω στην είσοδο του γηπέδου, προς τιμήν σου, αυτό που γράφει η «Πύλη Της Κολάσεως» στο βιβλίο του άλλου Ντάντε, του μεσαιωνικού, να το βλέπουν οι αντίπαλοι και να μην έχουν ψευδαισθήσεις για το τι τους περιμένει μόλις πατήσουν στο ταραφλέξ:

«ΑΦΗΣΤΕ ΚΑΘΕ ΕΛΠΙΔΑ ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΣΑ ΠΑΤΕ».

4 Μαΐου 2017, Θεσσαλονίκη.

24 Ετών, για πάντα.

2017 01

Μια Εποχή Στο Τσιμέντο

ISOVITIS COVER 400Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ.

Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν – μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δε μεγάλωσαν, στις ζωές που δε θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων.

Συνάμα, μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

365 Albums

Κατόπιν πρόκλησης, οι 365 δίσκοι που με διαμόρφωσαν, με επηρέασαν, με ρήμαξαν.

31 The Number Of The Beast

365031

30 Riza

365030

29 Surfer Rosa

365029

28 Coma of Souls

365028

27 Lovedrive

365027

26 Να!

365026

25 ...And Justice for All

365025

24 Violator

365024

23 Spiritual Healing

365023

22 Ágætis byrjun

365022

21 Μουσικές Ταξιαρχίες

365021